DECIR

DECIR= ΡΙΖΑ ΔΕΙΚ-, ΔΙΚ, ΠΡΧ ΔΕΙΚ-ΝΥΩ ΜΕ ΛΟΓΟ> ΛΕΩ, ΜΙΛΩ,

ΠΡΧ ΔΙΚΤΑΤΟΡΑΣ, ΠΡΧ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ, ΠΡΧ ΔΙΣΚΟΣ, ΠΡΧ ΕΝΔΕΙΞΗ, ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ,

ΠΡΧ ΔΙΚΑΙΩΜΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

deíxis, deíxis 1. θ, γλγ, δείξη

2. σνθ, deíxis anafórica, αναφορά

deíxis catafórica, καταφορά

deíctico, ca 1. ε, γλγ, δεικτικός, -ή, -ó

deíctico 1. α, γλγ, δεικτικό

apodíctico, ca 1. ε, που δεν χωράει αμφισβήτηση, αποδεικτικός, -ή, -ό,

αποδεδειγμένος, -η, -ο, αδιαμφισβήτητος, -η, -ο, juicio apodíctico, κρίση αποδεδειγμένη

Que el triángulo tiene tres ángulos es una tautología y una proposición apodíctica,

Το ότι το τρίγωνο έχει τρεις γωνίες είναι μια ταυτολογία και μια αποδεικτική πρόταση

paradigma 1. α, παράδειγμα, υπόδειγμα, πρότυπο που ακολουθώ, μοντέλο,

un paradigma de gestión, ένα υπόδειγμα διαχείρισης,

El paradigma de belleza cambió mucho en el último siglo,

Το πρότυπο της ομορφιάς άλλαξε πολύ τον τελευταίο αιώνα

2. γλγ, παράδειγμα, υπόδειγμα

3. τχν, μοντέλο

paradigmático, ca 1. ε, παραδειγματικός, -ή, -ó, υποδειγματικός, -ή, -ό,

χαρακτηριστικός, -ή, -ό, Miguel es un caso paradigmático de resiliencia,

Ο Μιγκέλ είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση ψυχικής αντοχής

2. γλγ, παραδειγματικός, -ή, -ό

sindicato 1. α, συνδικάτο, σωματείο, El sindicato decidió no respaldar a ningún candidato,

Το συνδικάτο αποφάσισε να μην υποστηρίξει κανέναν υποψήφιο

2. κοινοπραξία, Varias empresas de la ciudad han formado un sindicato para mejorar la calidad de vida de la ciudadanía, Αρκετές εταιρείες στην πόλη έχουν σχηματίσει μια κοινοπραξία για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών

3. σνθ, sindicato blanco, charro, συνδικάτο που τα έχει κάνει πλακάκια με την εργοδοσία sindicato de estudiantes, φοιτητικός σύλλογος

sindicato obrero, εργατικό συνδικάτο

síndico 1. α, σύνδικος

2. διαχειριστής σε σωματείο

3. σνθ, síndico de la Bolsa, οκν, πρόεδρος του χρηματιστηρίου

síndico de la quiebra, διαχειριστής, σύνδικος πτώχευσης

sindicatura 1. θ, αξίωμα ή γραφείο του σύνδικου

intersindical 1. ε, δια-σωματειακός, -ή, -ó, διαπαραταξιακός, -ή, -ó

sindicar 1. ρμ, συνδικαλίζω, οργανώνω σε συνδικάτο, σωματείο, Un empleado que había estado tratando de sindicar a sus compañeros trabajadores fue despedido injustamente, Ένας υπάλληλος που προσπαθούσε να οργανώσει σε συνδικάτο τους συναδέλφους του απολύθηκε άδικα

2. πλφ, διανέμω περιεχόμενο σε τύπο

3. ραντ, συνδικαλίζομαι

sindicación 1. θ, συνδικαλισμός, προσχώρηση σε συνδικάτο

2. πλφ, κοινοπραξία, διανομή περιεχομένου

sindicalizar 1. ρμ, οργανώνω σε συνδικάτο

2. ραντ, οργανώνομαι σε συνδικάτο, συνδικαλίζομαι

sindicalización 1. θ, οργάνωση σε συνδικάτο

sindicado, da 1. ε, α θ, συνδικαλισμένος, -η, -o, συνδικαλισμένο άτομο

sindicalismo 1. α, συνδικαλισμός

sindical 1. ε, συνδικαλιστικός, -ή, -ó, delegado sindical, συνδικαλιστικός αντιπρόσωπος

sindicalista 1. ε, α θ, συνδικαλιστικός, -ή, -ó, συνδικαλιστής, -ια

2. σνθ, sindicalista liberado, έμμισθος συνδικαλιστής

sindicador, ra 1. ε, α θ, νομ, πρχ συν-δικος= καταγγέλων, -ουσα, -ον

revancha 1. θ, πρχ ρεβάνς, Quise jugar la revancha para ver si conseguía ganar,

Ήθελα να παίξω τη ρεβάνς για να δω αν κατάφερνα να κερδίσω

2. εκδίκηση, me tomaré la revancha por todo el mal que me ha hecho,

Θα πάρω εκδίκηση για όλο το κακό που μου έχει κάνει

3. εκφ, dar la revancha (a alguien) δίνω (σε κάποιον) την ευκαιρία να πάρει τη ρεβάνς tomarse la revancha, παίρνω εκδίκηση

revanchismo 1. α, ρεβανσισμός

revanchista 1. ε, α θ, ρεβανσιστικός, -ή, -ό, ρεβανσιστής, -ια

venganza πρχ re-vancha> venganza

1. θ, εκδίκηση, Hay un refrán que dice que la venganza es un plato que se sirve frío,

Υπάρχει μια παροιμία που λέει ότι η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που σερβίρεται κρύο

2. εκφ, clamar venganza, ζητώ εκδίκηση

vengar 1. ρμ, εκδικούμαι, παίρνω εκδίκηση, solo quería vengar el asesinato de su familia, μόνο ήθελε να εκδικηθεί τη δολοφονία της οικογένειάς του

2. ραντ, εκδικούμαι, παίρνω εκδίκηση, No habrá justicia hasta que me vengue,

Δεν θα υπάρξει δικαιοσύνη μέχρι να πάρω εκδίκηση, εκδικηθώ

3. vengarse de, εκδικούμαι, παίρνω εκδίκηση από, για,

Me vengué de Laura por la travesura que me hizo ayer,

Πήρα εκδίκηση από τη Λάουρα για την φάρσα που μου έκανε χθες

vengativo, va 1. ε, εκδικητικός, -ή, -ó, Félix es agresivo y tiene un carácter vengativo,

Ο Φέλιξ είναι επιθετικός και έχει εκδικητικό χαρακτήρα

vengador, ra 1. ε, α θ, εκδικητικός, -ή, -ό, εκδικητής, -ια, τιμωρός

devengar 1. ρμ, διεκ-δικώ ποσό για υπηρεσία, επένδυση, έχω λαμβάνειν, εισπράττειν,

κερδίζω, αποφέρω, mi colaboración en su empresa me devengará doscientas mil pesetas,

Η συνεργασία μου στην εταιρεία σας θα μου αποφέρει διακόσιες χιλιάδες πεσέτες,

Lo que Ana devenga trabajando como mesera apenas le alcanza para sobrevivir,

Αυτά που κερδίζει η Άννα δουλεύοντας ως σερβιτόρα μόλις που φτάνουν για να επιβιώσει

devengo 1. α, οφειλόμενο ποσό ή υπόλοιπο, ποσό προς πληρωμή, εισπρακτέο ποσό,

El devengo se calcula utilizando esta fórmula,

Το οφειλόμενο υπόλοιπο υπολογίζεται χρησιμοποιώντας αυτόν τον τύπο

devengado, da 1. εισπρακτέος, -α, -o

dictador, ra 1. α θ, δικτάτορας, Tras el golpe de estado, el dictador tomó el control del país,

Μετά το πραξικόπημα, ο δικτάτορας ανέλαβε τον έλεγχο της χώρας

2. μτφ, δυνάστης, -ια, τύρρανος, Si no paga las horas extras, no es gerente, sino un dictador,

Αν δεν πληρώνεις υπερωρίες, δεν είναι διευθυντής, είναι δυνάστης

3. αυταρχικός, -ή

dictadura 1. θ, δικτατορία, Después de 30 años de dictadura, el país volvió a la democracia,

Μετά από 30 χρόνια δικτατορίας, η χώρα επέστρεψε στη δημοκρατία

2. μτφ, δικτατορία, la dictadura de la banca, η δικτατορία των τραπεζών

3. σνθ, dictadura militar, στρατιωτική δικτατορία

dictablanda 1. θ, δικτα-μαλακή= δικτατορία που σέβεται κάποιες πολιτικές ελευθερίες

dictar πρχ δικτατορεύω> υπ-αγορεύω λόγο

1. ρμ, ρα, υπαγορεύω κείμενο, dictar una carta, υπαγορεύω ένα γράμμα,

El profesor dictó un texto para comprobar la ortografía de los alumnos,

Ο δάσκαλος υπαγόρευσε ένα κείμενο για να ελέγξει την ορθογραφία των μαθητών

2. ρμ, δίνω, παραδίδω λόγο, el escritor dictará una serie de conferencias sobre su obra,

ο συγγραφέας θα παραδώσει μια σειρά από ομιλίες για το έργο του

3. μτφ, κάτι, κάποιος μου υπαγορεύει τι να κάνω, su madre dictaba todos sus actos,

η μητέρα του υπαγόρευε όλες τις πράξεις του

4. κάτι μου υπαγορεύει τι να κάνω, μόδα, συναίσθημα

5. νομ, δημοσιεύω νόμους, εκδίδω διάταγμα

6. νομ, εκδίδω, ανακοινώνω απόφαση, ετυμηγορία, dictar sentencia,

El jurado dictó su veredicto tras varios días de deliberaciones,

Το δικαστήριο εξέδωσε την ετυμηγορία του μετά από αρκετές ημέρες διαβουλεύσεων

dictatorial 1. ε, δικτατορικός, -ή, -ó, régimen dictatorial, δικτατορικό καθεστώς

2. μτφ, Mi padre tiene un carácter muy dictatorial. Hay que hacer siempre lo que él dice,

