LAVAR= ΠΡΧ ΛΑΒΑΡ> ΛΟΥΩ, ΠΡΧ Π-ΛΕΝΩ, ΠΡΧ Κ-ΛΥΖΩ, ΛΟΣΙΟΝ, ΗΧΜ ΛΑΒ-ΑΡ> Π-ΛΑΦ ΝΕΡΟΥ> ΠΛΕΝΩ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
lavar
1. ρμ, πλένω, καθαρίζω αντικείμενο, άτομο, lavar el coche, πλένω το αμάξι,
lavar a un bebé, πλένω ενα μωρό
2. μτφ, ξεπλένω χρήμα
3. τεχ, κάνω σκίτσο με λαβί
4. μτφ, ξεπλένω όνομα, no consiguió lavar su nombre de sospechas,
δεν κατάφερε να ξεπλύνει το όνομα του απο υποψίες
5. ραντ, λούομαι, π-λένομαι, me lavo las manos, μου λούω> πλένω τα χέρια μου
6. εκφ, lavar en seco, στεγνό καθάρισμα
lavar y marcar, κάνω λούσιμο και μιζανπλί, σε κομμωτήριο
lavamiento 1. α, πλύσιμο
2. ιατ, ένεμα, κλύσμα
lavada 1. θ, καθάρισμα, πλύσιμο
lavado 1. α, πλύσιμο, πλύση, μπουγάδα
2. πλύσιμο ατόμου
3. μτφ, ξέπλυμα χρήματος
4. μτφ, ξέπλυμα, αποκατάσταση τιμής, ονόματος
5. ζωγραφική λαβί
6. σνθ, lavado de cara οικ, μτφ πλύσιμο κεφαλιού=εξ-ωραϊσμός
lavado de cerebro, πλύση εγκεφάλου
lavado de coches, πλύσιμο αυτοκινήτων
lavado de estómago, ιατ, πλύση στομάχου
lavado de imagen, ανανέωση εικόνας, εμφάνισης
lavado en seco, στεγνό καθάρισμα
lavado y engrase, πλύσιμο και λίπανση
lavado y planchado, πλύσιμο και σιδέρωμα, σε καθαριστήριο
7. εκφ, darle un (buen) lavado a alguien, οικ, του δίνω ενα καλό λούσιμο=
κατσαδιάζω, επιπλήττω κάποιον, τα ψέλνω σε κάποιον
lavadero πρχ λου-τήριο
1. α, νιπτήρας, νεροχύτης
2. πλυσταριό σε σπίτι
3. πλυσταριό δημόσιο
4. ορυ, πλυντήριο
lavabo πρχ λου-τήριο
1. α, νιπτήρας
2. λουτρό, τουαλέτα
3. εκφ, ir al lavabo, πηγαίνω στην τουαλέτα
lavable 1. ε, πλενόμενος, -η, -o, pintura lavable, μπογιά που πλένεται
lavador, ra 1. ε, α θ, πλυστικός, -ή, -ό, που πλένει, πλύντης, -ια
lavadora 1. θ, πλυντήριο
2. σνθ, lavadora secadora, πλυντήριο-στεγνωτήριο
3. εκφ, poner la lavadora, βάζω πλυντήριο
lavadura 1. θ, πλύσιμο, πλύση
2. απόνερα, μπουγαδόνερα
lavafrutas 1. α, σκεύος για πλύσιμο φρούτων ή ξέπλυμα δαχτύλων στην διάρκεια φαγητού
lavaje 1. α, πλύσιμο μαλλιού
2. ιατ, απολύμανση πληγής
lavajo 1. α, λιμνούλα
lavamanos 1. α, πρχ λούω-χέρια= νιπτήρας, λαβομάνο
lavandera 1. θ, πλύντρια, πλύστρα δημόσιου πλυντηρίου
lavandería 1. θ, καθαριστήριο σε νοσοκομείο, ξενοδοχείο
2. αυτόματο πλυντήριο
lavandero, ra 1. α θ, πλύντης, -ια σε νοσοκομείο, ξενοδοχείο
lavativa 1. θ, ιατ, ένεμα, υποκλυσμός, κλύσμα
2. όργανο κλυστήρας
lavatorio 1. α, πλύσιμο
2. θρη, νιπτήρας μοναστηριακός
3. θρη, Ιερός Νιπτήρας
4. ιατ, υποκλυσμός
lavazas 1. θ πλ, απόνερα, μπουγαδόνερα
lavotear 1. ρμ, οικ, υτμ, πρχ τσα-λαβουτώ= πλένω, καθαρίζω στα γρήγορα και πρόχειρα
durante la semana se limita a lavotear la cocina,
κατα την διάρκεια της εβδομάδας περιορίζεται να καθαρίζει γρήγορα την κουζίνα
2. ραντ, πλένομαι, καθαρίζομαι στα γρήγορα και πρόχειρα
lavoteo 1. α, βιαστικό και πρόχειρο πλύσιμο
2. οικ, υτμ, για πιάτα, πάτωμα, πασάλειμμα, επιφανειακό πλύσιμο
lavacoches 1. α θ, πλύντης, -ια αυτοκινήτων
