LÁPIZ

LÁPIZ= ΠΡΧ LA-PIEDRA> ΛΑ-ΠΙΔΑ> ΠΕΤΡΑ, ΠΛΑΚΑ, ΠΡΧ ΛΑΠΙΘ> ΛΑΒΙΘ> ΜΟ-ΛΥΒΙ,

ΠΡΧ ΛΑΠΙΣ> ΛΙΘΟΣ> ΛΑΠΙΣ-ΛΑΖΟΥΛΙ, ΜΤΘ ΛΑ-ΠΙ-ΔΑ> ΠΛΑ-ΔΑ-ΡΑ> Π-ΛΑ-ΤΙΑ> ΠΛΑΚΑ ΠΕΤΡΑΣ,

ΠΡΧ PIZARRA> ΠΙΕΔΡΑ> ΠΕΤΡΑ, ΠΙΝΑΚΑΣ, Ή ΠΡΧ ΠΙ-ΝΑ-ΚΑΣ> ΠΙ-ΝΚΑ-ΡΑ> ΠΙ-Ν-ΘΑ-ΡΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

lápiz πρχ μο-λύβι> λάπιζ

1. α, μολύβι

2. σνθ, lápices de colores, χρωματιστά μολύβια, χρωματιστές ξυλομπογιές

lápiz corrector, διορθωτικό στυλό

lápiz de labios, κραγιόν ή μολύβι χειλιών

lápiz de ojos, μολύβι ματιών

lápiz de pastel, παστέλ

lápiz de plomo, μολύβι, από γραφίτη

lápiz electrónico, πλφ, ηλεκτρονικό μολύβι

lápiz óptico, πλφ, οπτικό μολύβι.

3. εκφ, escribir a lápiz, γράφω με μολύβι

escrito a lápiz, γραμμένο με μολύβι

lapicero 1. α, μολύβι

2. μηχανικό μολύβι

lápida πρχ λα-πιεδρα> η πέτρα

1. θ, πλάκα με επιγραφή, συνήθως αναμνηστΙκή για κάποιον

2. σνθ, lápida conmemorativa, αναμνηστική πλάκα

lápida mortuoria, sepulcral, ταφό-πετρα, ταφό-πλακα

lapidar 1. ρμ, ρίχνω πέτρες, πετροβολώ, λιθοβολώ

lapidación 1. θ, λιθοβολισμός, πετροβόλημα

lapidario, ria 1. ε, γραμμένο στην πέτρα= επιτύμβιος, -α, -o, inscripción lapidaria,

επιτύμβια επιγραφή

2. μτφ, ειρ, φράση με ύφος επίσημο, frase lapidaria, επιτύμβια φράση

estilo lapidario, επιγραμματικό ύφος

3. α θ, μαρμαράς, λιθοξόος

4. τεχνίτης, -ια, που κατεργάζεται πολύτιμους λίθους

lapídeo, a 1. ε, λιθώδης, -ης, -ες, λίθινος, -η, -ο, πέτρινος, -η, -ο, πετρώδης, -ης, -ες

lapidificar 1. ρμ, γωλ, πρχ πετρο-φιάχνω= απολιθώνω, πετρώνω

lapidificación 1. θ, γωλ, απολίθωση

dilapidar 1. ρμ, πρχ διασπαθίζω, σπαταλώ χρήματα, en pocos meses dilapidó la herencia,

σε λίγους μήνες διασπάθισε την κληρονομιά

dilapidar una fortuna, σπαταλώ μια περιουσία

dilapidación 1. θ, κατασπατάληση, διασπάθιση χρήματος

dilapidador, dora 1. ε, α θ, σπάταλος, -η, -ο, σκορποχέρης, -ρα

διασπαθιστικός, -ή, -ό, διασπαθιστής, -ια

lapilli 1. α πλ, γωλ, ηφαιστειακά λιθάρια

lapislázuli 1. α, ορυ, λάπις-λάζουλι

lapizar 1. α, ορυχείο γραφίτη

pizarra πρχ πέτρα ή πίνακας

1. θ, σχιστόλιθος, πλάκα γραφής

2. μαυροπίνακας, πίνακας σε σχολείο

3. εκφ, salir a la pizarra, σηκώνομαι στον πίνακα

pizarral 1. α, λατομείο σχιστόλιθου

pizarreño, ña 1. ε, σχιστολιθικός, -ή, -ό.