Ο πατέρας μου έχει πολύ δικτατορικό χαρακτήρα. Πρέπει πάντα να κάνεις ό, τι λέει

dictatorialmente 1. επρ, δικτατορικά

dictado 1. α, κείμενο καθ’ υπαγόρευση, leo una vez el dictado antes de que escribáis,

διαβάζω μια φορά το κείμενο καθ’ υπαγόρευση προτού να γράψετε

2. ορθογραφία, he hecho tres faltas en el dictado, έκανα τρία λάθη στην ορθογραφία

3. μτφ, δεικτικό= τιμητικός τίτλος, este hombre merece el dictado de ilustre,

αυτός ο άνθρωπος αξίζει τον τίτλο του επιφανούς

4. προσταγή, υπαγόρευση, el dictado de la moda, οι επιταγές της μόδας,

los dictados de la conciencia, οι υπαγορεύσεις της συνείδησης

Las opiniones de Salvador no siguen los dictados de lo políticamente correcto,

Οι απόψεις του Σαλβαδόρ δεν ακολουθούν τις επιταγές της πολιτικής ορθότητας

5. σνθ, dictado músical, μουσική υπαγόρευση

6. εκφ, escribir al dictado de alguien, γράφω καθ’ υπαγόρευσιν κάποιου,

escribe al dictado las cartas que le lee su jefa,

γράφει καθ’ υπαγόρευσιν τα γράμματα που του διαβάζει η διευθύντρια του

dictado, da 1. ε, υπαγορευμένος, -η, -o, un texto dictado, ένα υπαγορευμένο κείμενο

dictáfono 1. α, πρχ δικτα-φωνο= υπαγορευτική μηχανή, μηχανή υπαγόρευσης

edicto πρχ έδικτο, πρχ το υπο-δεικτό από κάποια αρχή

1. α, διάταγμα, θέσπισμα, El edicto del emperador prohibía la práctica del cristianismo,

Το διάταγμα του αυτοκράτορα απαγόρευε την άσκηση του Χριστιανισμού

2. σνθ, edicto judicial, νομ, δικαστικό διάταγμα

edicto municipal, δημοτική απόφαση

interdicto πρχ ενδο-δικτο= απόφαση απαγορευτική που μπαίνει ανάμεσα

1. α, απαγόρευση

2. νομ, απόφαση προσωρινών μέτρων, διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων,

El arrendador inició interdicto para recuperar la posesión de las instalaciones alquiladas,

Ο ιδιοκτήτης κίνησε διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων για να ανακτήσει την κατοχή του μισθωμένου ακινήτου

dictamen πρχ έδικτο, υπο-δεικτό ή πρχ διαταγμαν> σαν απόφαση

1. α, γνώμη ειδικού, γνωμάτευση, απόφανση,

el dictamen del forense se conocerá esta tarde,

η γνωμάτευση του ιατροδικαστή θα γίνει γνωστή αυτό το απόγευμα

2. μτφ, υπαγόρευση, κέλευσμα, haz caso al dictamen de tu conciencia,

άκουσε τα κελεύσματα της συνείδησής σου

3. πόρισμα, αναφορά, dictamen de los peritos, πόρισμα εμπειρογνωμόνων

4. σνθ, dictamen jurídico, νομ, νομική γνωμάτευση

dictamen médico, ιατρική γνωμάτευση

dictamen pericial, πραγματογνωμοσύνη

dictaminar πρχ, μτφ, βγάζω έδικτο, διάταγμα ή υπο-δεικτό= απόφαση για κάτι

1. ρμ, για εμπειρογνώμων, εκτιμώ, κρίνω, αποφαίνομαι,

el perito dictaminará las causas del accidente,

ο εμπειρογνώμων θα εκτιμήσει τις αιτίες του ατυχήματος

El forense dictaminó que se trató de suicidio y no homicidio,

Ο ιατροδικαστής έκρινε ότι επρόκειτο για αυτοκτονία και όχι για ανθρωποκτονία.

2. για ιατρό, διαγιγνώσκω

3. ρα, αποφαίνομαι, εκδίδω απόφαση, El juez salió cuando estaba listo para dictaminar,

Ο δικαστής βγήκε όταν ήταν έτοιμος να αποφανθεί

dicterio 1. α, πρχ δηκτικό σχόλιο= λοιδορία, βρισιά, προσβολή, κακόβουλο σχόλιο,

Melisa hizo un esfuerzo para pasar por alto los dicterios de su exmarido cuando se encontraron para completar su divorcio,

Η Μελίσα προσπάθησε να παραβλέψει τις προσβολές του πρώην συζύγου της όταν συναντήθηκαν για να οριστικοποιήσουν

το διαζύγιό τους

dicaz 1. ε, δηκτικός, -ή, -ό, καυστικός, -ή, -ό, σκωπτικός, -ή, -ό, πειραχτικός, -ή, -ό στα λόγια του,

Su lengua dicaz le causó muchos enemigos en la corte,

Η δηκτική του γλώσσα τού δημιούργησε πολλούς εχθρούς στην αυλή

dicacidad 1. θ, πρχ δηκτικότητα, καυστικότητα

indicador πρχ εν-δεικτήρ-ας για κάτι

1. α, δείκτης στοιχείων, Los indicadores económicos no son nada prometedores y la moneda podría depreciarse,

Οι οικονομικοί δείκτες δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικοί και το νόμισμα θα μπορούσε να υποτιμηθεί

2. μετρητής χιλιομέτρων, δείκτης, βελόνα, el indicador de velocidad señalaba los 200 km/h,

ο δείκτης ταχύτητας έδειχνε τα 200 χιλ/ώρα

3. πλφ, σημαία, δείκτης

4. τχν, μετρητής, δείκτης, El indicador muestra que la presión es de 850 hectopascales,

Ο δείκτης, το μανόμετρο δείχνει ότι η πίεση είναι 850 εκτοπασκάλ

5. δείκτης χιλιομέτρων σε δρόμο

6. μτφ, ένδειξη, σημάδι, Las manifestaciones son un indicador del descontento social,

Οι διαδηλώσεις αποτελούν ένδειξη κοινωνικής δυσαρέσκειας,

Pon atención si se manifiesta alguno de los indicadores o síntomas del resfrío,

Δώσε προσοχή εάν εκδηλωθεί κάποιο από τα σημάδια ή συμπτώματα κρυολογήματος

7. σνθ, indicador de dirección, δείκτης αλλαγής πορείας, φλας

indicador de encendido, δείκτης ανάφλεξης

indicador de escape de gas, δείκτης διαρροής αερίου

indicador de horarios, πίνακας δρομολογίων

indicador de velocidad, ταχογράφος

indicador de gasolina, δείκτης βενζίνης

indicador, ra 1. ε, δεικτικός, -ή, -ό, ενδεικτικός, -ή, -ό, που δείχνει, υποδεικνύει,

Sigue las flechas indicadoras hasta que llegues a la salida de emergencia,

Ακολουθήστε τα ενδεικτικά βέλη μέχρι να φτάσετε στην έξοδο κινδύνου

indicar πρχ εν-δεικνύω

1. ρμ, υπο-δεικνύω, δείχνω με κάποιο τρόπο κάτι, κάνω νόημα, δείχνω με χέρι,

esa señal indica curva peligrosa, αυτό το σημάδι δείχνει στροφή επικίνδυνη

¿me indica dónde está el baño? μου δείχνετε πού είναι το μπάνιο;

El guía de la catedral les indicó con la mano que hablaran más bajo,

Ο ξεναγός του καθεδρικού ναού τους έκανε νόημα με το χέρι του να μιλήσουν πιο σιγά

Un guardia nos indicó cómo llegar al teatro,

Ένας αστυνόμος μας έδειξε πώς να φτάσουμε στο θέατρο

2. δείχνω μέσω στοιχείων, La gráfica indica una mejora de las ventas,

Το γράφημα δείχνει βελτίωση στις πωλήσεις

3. μτφ, κάτι υπο-δεικνύει κάτι, σαν ένδειξη, su silencio indicaba desacuerdo,

η σιωπή του έδειχνε διαφωνία

4. ιατ, συνταγογραφώ, υποδεικνύω, le han indicado reposo, του υπέδειξαν ξεκούραση

Mi doctor me indicó una medicamento para el dolor de espalda,

Ο γιατρός μου μου συνταγογράφησε ένα φάρμακο για τον πόνο στην πλάτη

5. τονίζω, επισημαίνω κάτι, La maestra había indicado que la fecha límite era el viernes,

Η καθηγήτρια είχε επισημάνει ότι η προθεσμία ήταν η Παρασκευή

indicación 1. θ, ένδειξη, υπόδειξη που με οδηγεί, no he visto la indicación de salida,

δεν έχω δει την ένδειξη της εξόδου,

2. οδηγίες, Seguí las indicaciones del GPS pero no encontré el sitio que buscaba,

Ακολούθησα τις ενδείξεις του GPS αλλά δεν βρήκα το μέρος που έψαχνα

Mi jefa dio unas indicaciones muy concretas al sustituto para cubrirla en su ausencia,

Η προϊστάμενη μου έδωσε κάποιες πολύ συγκεκριμένες οδηγίες στην αναπληρώτρια για να την αναπληρώσει

κατά την απουσία της

3. υπόδειξη, οδηγία σαν διόρθωση, el profesor le puso varias indicaciones al margen,

ο καθηγητής του έθεσε αρκετές υποδείξεις στο περιθώριο

4. υπόδειξη από ιατρό, las indicaciones del médico incluían dejar de fumar,

οι υποδείξεις του ιατρού περιλάμβαναν να σταματήσει το κάπνισμα

5. ένδειξη σαν νόημα, me hizo una indicación para irnos, μου έκανε νόημα να φύγουμε

6. ένδειξη σε δρόμο, πινακίδα, siga las indicaciones para llegar al pueblo,

ακολουθήστε τις πινακίδες για να φθάσετε στο χωριό

7. μτφ, ένδειξη, σημάδι, No vi en sus ojos indicación alguna de que yo le gustara,

