GROSOR= ΠΡΧ ΓΡΑΣΟ> ΠΑΧΟΣ, ΛΙΠΟΣ, ΠΡΧ ΡΙΖΑ ΓΚΡΟΣ> ΧΟΝΤΡΟΣ, ΠΡΧ ΓΡΟΣ> ΑΓΡΟΣ>ΑΓΡΟΙΚΟΣ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
gro 1. α, ύφασμα γκρο
gros 1. α, νόμισμα γρόσι
grosor 1. α, πρχ γράσο= πάχος El carpintero está midiendo el grosor de la puerta,
Ο ξυλουργός μετρά το πάχος της πόρτας
grosso modo 1. εκφ, γκρόσο μόντο, χοντρικά
grueso 1. α, πρχ γράσο= πάχος αντικειμένου
2. πάχος γράμματος
3. πάχος, πυκνότητα σαν διάσταση, el grueso de una tabla, το πάχος μιας τάβλας
4. γμτ, πάχος
5. εκφ, el grueso de, το κυρίως σώμα σε κάτι, χοντρό μέρος από, πολύ μέρος από,
ya ha terminado el grueso del trabajo, πλέον έχει τελειώσει το πολύ της δουλειάς
el grueso del ejército, το κυρίως σώμα του στρατού
en grueso, χονδρικά
ή χοντρο-κομμένα, cortar los pepinos en grueso, χοντροκόβω τα αγγούρια
grueso, sa 1. ε, για άτομο με πάχος, χοντρός, -ή, -ó, παχύς, -ιά, -ύ,
se puso muy gruesa con el embarazo, έγινε πολύ παχιά με την εγκυμοσύνη
2. για πράγμα, χοντρός, -ή, -ó, παχύς, -ιά, -ύ, μεγάλος, -η, -o, hilo grueso, χοντρή κλωστή
3. με πυκνότητα, πυκνός, -ή, -ό, χοντρός, -ή, -ό, παχύς, -ιά, -ύ, σαρκώδης, -ης, -ες,
tela gruesa, πυκνό ύφασμα
labios gruesos, παχιά χείλη
4. εύσωμος, -η, -o, una chica gruesa, μια κοπέλα εύσωμη
5. μτφ, για λέξη, χυδαίος, -α, -ο
gruesa 1. θ, μτφ, δώδεκα δωδεκάδες
engrosar πρχ εν-γρασάρω κάτι= κάνω παχύ
1. ρμ, κάνω παχύ κάτι, engrosó la pared con varias capas de pintura,
πάχυνε τον τοίχο με αρκετά στρώματα βαφής
2. κάνω πιο παχύ κάτι, αναπτύσσω, αυξάνω, este fertilizante ayuda a engrosar los tallos,
αυτό το λίπασμα βοηθάει στην ανάπτυξη των μίσχων
3. παχαίνω νούμερα, ποσότητα= μεγαλώνω, αυξάνω, μεγεθύνω,
engrosar un capital, αυξάνω ένα κεφάλαιο
engrosó su cuenta corriente, αύξησε τον τρεχούμενο λογαριασμό του
Los proyectos del alcalde engrosaron la deuda de la ciudad,
Τα έργα του δημάρχου αύξησαν το χρέος της πόλης
4. ρα, για άτομο, χοντραίνω, παχαίνω, γίνομαι εύσωμος, -η, -ο,
Nuria engrosó mucho en la adolescencia,
Η Νούρια πάχυνε πολύ κατά τη διάρκεια της εφηβείας της
5. ραντ, αυξάνομαι, για ποσότητα νερού, el río se engrosó tras la lluvia,
το ποτάμι αυξήθηκε μετά την βροχή
6. χοντραίνει, αυξάνει σε πάχος κάτι, el bastón se engrosaba en la empuñadura,
το μπαστούνι χόντραινε στην λαβή
engrosamiento 1. α, διόγκωση, μεγέθυνση υλικού
2. αύξηση σε νούμερο, ποσότητα
3. χόντρεμα, πάχυνση ατόμου
4. πράξη και αποτέλεσμα του engrosar
grosería 1. θ, χοντράδα πράξης, λόγου, χοντροκοπιά, αγένεια, βρισιά,
¿No te pareció una grosería que no nos invitaran?
Δεν σου φάνηκε αγένεια το να μην μας κάλεσαν;
El gerente suelta muchas groserías cuando está enojado,
Ο προϊστάμενος αμολά πολλές χοντράδες όταν είναι θυμωμένος
grosero, ra 1. ε, πρχ από αγρός> αγροίκος ή γροσερο> γλωσσ-άρης, για άτομο, πράξη, γλώσσα, χοντροκομμένος, -η, -ο, χονδροειδής, -ής, -ές, άσεμνος, -η, -o, αγενής, -ής, -ές, άξεστος, -η, -ο, αγροίκος, -α, -ο,
No seas grosera. ¡Trátame con respeto!
Μην είσαι αγενής. Φέρσου μου με σεβασμό!
No uses ese lenguaje grosero en mi casa,
Μην χρησιμοποιείς αυτή την άξεστη γλώσσα στο σπίτι μου
2. μτφ, κακότεχνος, -η, -ο, κακόγουστος, -η, -ο, Imágenes groseras, Εικόνες κακόγουστες
3. μτφ, ανακριβής, -ή, -ές, Una medición grosera, Μια μέτρηση ανακριβής
4.μτφ, για λάθος χοντρό, για νοθεία που βγάζει μάτι, προφανής, -ή, -ές, σημαντικός, -ή, -ό
5. α θ, χοντράνθρωπος, άξεστος, -η
groseramente 1. επρ, χονδροειδώς, αγενώς, άξεστα
grosura πρχ γρασότητα
1. θ, γρασώδης ουσία, λιπαρή ουσία
2. λίπος
3. μτφ, άντερα και άκρα ζώων, σαν κομμάτια με γράσο> λίπος