ESCAMA

ESCAMA= ΠΡΧ ΕΣΚΑ-ΜΑ> ΣΚΑ-ΛΩ-ΜΑ ΔΕΡΜΑΤΟΣ, ΣΑ ΣΚΑΜΜΕΝΟ ΤΟ ΔΕΡΜΑ

Ή ΣΧΗΜΑΤΑ Ή ΠΡΟΣΚΟΜΜΑ= ΛΕΠΙ, ΦΟΛΙΔΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

escama 1. θ, πρχ σαν σκάλωμα δέρματος ή πρόσκομμα= λέπι, φολίδα,

Las iguanas, como otros reptiles, están recubiertas de escamas,

Τα ιγκουάνα, όπως και άλλα ερπετά, καλύπτονται από λέπια

2. λέπι ψαριού, escama de pez

3. φλοιός

4. φλούδα κρεμμυδιού, escamade cebolla

5. νιφάδα, τρίμμα σαπουνιού, escama de jabón

6. βοτ, λέπι, Quita las escamas de fuera de la alcachofa antes de partirla a la mitad,

Αφαιρέστε τα λέπια από το εξωτερικό της αγκινάρας πριν την κόψετε στη μέση

7. μτφ, σαν πρόσκομμα που έχω για κάτι= καχυποψία, δυσπιστία, επιφυλακτικότητα,

sus promesas no borran la escama que me da el proyecto,

οι υποσχέσεις του δεν σβήνουν την δυσπιστία που μου δίνει το πρότζεκτ

8. εκφ, quitar las escamas, αφαιρώ τα λέπια από ψάρι, απολεπίζω

escamada 1. θ, κέντημα με παγιέτες

escamar 1. ρμ, απολεπίζω ψάρι

2. οικ, μτφ, πρχ βάζω πρόσκομμα στα αυτιά= βάζω σε κάποιον ψύλλους στ’ αφτιά

ή βάζω πρόσκομμα> υποψία, δυσπιστία, επιφύλαξη σε κάποιον, ψυλλιάζω κάποιον,

su comportamiento le escamó mucho, η συμπεριφορά του τον υποψίασε πολύ

3. ραντ, ψυλλιάζομαι, δυσπιστώ, υποψιάζομαι, μπαίνω σε σκέψεις, γίνομαι καχύποπτος,

Es lógico que Marta se escame si la historia de Juan tiene varias contradicciones,

Είναι λογικό η Μάρτα να είναι καχύποπτη αν η ιστορία του Χουάν έχει αρκετές αντιφάσεις

escamado, da 1. ε, οικ, μτφ, που έχει προσκόμματα στην σκέψη= δύσπιστος, -η, -o, καχύποπτος, -η, -ο, επιφυλακτικός, -ή, -ó, estar escamado, είμαι επιφυλακτικός

escamón, ona 1. ε, μτφ, δύσπιστος, -η, -ο, καχύποπτος, -η, -ο, επιφυλακτικός, -ή, -ό

escamoso, sa 1. ε, για ζώο, λεπιδωτός, -ή, -ó, με λέπια

2. για δέρμα, λεπιδωτός, -ή, -ό, που έχει φολίδες

descamar

1. ρμ, απολεπίζω, αφαιρώ τα λέπια σε ψάρι

2. απολεπίζω, ξεφλουδίζω δέρμα

3. απολεπίζομαι, ξεφλουδίζω

descamación 1. θ, απολέπιση, αποφολίδωση δέρματος

descamativo, va 1. ε, ιατ, απολεπιστικός, -ή, -ó, αποφολιδωτικός, -ή, -ó

2. που προκαλεί απολέπιση, απολεπιστικός, -ή, -ó, αποφολιδωτικός, -ή, -ó.

narval 1. α, ζωλ, πρχ ρινο-βολο= ναρβάλ, κήτος με ένα κέρατο, μονόδοντας, μονοκέρατος

rorcual 1. α, ζωλ, πτεροφάλαινα

escualo 1. α, ζωλ, πρχ σκυλό-ψαρο

escuálido α, ζωλ, σκουαλιόμορφο, σκουαλιοειδές

escuálido, da 1. ε, λογ, σκελετομένος, -η, -ο, λιπόσαρκος, -η, -o, άσαρκος, -η, -o

2. μτφ, ρυπαρός, -ή, -ó, σαν σκύλος

escualidez 1. θ, λογ, σκελετωσιά= λιποσαρκία

2. μτφ, ρύπος

Scroll to Top