Δεν είδα κάποια ένδειξη στα μάτια του να του άρεσα εγώ

8. σνθ, indicación de recibo, εμπ, απόδειξη είσπραξης

9. εκφ, hacerle una indicación a alguien, κάνω μια παρατήρηση σε κάποιον

indicaciones 1. θ πλ, ενδείξεις για φάρμακο, indicaciones de medicamento

indicado, da 1. ε, ενδεδειγμένος, -η, -o, esta es la herramienta indicada para ese trabajo,

αυτό είναι το ενδεδειγμένο εργαλείο για αυτή την δουλειά

2. κατάλληλος, -η, -o, es el más indicado para opinar,

είναι o πιο κατάλληλος για να εκφέρει γνώμη

indicativo, va 1. ε, ενδεικτικός, -ή, -ó, cartel indicativo, πίνακας ενδεικτικός

La caída de la cotización de las acciones es indicativa de la desconfianza que existe,

Η πτώση των τιμών των μετοχών είναι ενδεικτική της δυσπιστίας που υπάρχει

2. γρμ, modo indicativo, οριστική έγκλιση

indicativo 1. α, ένδειξη, σήμα, su insulto era un indicativo negativo,

η προσβολή του ήταν μια ένδειξη αρνητική

2. διακριτικό κλήσης, La policía llamó por radio a la oficina central y dio su indicativo: delta, romeo, tres, dos,

Η αστυνομία κάλεσε μέσω ασυρμάτου το αρχηγείο και έδωσε το διακριτικό κλήσης της: Δέλτα, Ρωμαίος, τρία, δύο

3. γρμ, οριστική, En español el indicativo me resulta mucho más fácil que el subjuntivo,

Στα ισπανικά, η οριστική είναι πολύ πιο εύκολη για μένα από την υποτακτική

indicción 1. θ, ινδικτιώνα

índice 1. α, δείκτης, σήμα, ένδειξη για κάτι, el aumento del paro es un índice de crisis,

η αύξηση της ανεργίας είναι ένα σημάδι της κρίσης

2. δείκτης σε δεδομένα, ποσοστό, συντελεστής, índice de mortalidad, natalidad,

δείκτης θνησιμότητας, γεννητικότητας

índice de alcoholemia, ποσοστό αλκοολισμού

índice de desempleo, δείκτης ανεργίας

3. ευρετήριο βιβλίου, el índice del libro

4. κατάλογος, ευρετήριο βιβλιοθήκης, el índice de la biblioteca

5. δάκτυλο δείκτης, el dedo índice

6. δείκτης ρολογιού και άλλων συσκευών

7. μαθ, εκθέτης

8. σνθ, índice alfabético, αλφαβητικό ευρετήριο

índice temático θεματικό ευρετήριο

índice de materias, πίνακας περιεχομένων

índice bursátil, χρηματιστηριακός δείκτης

índice de incremento, δείκτης ανάπτυξης

índice del coste de la vida, δείκτης κόστους ζωής

índice de precios, δείκτης τιμών

índice onomástico, ονομαστικό ευρετήριο

índices de audiencia, δείκτης ακροαματικότητας

subíndice 1. α, μαθ, υπόστιξη

superíndice 1. α, τυπ, υπερ-δείκτης

indiciar 1. ρμ, κάτι δίνει ενδείξεις για κάτι, δείχνω, υποδεικνύω, δηλώνω,

una casa grande indicia riqueza, ένα μεγάλο σπίτι δείχνει πλούτο

Todo hace indiciar que bajo palos estará Pepe Reina,

Όλα δείχνουν ότι ο κάτω από τα δοκάρια θα είναι ο Πέπε Ρέινα

2. μτφ, υποψιάζομαι μέσω ενδείξεων κάτι

indicio 1. α, ένδειξη για κάτι, δείγμα, hay indicios de violencia,

υπάρχουν ενδείξεις βιαιοπραγίας

2. ίχνος από κάτι, han encontrado indicios de agua en la Luna,

έχουν βρει ίχνη νερού στην Σελήνη

indiciario, ria 1. ε, νομ, ενδεικτικός, -ή, -ó, Su abogado encontró pruebas indiciarias,

Ο δικηγόρος του βρήκε ενδεικτικές αποδείξεις

indicioso, sa 1. ε, φιλύποπτος, -η, -o, επειδή βλέπει πολύ τις ενδείξεις

2. ύποπτος, -η, -o, επειδή προκαλεί από τις ενδείξεις

indizar, indexar 1. ρμ, πλφ, πρχ εν-δειξ-ιάζω= ευρετηριάζω, δημιουργία ευρετηρίου,

indexar básicamente significa que los buscadores registren tu contenido para mostrarlo en los resultados de busqueda,

Η δημιουργία ευρετηρίου ουσιαστικά σημαίνει ότι οι μηχανές αναζήτησης καταχωρούν το περιεχόμενo σας

για να το εμφανίζουν στα αποτελέσματα αναζήτησης

2. ευρετηριάζω, δημιουργώ κατάλογο με δεδομένα,

Una vez terminado el libro, debemos indizar todos los autores mencionados,

Μόλις ολοκληρωθεί το βιβλίο, πρέπει να ευρετηριάσουμε όλους τους αναφερόμενους συγγραφείς

indización 1. θ, πλφ, ευρετηρίαση, δημιουργία ευρετηρίου

predicar πρχ προ-δικτα-τορεύω= προ-αγορεύω προς κάποιον

1. ρμ, θρη, κηρύττω σε κόσμο, predicar un sermón, κηρύττω λόγο,

Mi misión en esta vida es predicar la palabra del Señor,

Η αποστολή μου σε αυτή τη ζωή είναι να κηρύττω τον λόγο του Κυρίου

2. κηρύσσω, No basta predicar los derechos humanos, hay que ponerlos en práctica,

Δεν αρκεί να κηρύττουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα, πρέπει να τα εφαρμόζουμε στην πράξη

3. κάνω κήρυγμα, κατσαδιάζω, Siempre me está predicando. Según ella lo hago todo mal,

Μου κάνει πάντα κήρυγμα. Σύμφωνα με αυτήν, κάνω τα πάντα λάθος

4. προλέγω υπέρ μιας ιδέας, predicar el ecologismo, προλέγει τον οικολογισμό

υποστηρίζω, Los economistas predican medidas que reduzcan el gasto público,

Οι οικονομολόγοι υποστηρίζουν μέτρα ώστε να μειωθούν οι δημόσιες δαπάνες

5. διαδίδω, κοινοποιώ, μιλάω για κάτι, No son cosas que yo iría predicando por ahí,

δεν είναι πράγματα που εγώ θα μίλαγα δημόσια εκεί

6. γλγ, δηλώνω σχέση υποκειμένου με κατηγόρημα

7. εκφ, predicar en el desierto, προσπαθώ μάταια να πείσω για κάτι, μιλάω στον τοίχο,

Hablar con él es predicar en el desierto, να μιλάς μαζί του είναι να μιλάς στον τοίχο

predicación 1. θ, πράξη του predicar, κήρυγμα,

El centro de la predicación de Jesús fue el reino de Dios,

Το επίκεντρο του κηρύγματος του Ιησού ήταν η βασιλεία του Θεού

2. γλγ, σημασιολογική σχέση μεταξύ υποκειμένου και κατηγορουμένου

predicado 1. α, γρμ, κατηγόρημα, επειδή προ-δεικνύει τι κάνει το υποκείμενο

El verbo es el elemento principal del predicado de la oración,

Το ρήμα είναι το κύριο στοιχείο του κατηγορήματος της πρότασης

2. σνθ, predicado nominal, ονοματικό κατηγόρημα

predicado verbal, ρηματικό κατηγόρημα

prédica 1. θ, κήρυγμα

2. βαρετή ομιλία

predicador, ra 1. α θ, κήρυκας

predicador 1. α, εντ, αλογάκι της Παναγίας

predicativo, va 1. ε, γρμ, δηλωτικός, -ή, -ó

predicamento 1. α, εκτίμηση, γόητρο, αίγλη κάποιου στον κόσμο, σαν προ-δίκασμα θετικό,

el conferenciante goza de gran predicamento entre el público,

ο ομιλητής χαίρει μεγάλης εκτίμησης, αίγλης μεταξύ του κοινού

2. φλφ, κατηγόρημα

abdicar 1. ρμ, ρα, πολ, πρχ απο-δικαιώνομαι από αξίωμα, αφήνω, παραιτούμαι, παραδίδω,

abdicó el trono en su hija menor, παρέδωσε τον θρόνο στην μικρή του κόρη

2. παραιτούμαι από δικαίωμα, πιστεύω, ιδανικά, abdicó de sus creencias,

παράτησε τα πιστεύω του

dedicar πρχ δε-δικάζω ή δέ-δωκα> δίνω για κάποιο σκοπό, αφιερώνω

1. αφιερώνω, διαθέτω κάτι σε κάποιο σκοπό, dedicó su dinero a obras benéficas,

αφιέρωσε τα χρήματα του σε φιλανθρωπικά έργα,

Dedicó su vida a la investigación,

Αφιέρωσε τη ζωή του στην έρευνα

2. θρη, αφιερώνω, καθαγιάζω, dedicar una iglesia a san Antonio,

αφιερώνω μια εκκλησία στον Άγιο Αντώνιο

3. απευθύνω, αφιερώνω λόγια σε κάποιον, ha dedicado unas palabras de agradecimiento a los mayores del pueblo,

Έχει αφιερώσει λίγα λόγια ευγνωμοσύνης στους γέροντες της πόλης

4. αφιερώνω κάτι σε κάποιον, κάνω αφιέρωση, dedicó la novela a sus hijos,

αφιέρωσε το μυθιστόρημα στα παιδιά του

5. dedicarse a, δίνω τον χρόνο μου σε επάγγελμα, απασχολούμαι σε,

επαγγέλλομαι σε, se dedica a la jardinería, επαγγέλλεται την κηπουρική,

¿a qué se dedica usled? με τι ασχολείστε;

6. είμαι αφοσιωμένος σε, dejé el fútbol para dedicarme a mi familia,

άφησα το ποδόσφαιρο για να αφοσιωθώ στην οικογένειά μου

7. αφιερώνομαι, αφιερώνω χρόνο, Se dedica a sus hijos los fines de semana,

Αφιερώνεται στα παιδιά του τα Σαββατοκύριακα

dedicación 1. θ, αφιέρωση υλικού, χρημάτων για κάτι

2. αφοσίωση σε κάτι, κόπος, ha sido tal su dedicación que ha recuperado ocho asignaturas,