lavacristales α θ, λούω-κρύσταλλα= καθαριστής, -ια τζαμιών
lavaojos 1. α, ιατ, λούω-μάτι= νεφροειδές δοχείο οφθαλμολόγου
lavaparabrisas 1. α, αυτ, λούω-παρμπριζ= ακρο-φύσιο για υγρό στο παρμπρίζ
lavaplatos 1. α θ, λούω-πιάτα= λαντζέρης, -ισσα
2. α, πλυντήριο πιάτων
lavavajillas 1. α, πρχ λούω-βάζα= πλυντήριο πιάτων
2. απορρυπαντικό πιάτων
lavanda 1. θ, βοτ, φυτό, άρωμα, λεβάντα
deslavar, deslavazar 1. ρμ, πρχ ξε-πλένω= πλένω επιφανειακά, ξε-πλένω
2. μτφ, ξε-θωριάζω, απο-χρωματίζω για χρώμα
3. μτφ, αποδυναμώνω
deslavado 1. α, ξέπλυμα, επιφανειακό πλύσιμο
2. ξε-θώριασμα
deslavadura 1. θ, ξέ-πλυμα, επιφανειακό πλύσιμο
2. ξε-θώριασμα
deslavazado, da πρχ ξε-πλυμενο
1. ε, μτφ, άτονος, -η, -o
2. μτφ, άτακτος, -η, -o, κακοσύνδετος, -η, -o
prelavar 1. ρμ, προ-πλένω
prelavado 1. α, πρό-πλυση
loción 1. θ, λοσιόν
2. σνθ, loción bronceadora, capilar, para después del afeitado,
αντηλιακή κρέμα, κρέμα για μαλλιά, κρέμα για μετά το ξύρισμα
ablución πρχ από-πλυση
1. θ, πλύσιμο
2. θρη, κάθαρση με πλύσιμο μέρους σώματος
3. θρη, πλύσιμο δισκοπότηρου
colutorio 1. α, ιατ, συ-λουτήριο= στοματικό διάλυμα
diluvio πρχ δια-λουτήριο ή δια-κλυσμός
1. α, κατακλυσμός
2. μεγάλη ποσότητα νερού, κατακλυσμός, χείμαρρος
3. εκφ, el Diluvio Universal, o κατακλυσμός του Νώε
tras de mí, el diluvio, μετά από μένα, το χάος
diluviar 1. ρα, βρέχει καταρρακτωδώς, κατακλισμιαία
diluvial 1. ε, γωλ, προσχωσιγενής, -ής, -ές, sedimentos diluviales, προσχωσιγενή ιζήματα
2. α, πρόσχωση
diluviano, na 1. ε, κατακλυσμιαίος, -α, -o
2. καταρρακτώδης, -ης, -ες
aluvial 1. ε, γωλ, προσχωματικός, -ή, -ó, terrenos aluviales, προσχωματικά εδάφη
antediluviano, na 1. ε, προ-κατακλυσμιαίος, -α, -o
2. μτφ, παλιός= προκατακλυσμιαίος, -α, -o, πανάρχαιος, -α, -o
aluvión
1. α, πλημμύρα
2. πρόσχωση
3. μτφ, μεγάλη ποσότητα απο κάτι, χείμαρρος, καταιγισμός, un aluvión de llamadas,
καταιγισμός τηλεφωνημάτων
posdiluviano, na, postdiluviano, na 1. ε, μετα-κατακλυσμιαίος, -α, -o,
diluir πρχ δια-λούω, δια-λύω
1. ρμ, διαλύω, αραιώνω ουσία, υγρό
2. ξε-θωριάζω, αχνο-σβήνω φώς, χρώμα
3. μτφ, απαλύνω, κατα-πραΰνω συναίσθημα, κάτι άυλο, σαν να ρίχνω υγρό
4. ραντ, διαλύομαι
dilución 1. θ, αραίωση, διάλυση
diluente 1. ε, διαλυτικός, -ή, -ό, αραιωτικός, -ή, -ό, solución diluente, αραιωτικό διάλυμα
2. α, διαλυτικό
diluido, da 1. ε, δια-λυμένος, -η, -o, αραιωμένος, -η, -o
diluyente 1. ε, διαλυτικός, -ή, -ό, sustancia diluyente, διαλυτική ουσία
2. α, διαλυτικό
lebrillo 1. α, πρχ πήλινη λεκάνη
letrina πρχ λουτρό
1. θ, αποχωρητήρια σε στρατόπεδο
2. οικ, μτφ, μέρος σαν λουτρό= αχούρι, στάβλος
3. οικ, μτφ, βρομιά, λέρα
loza 1. θ, πρχ λοσα> λάσπη= πηλός για σκεύη, πιάτα, ποτήρια
2. πιατικά
3. εκφ, fregar la loza, πλένω τα πιάτα
locería 1. θ, κατάστημα κεραμικών
lozano, na πρχ π-λάτανο ή λίθινο= δυνατός σαν πλάτανος, λίθος
1. ε, για άτομο, εύρωστος, -η, -o
2. για φυτά, εύρωστος, -η, -o
lozanía 1. θ, για άτομο, ευρωστία
2. για φυτό, ευρωστία