pizarrería 1. θ, λατομείο σχιστόλιθου

pizarrero 1. α, άτομο που κατεργάζεται το σχιστόλιθο

pizarrín 1. α, σχιστολιθικό μολύβι

pizarroso, sa 1. ε, που αφθονεί σε σχιστόλιθο

apizarrado, da 1. ε, πινακό-χρωμος, -η, -ο, με το χρώμα του μαυροπίνακα

empizarrado, da 1. ε, σχιστολιθικός, -ή, -ó

empizarrado 1. α, σκεπή από σχιστόλιθο

empizarrar 1. ρμ, επικαλύπτω με σχιστόλιθο στέγη, επιφάνεια

solapa πρχ σολαπα> συ-καλύπτρα= κάλυμμα

1. θ, πέτο σακακιού, ρούχου, el novio llevaba una flor en la solapa,

ο μνηστήρας φόραγε ενα λουλούδι στο πέτο του σακακιού

2. αυτί εξώφυλλου σε βιβλίο, utiliza la solapa para marcar por dónde va leyendo,

χρησιμοποιεί το αυτί του εξώφυλλου για να σημειώσει απο πού πάει στο διάβασμα

3. καπάκι φακέλου, Los tipos de sobres más comunes son los que tienen la solapa en pico,

Οι πιο συνηθισμένοι τύποι φακέλων είναι αυτοί που έχουν το καπάκι μυτερό

4. πτερύγιο, κάλυμμα τσέπης

5. πλφ, μτφ, καρτέλα, hacer clic en la solapa ‘música’, κάνετε κλικ στην καρτέλα ‘μουσική’

solapar πρχ σο-λαπαρ> συ-καλύπτω, πρχ σουλουπώνω σαν να κρύβω ελάττωμα

1. ρμ, καλύπτω, αποκρύπτω με ένα πράγμα κάτι, las cortinas solapan los visillos,

οι κουρτίνες καλύπτουν τα κουρτινάκια

2. μτφ, καλύπτω με πονηριά, δόλο μια πρόθεση, συμπεριφορά,

solapa su egoísmo con su aparente simpatía,

καλύπτει τον εγωισμό του με την ψεύτικη συμπάθεια του

3. για ρούχο, βάζω καλύπτρα= γιακάδες, sólo falta solapar el traje,

μένει μόνο να βάλουμε πέτα στο κοστούμι

4. ρμ, ραντ, μτφ, αλληλο-καλύπτομαι σε κάτι, συμπίπτω σε δύο πράγματα μερικώς, διασταυρώνομαι, no puedo asistir a los dos cursos porque las fechas se solapan,

δεν μπορώ να παρακολουθήσω 2 σειρές μαθημάτων γιατί οι ημερομηνίες συμπίπτουν

Esta reunión solapa mi cita con el dentista, ¿podemos aplazarla?

Αυτή η συνάντηση επικαλύπτει το ραντεβού μου με τον οδοντίατρο μου, μπορούμε να την μεταθέσουμε;

solapamiento 1. α, επικάλυψη, αλληλοεπικάλυψη αντικειμένων

2. μτφ, κάλυψη αληθινών προθέσεων

3. τοποθέτηση γιακά

4. αλληλοκάλυψη λειτουργιών, αλληλεπίθεση καθηκόντων, επικάλυψη,

Como es natural, existe solapamiento entre la medicina y la farmacología,

Όπως είναι φυσικό, υπάρχει επικάλυψη μεταξύ ιατρικής και φαρμακολογίας

solapadamente 1. επρ, συκαλυπτά = προσποιητά, μουλωχτά, κρυφά, μτθ σολαπα> ύπουλα,

Arturo sospecha que Fernando ha estado tratando solapadamente de debilitar su posición como director regional de ventas,

Ο Αρτούρο υποπτεύεται ότι ο Φερνάντο προσπαθούσε να αποδυναμώσει κρυφά τη θέση του ως περιφερειακού διευθυντή πωλήσεων

solapado, da 1. ε, συ-καλυπτός = μουλωχτός, -ή, -ό, κρυψίνους, -ους, -ουν, ύπουλος, -η, -ο

No estoy segura sobre sus verdaderas intenciones. Es un hombre solapado,

Δεν είμαι σίγουρος για τις πραγματικές του προθέσεις. Είναι ένας ύπουλος άνθρωπος

traslapar πρχ μετα-κα-λύπτω

1. ρμ, καλύπτω, επικαλύπτω, las cortinas traslapan la pared,

οι κουρτίνες επικαλύπτουν τον τοίχο

2. καλύπτω, επικαλύπτω για κεραμίδια

traslapo 1. α, επικάλυψη

Scroll to Top