έχει γίνει τέτοια η αφοσίωση του που έχει περάσει 8 μαθήματα

El artista esculpía la estatua con pasión y dedicación,

Ο καλλιτέχνης σμίλευε το άγαλμα με πάθος και αφοσίωση

3. πρχ εκ-δίκαση πράγματος σε κάτι= προορισμός, σκοπιμότητα,

se cuestiona la dedicación de ciertas partidas presupuestarias,

εξετάζουν την σκοπιμότητα συγκεκριμένων κονδυλίων του προϋπολογισμού

4. αφιέρωση, hizo dedicación del premio a todos sus compañeros,

έκανε αφιέρωση του βραβείου σε όλους τους συναδέλφους του

5. απασχόληση σε κάτι, contrato de dedicación exclusiva,

συμβόλαιο αποκλειστικής απασχόλησης

6. θρη, εγκαίνια, καθαγιασμός, θυρανοίξια, La dedicación de la iglesia,

Ο καθαγιασμός της εκκλησίας

7. επιγραφή σε πρόσοψη σαν αφιέρωση, La dedicación en la fachada del templo se había borrado con el tiempo,

Η αφιέρωση στην πρόσοψη του ναού είχε σβηστεί με την πάροδο του χρόνου

dedicatoria 1. θ, αφιέρωση

2. επιγραφή, Las alianzas de la pareja tenían una dedicatoria romántica por la parte interior,

Οι βέρες του ζευγαριού είχαν μια ρομαντική επιγραφή, αφιέρωση στο εσωτερικό

3. εκφ, poner una dedicatoria γράφω, κάνω μια αφιέρωση

dedicatorio, ria 1. ε, αφιερωτικός, -ή, -ό

vendetta 1. θ, πρχ βεν-δετα> εν-δικία> αντι-δικία για κάτι> βεντέτα,

Los tres asesinatos fueron fruto de una vendetta entre los miembros de dos clanes,

Οι τρεις δολοφονίες ήταν καρπός μιας βεντέτας μεταξύ των μελών των δύο φυλών

vindicta 1. θ, πρχ βεντέτα= εκδίκηση, La vindicta no te dará la satisfacción que esperas,

Η εκδίκηση δεν θα σου δώσει την ικανοποίηση που περιμένεις.

2. σνθ, vindicta pública, νομ, παραδειγματική τιμωρία

vindicar πρχ β-εν-δικαρ> εν-δικώ> αντι-δικώ για κάτι

1. ρμ, εκδικούμαι, Steven no parará hasta vindicar la muerte de su esposa,

Ο Στίβεν δεν θα σταματήσει μέχρι να εκδικηθεί τον θάνατο της γυναίκας του

2. υπερασπίζομαι μέσω γραπτού, en su artículo vindica la propuesta del presidente,

στο άρθρο του υπερασπίζεται την πρόταση του προέδρου

El objetivo del documento es vindicar los derechos de los inmigrantes,

Στόχος του εγγράφου είναι να υπερασπιστεί τα δικαιώματα των μεταναστών

3. διεκδικώ, vindicaba su derecho a ser escuchado,

διεκδικούσε το δικαίωμα του να ακουστεί

4. ραντ, εκδικούμαι

5. υπερασπίζω, El acusado se vindicó durante el juicio presentando pruebas a su favor,

Ο κατηγορούμενος υπεράσπισε τον εαυτό του κατά τη διάρκεια της δίκης παρουσιάζοντας αποδεικτικά στοιχεία υπέρ του

vindicación 1. θ, διεκδίκηση

2. εκδίκηση

3. υπεράσπιση

vindicativo, va 1. ε, εκδικητικός, -ή, -ó, es vindicativo, είναι εκδικητικός

2. διεκδικητικός, -ή, -ó, manifestación vindicativa, διαδήλωση διεκδικητική

3. υπερασπιστικός, -ή, -ό για έγγραφο

vindicatorio, ria 1. ε, διεκδικητικός, -ή, -ó

2. εκδικητικός, -ή, -ó

3. υπερασπιστικός, -ή, -ό για έγγραφο

reivindicar 1. ρμ, διεκδικώ, El movimiento feminista reivindica derechos igualitarios,

Το φεμινιστικό κίνημα διεκδικεί ίσα δικαιώματα

2. υπερασπίζομαι, υποστηρίζω, σαν να ανα-δεικνύω την γνώμη μου ή αντι-δικώ με κάποιον για την θέση μου,

En la entrevista, el pintor habló sobre su obra y reivindicó el arte contemporáneo,

Στη συνέντευξη, ο ζωγράφος μίλησε για το έργο του και υπερασπίστηκε τη σύγχρονη τέχνη

3. πρχ ανα-δεικνύω ή εν-δεικνύω κάποιον για πράξη= αναλαμβάνω ευθύνη για πράξη,

El grupo terrorista reivindicó el atentado con bomba,

Η τρομοκρατική οργάνωση ανέλαβε την ευθύνη για την βομβιστική επίθεση

reivindicación 1. θ, διεκδίκηση, reivindicación salarial, μισθολογική διεκδίκηση

2. πράξη και αποτέλεσμα του reinvindicar

reivindicador, ra 1. ε, διεκδικητικός, -ή, -ό

2. υπερασπιστικός, -ή, -ό

reivindicativo, va 1. ε, διεκδικητικός, -ή, -ό

2. υπερασπιστικός, -ή, -ό

reivindicatorio, ria 1. ε, διεκδικητικός, -ή, -ό

2. υπερασπιστικός, -ή, -ό

dedo πρχ δε-δο> δάκ-τυλο> αυτό με το οποίο δεικνύω

1. δάκτυλο χεριού ή ποδιού

2. μτφ, δόση, ποσότητα ίση με δάκτυλο, ponme dos dedos de whisky,

Βάλε μου δύο δάχτυλα ουίσκι

3. σνθ, dedo pulgar, αντίχειρας

dedo gordo, αντίχειρας ή μεγάλο δάχτυλο ποδιού

dedo índice δείκτης

dedo cordial, medio, corazón, μεσαίο δάχτυλο, μέσος

dedo anular, παράμεσος

dedo auricular, meñique, pequeño, ωτίτης, το μικρό δάκτυλο του χεριού

ή το μικρό δάχτυλο του ποδιού

4. εκφ, a dos dedos de, στα 2 δάκτυλα= παραλίγο να, κοντά στο να, κοντεύω να

chuparse el dedo, ηχμ> τσουπ= βυζαίνω το δάχτυλο, τον αντίχειρα, για παιδί

chuparse, mamarse el dedo, μτφ, νομίζεις ότι γεννήθηκα χθες; δεν πιπιλάω δάκτυλο,

no me engañes, que no me chupo el dedo, μην με δουλεύεις, διότι δεν πιπιλάω το δάκτυλο

cogerse, pillarse los dedos, την πατάω, μπλέκομαι σε κάτι και ζημιώνομαι,

no deberías pillarte los dedos prestándoles dinero,

δεν έπρεπε να μπλεχτείς δανείζοντας τους χρήματα

contar con los dedos, μετρώ με τα δάχτυλα

cruzar los dedos, σταυρώνω τα δάχτυλα

dar un dedo de la mano por algo, alguien, δίνω τα πάντα για κάτι, κάποιον,

escaparse de entre los dedos, ξεφεύγω μέσα από τα χέρια

hacer dedo, κάνω οτοστόπ

ir a dedo, κάνω οτοστόπ

morderse los dedos, μετανιώνω

no mover un dedo de la mano, δεν κουνάω ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι

no tener dos dedos de frente, δεν έχει 2 δάκτυλα μέτωπο= δεν του κόβει

para chuparse los dedos, να γλείφεις τα δάκτυλά σου

poner a alguien los cinco dedos en la cara, χαστουκίζω κάποιον

poner el dedo en la llaga, θέτω το δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων

señalar a alguien con el dedo, δείχνω κάποιον με το δάκτυλο

nombrar, elegir alguien a dedo, διορίζω ή διαλέγω κάποιον λόγω μέσου, αυθαίρετα,

siempre nombran jefes a dedo, πάντα διορίζουν τους προϊσταμένους αυθαίρετα

a dedo, με οτοστόπ, llegó a la playa a dedo, έφθασε στην παραλία με οτοστόπ

dedocracia 1. θ, μτφ, δακτυλο-κρατία= ευνοιοκρατία

dedada 1. θ, δακτυλιά ποσότητας= πρέζα, πολύ μικρή ποσότητα

dedal 1. α, δακτυλ-ήθρα

2. δακτυλο-θήκη

dedil 1. α, προστατευτικό περίβλημα δακτύλου από δέρμα ή ύφασμα

2. σνθ, dedil de goma, δακτυλήθρα από καουτσούκ

dedalera 1. θ, βοτ, δακτυλίτιδα, χελιδονόχορτο

dedillo, al dedillo 1. εκφ, στα δάκτυλα> παίζω κάτι στα δάχτυλα, ξέρω κάτι πολύ καλά,

