MUJER= ΠΡΧ ΜΟΥΧΡ-ΙΤΣΑ> ΣΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΚΟΤΡΟΠΗ, ΠΡΧ ΜΟΙΧ-ΑΛΙΔΑ> ΓΥΝΑΙΚΑ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
mujer
1. θ, γυναίκα, en la universidad hay más mujeres que hombres,
στο πανεπιστήμιο υπάρχουν πιο πολλές γυναίκες από άντρες
2. μτφ, γυναίκα, sin darnos cuenta, ya es una mujer,
χωρίς να το πάρουμε είδηση, πλέον είναι μια γυναίκα
3. γυναίκα σύζυγος, llegó a la fiesta acompañado de su mujer,
έφτασε στην γιορτή του συνοδευόμενος από την γυναίκα του
4. σνθ, mujer de gobierno, οικο-νόμος
mujer de su casa, καλή νοικο-κυρά
mujer de la limpieza, καθαρίστρια
mujer de la vida, de mal vivir, γυναίκα κακής βιωτής= του δρόμου
mujer de vida alegre, γυναίκα ελαφρών ηθών
mujer pública, ιερό-δουλη, κοινή γυναίκα
mujer fatal, φαμ φατάλ
mujer objeto, γυναίκα αντικείμενο
5. εκφ, escoger a alguien como, por, para mujer, διαλέγω κάποια για γυναίκα, σύζυγό μου
tomar mujer, παίρνω γυναίκα
6. επφ, για έκπληξη, θαυμασμό ή για ηρεμία πνευμάτων,
pero mujer, no te pongas así, καλά ντε, μην κάνεις έτσι
¿le acuerdas de María?, ¡si, mujer, nuestra compañera de clase!
την θυμάσαι την Μαρία; καλέ ναι, την συμμαθήτριά μας!
mujercilla 1. θ, γυναικούλα
2. μτφ, πόρνη
mujeriego, ga 1. ε, για άντρα, γυναικάς, un hombre mujeriego, ένας άντρας γυναικάς
2. γυναικείος, -α, -ο
3. εκφ, a la mujeriega, a mujeriegas, με γυναικείο τρόπο, με τα πόδια στο πλάι
mujeriego 1. α, γυναικάς
mujeril 1. ε, γυναικείος, -ή, -ό, opinión mujeril, γνώμη γυναικεία
2. θηλυπρεπής, -ής, -ές
mujerío 1. α, γυναικολόι, γυναικομάνι, había un gran mujerío en la peluquería,
υπήρχε ενα μεγάλο γυναικολόι στο κομμωτήριο,
¡qué mujerío aquí!, τι γυναικομάνι είναι αυτό!
mujerona 1. θ αντρογυναίκα
2. ματρόνα
mujerzuela 1. θ, υτμ, πόρνη
amujerado, da 1. ε, θηλυ-πρεπής, -ής, -ές