LID= ΠΡΧ ΛΙΔ> ΕΛΙΔΑ> ΕΡΙΔΑ, ΔΙΑΦΩΝΙΑ, ΦΙΛΟΝΙΚΙΑ, ΠΡΧ Π-ΛΗΤΤΩ ΣΕ ΔΙΚΗ,
ΜΤΘ ΛΙΔ> ΛΙΝΤ> ΑΝΤΙ-ΛΑΤΩ Ή ΑΝΤΙ-Λ-ΕΓΩ> ΔΙΑΦΩΝΩ, ΕΡΧΟΜΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
lid πρχ λιδ> ελιδα> έριδα= διαμάχη, πρχ πά-λη> λιδ
lid 1. θ, αγώνας, πάλη, una lid electora, μια εκλογική πάλη, ένας εκλογικός αγώνας
2. μάχη βίαια μεταξύ ανθρώπων, ζώων, συμπλοκή, una sangrienta lid, μια αιματηρή μάχη,
La lid entre las dos familias acabó con varios heridos,
Η συμπλοκή μεταξύ των δύο οικογενειών έληξε με αρκετούς τραυματισμούς
3. φιλονικία
4. εκφ, en buena lid, σε καλή έριδα= με θεμιτά μέσα, έντιμα, με τιμιότητα, χωρίς δόλο,
Lucharon en buena lid y ganó el mejor,
Αγωνίστηκαν έντιμα και κέρδισε ο καλύτερος
lides 1. θ πλ, λογ, έριδες= θέματα, ζητήματα, es experta en lides de este carácter,
είναι εξπέρ σε ζητήματα τέτοιου χαρακτήρα
lidia 1. θ, έριδα ταύρου-ταυρομάχου= ταυρομαχία
2. αγώνας, πάλη
lidiadero, ra 1. ε, για ταύρο που μπορεί να μπει σε ταυρομαχία, μαχητός, -ή, -ó
lidiador, ra 1. α θ, που δίνει έριδες= μαχητής, μαχήτρια, αγωνιστής, αγωνίστρια
2. ταυ, ταυρομάχος
lidiante 1. ε, μαχητής, μαχήτρια
lidiar 1. ρμ, ρα, ραντ, ταυ, δίνω έριδα με ταύρο= ταυρομαχώ, αντιμετωπίζω ταύρο στην αρένα,
Durante las fiestas se lidiaron varíos novillos,
Κατά τη διάρκεια των γιορτών ταυρομαχήσαν, αντιμετωπίστηκαν αρκετοί νεαροί ταύροι
2. ρα, μάχομαι, αγωνίζομαι
3. lidiar con, δίνω έριδα με κάτι, κάποιον, παλεύω με, δίνω μάχη με,
todos lidiamos con los problemas cotidianos,
όλοι παλεύουμε με τα καθημερινά προβλήματα
4. έχω έριδα= έρχομαι αντιμέτωπος με, την παλεύω με κάποιον, τα βγάζω πέρα,
yo no me veo capaz de lidiar con jóvenes en un aula,
εγώ δεν με βλέπω ικανό να έλθω αντιμέτωπος με νέους σε μια τάξη
tengo que lidiar con todos en el trabajo, πρέπει να τα βγάλω πέρα με όλους στην δουλειά
Como maestra, lidio con muchos papás enojados,
Ως δασκάλα, έρχομαι αντιμέτωπη με πολλούς θυμωμένους γονείς
lite 1. θ, νομ, πρχ αντι-λατώ ή π-λήττω σε δίκη= δικαστικός αγώνας, δίκη, αντιδικία
litis 1. θ, νομ, δικαστικός αγώνας, δίκη, αντιδικία
litigio 1. α, πρχ λιτι-γιο> πλήττω-λόγιο σε δίκη= δικαστικός αγώνας, δικαστική διαμάχη,
tienen un litigio por la herencia,
έχουν μια δικαστική διαμάχη λόγω της κληρονομιάς,
No te metas en litigios con esa compañía, porque tienen los mejores abogados,
Μην μπλέκεις σε δικαστικές διαμάχες με αυτή την εταιρεία διότι έχουν τους καλύτερους δικηγόρους
2. μτφ, πρχ λιτι-γιο> πλήττω-λόγιο= φιλονικία, διαφωνία, διχογνωμία
cedió para no provocar litigios, υποχώρησε για να μην προκαλέσει φιλονικίες
litigioso, sa 1. ε, νομ, που είναι σε δίκη, επίδικος, -η, -ο
2. που πάει σε δίκες συνέχεια, δικομανής, -ής, -ές
3. αμφισβητούμενος, -η, -ο
litigar 1. ρα, νομ, πρχ πλήττω+άγω σε δίκη= είμαι διάδικος σε δικαστική διαδικασία, αντιδικώ, διεξάγω δικαστικό αγώνα,
Entablar ένα litigio en el extranjero, Ξεκινώ μια δικαστική διαμάχη στο εξωτερικό,
2. μτφ, πληττω-λογώ με κάποιον= φιλονικώ, Con una mujer es más difícil litigar,
Με μια γυναίκα είναι πιο δύσκολο να φιλονικήσεις
litigación 1. θ, νομ, δικαστική διαφορά, δικαστικός αγώνας
2. πρχ πληττο-λογία= απαγγελία κατηγορίας
litigante 1. ε, νομ, πληττο-λογών= που αναφέρεται στο διάδικο
2. α θ, διάδικος
colitigante 1. α θ, συν-διάδικος
litisconsorte 1. α θ, νομ, πρχ πλήττων-συν-σύρτος= ομό-δικος, -η, -ο
litisexpensas 1. θ πλ, νομ, δικαστικά έξοδα
litispendencia θ, νομ, πλήττω> δίκη που πετά= εκκρεμο-δικία