απέξω και ανακατωτά, se sabe al dedillo la alineación de su equipo de fútbol,

ξέρει απέξω την ενδεκάδα της ποδοσφαιρικής του ομάδας

digitígrado 1. α, ζωλ, δακτυλο-βάμων

digitiforme 1. ε, δακτυλιοειδής, -ής, -ές

imparidigitado, da 1. ε, ζωλ, περιττο-δάκτυλο ζώο με μονό αριθμό δακτύλων

digitalina 1. θ, χημ, διγιταλίνη, διγιτοξίνη, δακτυλιδίνη, δακτυλιτιδοτοξίνη

digitación 1. θ, μσκ, δακτυλο-θεσία

digitado, da 1. ε, ζωλ, βοτ, δακτυλωτός, -ή, -ó

digital 1. ε, δακτυλικός, -ή, -ó, huellas digitales, δακτυλικά αποτυπώματα

2. ψηφιακός, -ή, -ó, reloj digital, ψηφιακό ρολόι

3. θ, δακτυλίτιδα

interdigital 1. ε, ενδο> μεσο-δακτύλιος, -α, -ο

dígito πρχ δεικτικό> ψηφίο ή δάκ-τυλο

1. α, μαθ, ψηφίο

2. πλφ, ψηφίο, μπιτ

3. σνθ, dígito binario, μαθ, δυαδικό ψηφίο

dígito 1. ε, σχετικός, -ή, -ó με ψηφίο, ψηφιακός, -ή, -ό

digitalizar 1. ρμ, πλφ, ψηφιο-ποιώ

digitalización 1. θ, πλφ, ψηφιοποίηση

digitalizador 1. α, πλφ, ψηφιοποιητής

digitopuntura 1. θ, δακτυλο-πόντος> πίεση, είδος μασάζ με τα δάκτυλα

prestidigitador, ra 1. α θ, πρχ περι-στέκει-δάκτυλα= ταχυ-δακτυλουργός,

θαυματο-ποιός

prestidigitación 1. θ, ταχυδακτυλουργία

condición πρχ συν-θήκη και οι έννοιες τους

1. θ, συνθήκη σαν φύση σε πράγμα, ζώο, la condición animal, η ζωική φύση

2. συνθήκη σαν φύση ανθρώπου, la condición humana, η ανθρώπινη φύση

3. συνθήκη κοινωνικής θέσης, τάξη, gente de condición humilde,

κόσμος με κοινωνική θέση ταπεινή

4. συνθήκη> όρος, προϋπόθεση, Puedes tomar prestada mi bicicleta con la condición de que me la traigas de vuelta el domingo,

Μπορείς να δανειστείς το ποδήλατό μου με την προϋπόθεση ότι θα μου το φέρεις πίσω την Κυριακή

5. συνθήκη νόμου, συμβολαίου, όρος, las condiciones del contrato, οι όροι του συμβολαίου

6. συνθήκη ατόμου σαν ιδιότητα, su condición de presidente le da asilo,

η ιδιότητα του προέδρου του δίνει άσυλο

7. νομ, όρος

8. κατάσταση, La condición del paciente mejoró, Η κατάσταση του ασθενούς βελτιώθηκε

9. εκφ, con la, a condición de, υπό τον όρο, με την προϋπόθεση

en mi, tu, su condición de με την ιδιότητα μου, σου, του κ.λπ. ως

condiciones πρχ συνθήκες

1. θ πλ, συνθήκες εξωτερικές για κάτι, las condiciones atmosféricas favorecen el vuelo,

οι ατμοσφαιρικές συνθήκες ευνοούν την πτήση

2. προϋποθέσεις, el estadio no reúne las condiciones necesarias,

το στάδιο δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις

3. συνθήκες, όροι, no pienso trabajar en estas condiciones,

δεν σκέφτομαι να εργαστώ υπό αυτές τις συνθήκες

queremos participar en igualdad de condiciones,

θέλουμε να συμμετέχουμε με ίσους όρους, επί ίσοις όροις

4. συνθήκες σωματικές, κατάσταση, sus condiciones de salud le impiden trabajar,

η κατάσταση της υγείας του δεν του επιτρέπει να δουλέψει

5. συνθήκες πράγματος, κατάσταση, alimentos en buenas, malas condiciones,

τρόφιμα σε καλή, κακή κατάσταση

Viven en condiciones lamentables, sin techo ni alimento adecuado,

Ζουν σε άθλιες συνθήκες, χωρίς στέγη ή επαρκή τροφή

6. συνθήκες σαν ικανότητες, es un médico de excelentes condiciones,

είναι ένας ιατρός με εξαιρετικές ικανότητες

7. σνθ, condiciones de vida, συνθήκες διαβίωσης

sin condiciones, χωρίς όρους, άνευ όρων

8. εκφ, poner condiciones, θέτω συνθήκες, βάζω όρους

poner en condiciones de, δημιουργώ κατάλληλες συνθήκες για

tener condiciones para algo, hacer algo, έχω τις προϋποθέσεις για κάτι, για να κάνω κάτι

condicionar πρχ θέτω συνθήκη σε κάτι, κάποιον και οι έννοιες τους

1. ρμ, κάνω κάτι να εξαρτάται από μια συνθήκη, όρο,

El éxito del proyecto está condicionado a la obtención de financiación,

Η επιτυχία του προγράμματος εξαρτάται από την άντληση χρηματοδότησης

2. εκπαιδεύω σε συνθήκες κάποιον, του μαθαίνω να λειτουργεί μέσα σε συνθήκες,

Los padres condicionaron a sus hijos a obedecer las reglas,

Οι γονείς εκπαίδευσαν τα παιδιά τους να υπακούν στους κανόνες

3. θέτω συνθήκες σε χώρο, διαμορφώνω,

Es necesario condicionar el espacio para la nueva maquinaria,

Είναι αναγκαίο να διαμορφωθεί ο χώρος για το νέο μηχάνημα

4. επηρεάζω, καθορίζω με κάποια συνθήκη,

El ambiente del aula condiciona el aprendizaje de los alumnos,

Το περιβάλλον της τάξης επηρεάζει τη μάθηση των μαθητών,

los cambios climáticos condicionan la productividad agrícola,

Οι κλιματικές αλλαγές επηρεάζουν την αγροτική παραγωγικότητα

No permitas que las decisiones de los demás condicionen tu futuro,

Μην αφήνεις τις αποφάσεις των άλλων να καθορίζουν το μέλλον σου

5. ρα, ταιριάζω με κάτι σε συνθήκες, συμβαδίζω, έχει την συνθήκη που θέλω,

su currículo condiciona con el perfil que exige la empresa,

το βιογραφικό του ταιριάζει, συμβαδίζει με το προφίλ που απαιτεί η εταιρία

condicionamiento 1. α, υποβολή σε συνθήκη ή προϋπόθεση, υποχώρηση, συμβιβασμός,

le impusieron el condicionamiento de renunciar a su antigüedad en la empresa,

του επέβαλαν την συνθήκη του να αρνηθεί την παλαιότητα του στην εταιρεία

2. περιορισμός, con tales condicionamientos la libertad de acción es mínima,

με τέτοιους περιορισμούς, η ελευθερία δράσης είναι ελάχιστη

3. πράξη και αποτέλεσμα του condicionar

condicionado, da 1. ε, εξαρτημένος, -η, -ο υπό συνθήκη, υπό όρους, με την προϋπόθεση,

Su abogado llegó a un acuerdo con la fiscalía condicionado a su cooperación en el caso,

Ο δικηγόρος του κατέληξε σε συμφωνία με την εισαγγελία με προϋπόθεση τη συνεργασία του στην υπόθεση

Los liberales tienen mayoría parlamentaria con el apoyo condicionado de un partido minoritario,

Οι Φιλελεύθεροι έχουν κοινοβουλευτική πλειοψηφία με την υπό όρους υποστήριξη ενός κόμματος μειοψηφίας

condicional 1. ε, κάτι υπό όρους, υπό συνθήκη, υπό προϋπόθεση, περιοριστικός, -ή, -ό,

venta condicional, πώληση υπό προϋπόθεση

Le levantaron el castigo de forma condicional, Η ποινή του άρθηκε υπό όρους

2. γρμ, υποθετικός, -ή, -ό, oraciones condicionales, προτάσεις υποθετικές

3. α, υποθετικός λόγος

4. θ, νομ, μείωση ποινής λόγω καλής διαγωγής με την συνθήκη να έχεις καλή διαγωγή,

le concedieron la condicional, του παραχώρησαν την μείωση

condicionante 1. ε, που θέτει συνθήκες, καθοριστικός, -ή, -ό, περιοριστικός, -ή, -ό

es una regla condicionante, είναι ένας κανόνας περιοριστικός

2. α, συνθήκη για κάτι= προϋπόθεση, καθοριστικός παράγοντας,

sus condicionantes obligaron a remodelar el proyecto,

οι προϋποθέσεις του υποχρέωσαν να ξαναφτιάξουν το πρότζεκτ

incondicional 1. ε, δίνω χωρίς συνθήκη> άνευ όρου, απόλυτος, -η, -ο,

ανεπιφύλακτος, -η, -o, María sabe que tiene el apoyo incondicional de sus padres,

Η Μαρία ξέρει ότι έχει την άνευ όρων υποστήριξη των γονιών της

2. που ακολουθεί άνευ όρου, φανατικός, -ή, -ó, αφοσιωμένος, -η, -ο, πιστός, -ή, -ό,

La mano derecha del presidente ha sido un asistente incondicional a lo largo de los años,

Το δεξί χέρι του προέδρου ήταν ένας αφοσιωμένος βοηθός όλα αυτά τα χρόνια

Rachel siempre ha sido una amiga incondicional, Η Ρέιτσελ ήταν πάντα μια πιστή φίλη

3. α θ, ακόλουθος, οπαδός, el político estaba rodeado de sus incondicionales,

ο πολιτικός ήταν περιτριγυρισμένος από τους οπαδούς του

incondicionalmente 1. επρ, άνευ συνθήκης, όρων, ανεπιφύλακτα, απολύτως

acondicionar 1. ρμ, φτιάχνω συνθήκες σε κάτι ή χώρο για κάποιο σκοπό, ετοιμάζω, προετοιμάζω,

han acondicionado el local para la fiesta,

έχουν ετοιμάσει το μέρος για την γιορτή

2. διαμορφώνω χώρο, Hay que acondicionar el piso para los inquilinos,

Πρέπει να διαμορφώσω το διαμέρισμα για τους ενοικιαστές

3. φτιάχνω συνθήκες καιρικές σε χώρο= κλιματίζω, El sótano es inhabitable en verano porque no está acondicionado,

Το υπόγειο είναι ακατοίκητο το καλοκαίρι επειδή δεν διαθέτει κλιματισμό, δεν είναι κλιματιζόμενο

4. φτιάχνω συνθήκες στο μαλλί= βάζω μαλακτικό> κοντισιονερ στα μαλλιά,

Después de ir a la piscina conviene acondicionar el pelo,

Αφού πάτε στην πισίνα, καλό είναι να βάλετε κοντισιονερ στα μαλλιά σας

5. ραντ, ετοιμάζομαι, προετοιμάζομαι, Los atletas se acondicionan para la competición,

οι αθλητές προετοιμάζονται για τον αγώνα

acondicionamiento 1. α, νέες συνθήκες σε χώρο= ανακαίνιση, διαμόρφωση κατάλληλη,

acondicionamiento de una biblioteca, ανακαίνιση βιβλιοθήκης

El dueño del restaurante está realizando obras de acondicionamiento para abrirlo al público

Ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου πραγματοποιεί εργασίες ανακαίνισης για να το ανοίξει στο κοινό

2. σνθ, acondicionamiento de aire κλιματισμός

acondicionado, da 1. ε, σε καλή, κακή συνθήκη= κατάσταση, bien, mal acondicionado,

καλο-, κακο-διατηρημένος, -η, -ο, se vende local bien acondicionado,

πωλείται μαγαζί σε καλή κατάσταση

2. aire acondicionado, με αιρ κοντισιον= κλιματιζόμενο

acondicionador 1. α, κλιματιστικό

2. κοντισιονερ= μαλακτικό, κρέμα μαλλιών

decir πρχ δείκ-νω την σκέψη με λόγο ή δικ-τατορ= ομιλία, λόγος

1. α, ομιλία, μιλιά, λόγος ή φράση έξυπνη, ατάκα, tiene unos decires de lo más peculiar,

έχει κάποιες ατάκες από τις πιο ιδιαίτερες

2. κουτσομπολιά, son decires de malas lenguas, no hagas ni caso,

είναι κουτσομπολιά κακό-γλωσσων, μην δίνεις σημασία

3. σύντομο ποίημα στο Μεσαίωνα

4. εκφ, es un decir, τρόπος του λέγειν, λέμε τώρα, για παράδειγμα,

si tuviera tanto dinero, es un decir, se notaría, αν είχα τόσο χρήμα, λέμε τώρα, θα φαινόταν

imaginemos, es un decir, que… ας φανταστούμε, για παράδειγμα…

según los decires de, σύμφωνα με τα λεγόμενα του

dimes y diretes πρχ δείκνυε μου και θα σου δείξω= πες μου και θα σου πω, πες και πες

1. εκφ, οικ, κουτσομπολιά, andan en dimes y diretes sobre los romances de esta modelo,

είναι όλο πες και πες, σουξου μουξου για τα ρομάντζα αυτού του μοντέλου

2. ανταλλαγή λόγων, απόψεων, αψιμαχίες, διαξιφισμοί, διαπληκτισμοί λεκτικοί

decir πρχ δεικ-νύω την σκέψη μου με λόγο ή σα δικ-τατορ μιλάω

1. ρμ, λέω την σκέψη μου, dijo que no vendría, είπε πως δεν θα ερχόταν

no sabía qué decir, δεν ήξερα τι να πω

2. λέω με γραπτό λόγο, ¿qué dice en la carta? τι λέει στο γράμμα;

3. λέω την γνώμη μου, dicen de ellas que son unas coquetas,

λένε για αυτές πως είναι κοκέτες

4. μτφ, κάτι λέει> αποκαλύπτει για κάποιον, χειρονομία, συμπεριφορά,

sus gestos dicen mucho de él, οι χειρονομίες του λένε πολλά για αυτόν,

una mirada que lo dice todo, μια ματιά που τα λέει όλα

su ropa dice bastante sobre su situación económica,

τα ρούχα του λένε πολλά για την οικονομική του κατάσταση

5. λέω να γίνει κάτι, ορίζω, te digo que te vayas, σου λέω να φύγεις

6. λέω σαν επιβεβαίωση, διαβεβαιώνω, te digo que ella no lo ha hecho,

σε διαβεβαιώνω πως αυτή δεν το έχει κάνει

7. λέω όνομα για κάποιον, ονομάζω, en su pueblo le dicen el pájaro loco,

στο χωριό του τον λένε το τρελό πουλί

8. λέω κάτι από μνήμης ή διαβάζω δυνατά, απαγγέλλω,

dijo el verso en menos que canta un gallo, είπε τον στίχο στο άψε σβήσε

9. ρα, λέω κάτι, – tengo que preguntarte algo, – dime,

θέλω να σε ρωτήσω κάτι, – πες μου

10. ραντ, λέω στον εαυτό μου, αναρωτιέμαι, σκέφτομαι, μονολογώ,

Me dije: esta es la mía, είπα στον εαυτό μου, αυτή είναι η δικιά μου

a veces me digo, καμιά φορά σκέφτομαι

11. λέγεται κάτι, ¿cómo se dice “estatua” en griego?

πώς λέγεται η λέξη «άγαλμα» στα Ελληνικά;

se dice que… λέγεται ότι…

12. εκφ, decir por decir, το λέω για να το πω

decir por lo bajo, λέω χαμηλόφωνα, ψελλίζω

decir que sí, no, λέω πως ναι, όχι

dicho y hecho, το ’πε και το ’κάνε, άμ’ έπος, άμ’ έργον

dígame a ver, για πείτε μου να δω

dígamelo a mí! εμένα θα μου πείτε;

digan lo que digan, ας πουν ό, τι πουν, ó, τι και να λένε

digo yo, λέω εγώ τώρα, έμενα τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται

dime con quien andas y te diré quién eres, πες μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι

el qué dirán, το τι θα πει ο κόσμος

es decir, δηλαδή

es fácil decirlo, εύκολο να το λες

es mucho decir, είναι μεγάλα λόγια, υπερβολές

Ιο dicho, dicho, ο λόγος νόμος

como quien no dice nada, λες και δεν είναι τίποτα,

como si no hubiera dicho nada mira,σαν να μην είχα πεί τίποτα, πες πως δεν το είπα,

πες ότι δεν μίλησα

con eso queda todo dicho, αυτό τα λέει όλα

cualquiera diría que… οποιοσδήποτε θα έλεγε

lo mismo digo, το ίδιο λέω= παρομοίως, ομοίως

lo que digan, lo que diga la gente, τι λέει o κόσμος

mejor dicho, για να το πούμε καλύτερα, καλύτερα ειπωμένο

ni que decir tiene, στην αρχή φράσης> είναι περιττό να αναφερθεί

ή στο τέλος φράσης> είναι αυτονόητο, εννοείται

no hay más que decir, τι άλλο να πει κανείς

¡no me digas que..,! μην μου πεις ότι

no te digo más, δεν σου λέω περισσότερα, ο νοών νοείτο

por decirlo así, θα ’λεγε κανείς, ούτως ειπείν

¿qué me dices? τι λες!

¿qué me dices de…? εσύ τι λες για το

¡quién lo diría!, ποιος να το έλεγε!

si tú lo dices, για να το λες εσύ

¡tú lo has dicho! σύ είπας!

ya no se diga, ας μην ξαναμιλήσουμε για αυτό

yo no digo, no quiero decir nada, pero… δεν λέω, δεν θέλω να πω τίποτα, αλλά…

¡y que lo digas! συμφωνώ απόλυτα με αυτό που λες!, μαζί σου!

a decir de todos, según el decir general, κατά κοινή ομολογία

como dijo el otro, όπως είπε και ο άλλος

como quien dice, como si dijéramos, είναι σα να λέμε, σα να έλεγε κάποιος

¿diga?, ¿dígame? πείτε μου, παρακαλώ;, εμπρός!, ναι;

¡digo!, ¡digo! κοίτα να δεις!, μπα!

¡no me digas! μην μου πεις

para que no se diga, για να μην ειπωθεί, όχι, για να μην λένε, για να μην έχουν να λένε

por, según lo que se dice, σύμφωνα με αυτά που λέγονται

¡que no se diga! μην πει κανένας, μην ειπωθεί

por más que digan, ó,τι και να λένε

como se dice vulgamente… όπως λέμε κοινώς…

esto se dice pronto, στα λόγια…, από λόγια…, εύκολο να το λες

lo menos que puede decirse, το λιγότερο που μπορεί να ειπωθεί, που μπορούμε να πούμε

Ιο que se dice un… είναι αυτό που λέμε,

no era lo que se dice un santo, ειρ, δεν ήταν αυτό που λέμε άγιος

dicho πρχ το δεικτό με λόγο

1. α, ρητό, παροιμία, απόφθεγμα, como dice el dicho, οπως λέει το ρητό

“El dinero no da la felicidad” es un dicho antiguo,

«Τα χρήματα δεν αγοράζουν την ευτυχία» λέει μια παλιά παροιμία

2. λέξη, φράση, dicho malicioso, λέξη κακόβουλη

3. ατάκα ατόμου, ¡este niño tiene cada dicho! Αυτό το παιδί έχει ατάκα για τα πάντα!

4. νομ, ένορκη μαρτυρική κατάθεση

5. σνθ, dicho gracioso, χαριτο-λόγημα, καλαμπούρι

dicho popular, λαϊκή παροιμία, γνωμικό

6. εκφ, del dicho al hecho hay mucho ή del dicho al hecho hay un gran trecho,

η θεωρία απέχει πολύ από την πράξη, άλλο το να το λέει κανείς και άλλο να το κάνει

más de lo dicho no puedo decir, παραπάνω από το ειπωμένο δεν μπορώ να πω

de dicho en dicho, από στόμα σε στόμα

dicho y hecho, μια που το ‘πε και μια που ‘γινε, μπαμ μπαμ, πες το κι έγινε,

που γίνεται με αμεσότητα, y dicho y hecho, en un momento le arregló el vestido,

και μια που το ‘πε και μια που ‘γινε, σε μια στιγμή της έφτιαξε το φόρεμά της

dicho de las gentes, τι λέει ο κόσμος

tener algo por dicho, έχω, θεωρώ, παίρνω κάτι ως δεδομένο

dichos 1. α πλ, νομ, δήλωση βουλήσεως των αντι-λογούντων, dichos de contrayentes

2. εκφ, tomarse los dichos, νομ, κάνω δήλωση βουλήσεως συζυγίας

dicho, cha 1. ε, ειπωμένος, -η, -ο, λεγμένος, -η, -ο, αναφερόμενος, -η, -ο πριν,

es cosa dicha, είναι πράγμα ειπωμένο, αυτό το είπαμε

No está permitido el uso de dichos materiales,

Δεν επιτρέπεται η χρήση των αναφερόμενων υλικών

2. εκφ, lo dicho, όπως είπαμε

lo dicho, dicho, ό, τι είπα, αυτό είναι

mejor dicho, καλύτερα ειπωμένο= ή μάλλον

dejar algo dicho, αφήνω κάτι λεγμένο= λέω, μίλησα και είπα

dicho de otro modo, ειπωμένο αλλιώς, με άλλα λόγια

nunca mejor dicho, αυτό να λέγεται

dicho, ha 1. ε, ο, η, το εν λόγω, dicha ciudad, η εν λόγω πόλη

dicha πρχ αυτό που δεικνύει η μοίρα

1. θ, ευτυχία, χαρά, no puedo expresar la dicha que sentí al ver nacer a mi hijo,

δεν μπορώ να εκφράσω την χαρά που ένιωσα όταν είδα να γεννιέται ο γιός μου

2. τύχη, espero que te acompañe la dicha, ελπίζω να σε συνοδεύει η τύχη

3. εκφ, nunca es tarde si la dicha es buena, κάλλιο αργά παρά ποτέ

dichoso, sa πρχ που έχει αυτό που δεικνύει με λόγια η μοίρα

1. ε, ευτυχής, -ής, -ές, ευτυχισμένος, -η, -o,

estamos dichosos de contar con su presencia,

είμαστε ευτυχείς με το να έχουμε την παρουσία σου

hoy es un día dichoso, σήμερα είναι μια ευτυχισμένη μέρα

2. μτφ, καταραμένος, -η, -ο, αναθεματισμένος, -η, -o, ese dichoso trabajo me ha encerrado,

αυτή η καταραμένη η δουλειά με έχει κλείσει

no vamos a resolver nunca este dichoso problema,

δε θα λύσουμε ποτέ αυτό το αναθεματισμένο πρόβλημα

¡dichoso niño! παλιό-παιδο!

3. εκφ, ¡dichosos los ojos que te ven! καιρό είχα να σε δω, χρόνια και ζαμάνια είχα να σε δω

dichosamente 1. επρ, ευτυχισμένα

dicharacho 1. α, οικ, χαριτωμένο, πνευματώδες σχόλιο

dicharachero, ra 1. ε, οικ, για άτομο, πνευματώδης, -ης, -ες

endecha 1. θ, πρχ εν-δεικνύω με λόγια= μοιρολόι, θρήνος

2. ποι, τετράστιχο από εξασύλλαβους ή επτασύλλαβους στίχους

antedicho, cha 1. ε, α θ, πρχ αντι-δεικτο με λόγια= προ-λεγμένος, η, -ο,

προ-ειπωμένος, -η, -ο, προ-αναφερθείς, -είσα, -έν, προ-αναφερόμενος, -η, -ο, προαναφερθείς, προαναφερθείσα,

… haciendo referencia a los antedichos argumentos,

… κάνοντας αναφορά, αναφερόμενος στα προαναφερθέντα επιχειρήματα

susodicho, cha 1. ε, α θ, σουπερ> υπο-δεικτος= προ-αναφερόμενος, -η, -o

sobredicho, cha 1. ε, προαναφερθείς, -είσα, -έν

supradicho, cha 1. ε, προαναφερθείς, -είσα, -έν

dechado 1. α, πρχ δεικτάτο= άτομο ή πράγμα σαν δείγμα, πρότυπο λόγω προσόντων, αρετής,

un dechado de, ένα παράδειγμα, πρότυπο, es un dechado de virtudes,

είναι πρότυπο αρετής

decible 1. ε, που μπορεί να δειχθεί> ειπωθεί με λόγια= εκφράσιμος, -η, -ο,

Según Wittgenstein, solo las proposiciones empíricas son decibles,

Σύμφωνα με τον Βιτγκενστάιν, μόνο οι εμπειρικές προτάσεις είναι εκφράσιμες

indecible 1. ε, ανείπωτος, -η, -ο, άφατος, -η, -o, ανέκφραστος, -η, -ο, απερίγραπτος, -η, -ο,

Ramiro sintió un dolor indecible cuando falleció su mejor amigo,

Ο Ραμίρο ένιωσε ένα ανείπωτο πόνο όταν πέθανε ο καλύτερός του φίλος,

sedicente 1. ε, λογ, ειρ, πρχ από se dice ή σε-λφ> αυτο-δεικνύων τον εαυτό του, δήθεν,

Los sedicentes filósofos, οι δήθεν φιλόσοφοι

contradecir 1. ρμ, πρχ κοντρα-δεικνύω με λόγο= αντιλέγω, διαψεύδω,

esta noticia contradice la de ayer, αυτή η είδηση διαψεύδει την χθεσινή

2. κάνω το αντίθετο από αυτό που λέγεται, αντιλέγω, πάω κόντρα,

Sé que quieres ir, pero no puedo contradecir la decisión de tu papá,

Ξέρω ότι θέλεις να φύγεις, αλλά δεν μπορώ να πάω κόντρα στην απόφαση του πατέρα σου

3. ραντ, λέω η κάνω κόντρα κάτι= αντιφάσκω, αναιρώ, αντικρούω,

Me dijiste que te gustaba Diego, y ahora te contradices diciendo que nο,

Μου είπες ότι σου άρεσε ο Ντιέγκο, και τώρα αντιφάσκεις λέγοντας πως όχι

siempre te estás contradiciendo, πάντα αντιφάσκεις

sus palabras se contradicen con sus actos, τα λόγια του έρχονται κόντρα με τις πράξεις του

La hipótesis y tus resultados concretos se contradicen,

Η υπόθεση και τα συγκεκριμένα αποτελέσματά σου αντικρούουν το ένα το άλλο

contradicción πρχ κοντρα-δειξη> κοντρα λόγος ή σε κάτι

1. θ, αντιλογία, αντίφαση, su exposición está llena de contradicciones,

η έκθεση του είναι γεμάτη από αντιφάσεις,

Dioni dice que no hay contradicción en el hecho de ser cazador y amar a los animales,

Η Ντιόνι λέει ότι δεν υπάρχει αντίφαση στο να είσαι κυνηγός και να αγαπάς τα ζώα

2. κόντρα σε κάτι, εναντίωση 2 πραγμάτων,

esta ley está en contradicción con la Constitución,

αυτός o νόμος είναι ενάντιος προς το Σύνταγμα

contradictoria 1. θ, σε λογική, κοντρα-δεικτική= αντιφατική, αλληλοσυγκρουόμενη πρόταση

contradictorio, ria 1. ε, που έρχεται κόντρα= αντιφατικός, -ή, -ó,

αλληλοσυγκρουόμενος, -η, -ο, tiene unas ideas muy contradictorias,

έχει κάποιες ιδέες πολύ αντιφατικές

2. αντίθετος, -η, -ο, esta tesis es contradictoria con la ciencia,

αυτή η θέση είναι αντίθετη προς την επιστήμη

Benedicto 1. ονο, Βενέδικτος

benedícite πρχ ευ-δείκνυτα λόγια, απο βενε-δικτίνο μοναχό

1. α, η προσευχή πριν από το φαγητό

benedictino, na 1. ε, α θ, Βενεδικτίνιος, -α, -ο, Βενεδικτίνος, Βενεδικτίνη

benedictino 1. α, λικέρ βενεδικτίνη

bendecir πρχ ευ-δεικνύω με λόγο= ευ-λογώ

1. ρμ, ευλογώ κάτι, κάποιον, bendecir el vino y el pan, ευλογώ το κρασί και το ψωμί

bendecir a los fieles, ευλογώ τους πιστούς,

estar bendecido por los dioses, είμαι ευλογημένος από το Θεό,

¡que Dios te bendiga! o Θεός να σε ευλογήσει!

2. ευλογώ μέρος, καθαγιάζω, el arzobispo ha bendecido este templo,

ο Αρχιεπίσκοπος καθαγίασε αυτόν τον Ναό

3. ευλογώ σαν ευχαριστία, ευχαριστώ τον Θεό, bendigo el momento en que te conocí!

ευλογώ την στιγμή που σε γνώρισα!

bendición 1. θ, ευλογία, ευλογίες, el cura nos echó la bendición,

ο ιερέας μας έδωσε την ευλογία

2. καθαγιασμός Ναού

3. μτφ, ευλογία, contaban con la bendición del partido, είχαν τις ευλογίες του κόμματος

4. σνθ, bendición apostólica, αποστολική ευλογία

bendición nupcial, στεφάνωμα, γαμήλια τελετή

5. εκφ, ser una bendición, είναι μια ευλογία, πολύ καλό,

este niño es una bendición, αυτό το παιδί είναι πολύ καλό

El sistema de metro es una bendición para aquellos que no tienen la paciencia para manejar,

Το σύστημα του μετρό είναι μια ευλογία για όσους δεν έχουν την υπομονή να οδηγήσουν

bendito, ta 1. ε, ευλογημένος, -η, -o με χάρη, αγιασμένος, -η, -ο, μακάριος, -α, -ο,

Bendito es aquel que resiste la tentación,

Ευλογημένος είναι εκείνος που αντιστέκεται στον πειρασμό

El sacerdote bendijo el ataúd con agua bendita,

Ο ιερέας ευλόγησε το φέρετρο με αγιασμό

2. μτφ, ευλογημένος, -η, -o, ¡bendita la hora en que te vi! ευλογημένη η ώρα που σε είδα!

3. για έμφαση, ευλογημένος, -η, -o, ya llega el bendito tren,

επιτέλους έρχεται και το ευλογημένο το τρένο

4. μτφ, ευλογημένος στο μυαλό= ανόητος, -η, -o: ¡no seas bendito! μην είσαι ανόητος!

ή αγαθός, -ή, -ό, Es una bendita sin pizca de maldad, είναι μια αγαθή χωρίς ίχνος κακίας

bendito 1. α, μτφ, ανόητος, ανόητη

2. αγαθιάρης, αγαθιάρα

3. προσευχή που αρχίζει με τις λέξεις bendito y alabado

4. εκφ, dormir como un bendito, κοιμάμαι σαν ευλογημένος= του καλού καιρού, βαθιά

reír como un bendito, γελάω με την ψυχή μου

bendito 1. επφ, αμάν, θεέ μου, ¡Bendito! Se nos viene una tormenta importante,

Αμάν! Έρχεται προς το μέρος μας μια δυνατή καταιγίδα

2. δόξα τω Θεώ, ¡Bendito! Mi hija acaba de llamar para decir que no la agarró la inundación,

Δόξα τω Θεώ! Η κόρη μου μόλις τηλεφώνησε για να πει ότι δεν την έπιασε η πλημμύρα

bendecidor, ra 1. ε, ευλογητικός, -ή, -ό, που ευλογεί

maldecir πρχ μελανο-δεικνύω με λόγο

1. ρμ, καταριέμαι, maldigo la hora en que lo decidí,

καταριέμαι την ώρα που το αποφάσισα

2. ρα, κακολογώ, μιλάω άσχημα για κάποιον, maldecir de,

siempre anda maldiciendo de todo el mundo, συνεχώς κακολογεί όλο τον κόσμο

maldición 1. θ, κατάρα προς κάποιον, la maldición de la bruja se cumplió,

η κατάρα της μάγισσας εκπληρώθηκε

2. σαν κατάσταση, κατάρα, καταδίκη, τιμωρία, la maldición caerá sobre él,

η καταδίκη θα πέσει πάνω του

3. εκφ, echar una maldición a, contra alguien, ρίχνω κατάρα, καταριέμαι κάποιον

proferir una maldición, εκστομίζω μια κατάρα

maldición 1. επφ, κατάρα!, ανάθεμα!, που σου! για να δείξεις εκνευρισμό για κάτι,

¡maldición, me he quemado!, πού σου, κάηκα!

maldecido, da 1. ε, για άτομο, κακός, -ή, -ό, μοχθηρός, -ή, -ό

2. καταραμένος, -η, -ο

maldiciente 1. ε, α θ, κακο-λόγος, -ος, -ο, συκοφάντης, -ισσα

2. καταραστικός, -ή, -ό

malditismo 1. α, τρόπος ζωής των «καταραμένων ποιητών»

maldito, ta 1. ε, για μέρος, καταραμένος, -η, -o, castillo maldito, καταραμένο κάστρο

2. για καλλιτέχνη ή άτομο, καταραμένος, -η, -o, poeta maldito, καταραμένος ποιητής

ή με κακή πρόθεση, κακόβουλος, -η, -ο, eran unos malditos canallas,

ήταν μερικοί κακόβουλοι αλήτες

3. οικ, μτφ, για έμφαση, καταραμένος, -η, -o, αναθεματισμένος, -η, -o,

¡apaga la maldita tele! κλείσε την καταραμένη τηλεόραση!

¡maldito tiempo! παλιόκαιρος!

4. εκφ, ¡maldita sea! οικ, μτφ, να πάρει!, ¡maldita sea! ¡he vuelto a equivocarme!

να πάρει! πάλι έκανα λάθος!

maldito, ta 1. α θ, για άτομο, καταραμένος, -η, κολασμένος, -η

maldito 1. α, πρχ μελ-ανο-δεικτ-ος> με κεφαλαία, el Maldito, ο διάβολος, o Τρισκατάρατος, o Πονηρός, o οξαποδώ

maledicencia 1. θ, μελανά λόγια για κάποιον= κακολογία, κακογλωσσιά, συκοφαντία, δυσφήμιση,

la maledicencia de esas gentes arruinó su buen nombre,

η κακολογία αυτών των ατόμων ρήμαξε το καλό όνομα του

malediciente 1. ε, α θ, συκοφαντικός, -ή, -ό, δυσφημιστικός, -ή, -ό, συκοφάντης, -ισσα

entredicho πρχ ενδο-δεικτο= λόγια ενδιάμεσα σαν αμφισβήτηση, απαγόρευση

1. α, απαγόρευση να πεις ή να κάνεις κάτι

2. θρη, απαγόρευση συμμετοχής σε θρησκευτικές εκδηλώσεις

3. εκφ, estar, quedar en entredicho, τίθεμαι υπό αμφισβήτηση,

su honradez está en entredicho, η τιμή του τίθεται υπό αμφισβήτηση

poner en entredicho, θέτω σε αμφισβήτηση, αμφισβητώ κάτι

entredecir 1. ρμ, ενδο-δεικνύω με λόγο= αμφισβητώ κάποιον

2. απαγορεύω την επικοινωνία

predecir 1. ρμ πρχ προ-δεικνυω με λόγο= προλέγω, προβλέπω, εικάζω,

predecir el futuro, προ-λέγω το μέλλον,

Es imposible predecir todos los efectos de este tratamiento experimental,

Είναι αδύνατο να προβλέψεις όλες τις επιπτώσεις αυτής της πειραματικής θεραπείας

predicción 1. θ, προ-λόγηση γεγονότος, πρόγνωση, πρόβλεψη, προάγγελμα,

La mayoría de las predicciones económicas para el año que viene son negativas,

Οι περισσότερες οικονομικές προβλέψεις για το επόμενο έτος είναι αρνητικές

2. σνθ, predicción meteorológica, del tiempo, μετεωρολογική πρόγνωση

predecibilidad 1. θ, πρόβλεψη

predecible 1. ε, προβλέψιμος, -η, -o, el final de la película me decepcionó, es predecible,

το τέλος της ταινίας με απογοήτευσε, είναι προβλέψιμο

impredecible 1. ε, μη προβλέψιμος, -η, -ο, απρόβλεπτος, -η, -ο

desdecir de 1. πρχ αντι- ή δεν-δεικνύει κάτι τι ποιότητα ή κλάση που είχε πριν=

διαψεύδει, δεν αρμόζει, ακυρώνει, la actitud de tu amigo desdice de su familia,

η στάση του φίλου σου δεν αρμόζει στην οικογένεια του, ανατροφή του

Los últimos discos de la banda desdicen de sus trabajos anteriores,

Τα τελευταία άλμπουμ του συγκροτήματος δεν έχουν την ίδια ποιότητα με τις προηγούμενες δουλειές τους

2. desdecir, ρα, για χρώμα, διακόσμηση, δεν δεικ-νύει ταιριαστό= δεν ταιριάζω,

estos muebles desdicen de los del resto de la casa,

αυτά τα έπιπλα δεν ταιριάζουν με τα υπόλοιπα του σπιτιού

dos colores que desdicen, δύο χρώματα που δεν ταιριάζουν

3. desdecirse, ραντ, για άτομο που δεν δεικνύει τα ίδια λόγια με πριν, ξε-λέγω, αναιρώ,

παίρνω πίσω λόγια, υπαναχωρώ, αποσύρω, se desdijo de sus promesas,

πήρε πίσω τις υποσχέσεις του

desdecirse de un testimonio, αποσύρω την κατάθεσή μου

desdicha 1. θ, πρχ δεν δεικνείει η μοίρα καλά= δυστυχία, ατυχία, κακοτυχία, συμφορά,

tuvo la desdicha de quedarse sin trabajo, είχε την ατυχία να μείνει χωρίς δουλειά

2. εκφ, i qué desdicha la suya! τι ατυχία είναι αυτή που έχει!

para colmo de desdichas, σαν να μην έφτανε αυτό το κακό

para desdicha de alguien, για κακή τύχη κάποιου

desdichado, da 1. ε, α θ, δύστυχος, -η, -ο, άτυχος, -η, -ο, κακό-μοιρος, -η, -o,

fue desdichado en amores, ήταν άτυχος στον έρωτα

2. εκφ, ¡desdichado de mí! δυστυχία μου!, ωϊμέ!

desdichadamente 1. επρ, μέσα στη δυστυχία, vivió desdichadamente el resto de sus días,

έζησε τις μέρες που του απέμειναν μέσα στη δυστυχία

2. δυστυχώς, desdichadamente, no hemos ganado, δυστυχώς, δεν έχουμε κερδίσει

redecir 1. ρμ, πρχ περι-δεικνύω με λόγο= ξαναλέω

redición 1. θ, επανάληψη λόγου

redicho, cha 1. ε, επανειπωμένος, -η, -o

2. για ύφος, ομιλητή με λόγο περί-δεικτο= πομπώδης, -ης, -ες, ψιλομύτης, -α, -ικο,

τονισμένος, -η, -o, ese conferenciante redicho me saca de quicio,

αυτός ο πομπώδης ομιλητής μου την δίνει

dicción πρχ η δείξη του λόγου

1. θ, άρθρωση, προφορά, dicción clara, άρθρωση λόγου καθαρή

figuras de dicción, σχήμα λόγου

2. τρόπος ομιλίας, γραφής, ύφος, la dicción escénica difiere de la coloquial,

η σκηνική ομιλία διαφέρει από την καθομιλουμένη

3. λέξη

diccionario 1. α, πρχ δείξη-αριο λόγου ή βιβλίο με δείγματα λόγου= λεξικό,

diccionario de español, λεξικό ισπανικών

2. σνθ, diccionario bilingüe, δίγλωσσο λεξικό

diccionario monolingüe, μονό-γλωσσο λεξικό

diccionario de bolsillo, λεξικό τσέπης

diccionario de sinónimos, λεξικό συνώνυμων

diccionario etimológico, ετυμολογικό λεξικό

diccionarista 1. α θ, λεξικο-γράφος

interdicción 1. θ, ενδο-δείξη= απαγόρευση

2. σνθ, interdicción civil, νομ, δικαστική απαγόρευση

ή στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων

interdicción de residencia, de lugar, δικαστική απαγόρευση παραμονής καταδικασθέντος προσώπου σε συγκεκριμένα μέρη

adicción πρχ δεικνύω προσκόλληση σε κάτι

1. θ, εξάρτηση, εθισμός, tiene adicción al juego, έχει εθισμός στον τζόγο, τυχερά παιχνίδια

2. εκφ, crear adicción, δημιουργώ εθισμό σε κάτι, εθίζω,

el tabaco crea adicción, o καπνός δημιουργεί εθισμό

adicto, ta 1. ε, εθισμένος, -ή, -ó, es adicta a la cocaína, είναι εθισμένος στην κοκαΐνη

2. μτφ, που δεικνύει πολύ αφοσίωση, κόλλημα σε κάτι= κολλημένος, -η, -ο, οπαδός, αφοσιωμένος, -η, -o,

φανατικός θαυμαστής, -ια, es un adicto a las telenovelas,

είναι κολλημένος στις τηλενοβέλες

3. α θ, τοξικομανής

4. μτφ, ένθερμος, -η οπαδός

5. οικ, μτφ, φανατικός οπαδός σε κάτι

infoadicto, ta 1. ε, α θ, εθισμένος, -η, -ο στο Δια-δίκτυο

Scroll to Top