CHURRO

CHURRO= ΠΡΧ ΤΣΟΥΡΟΣ> ΛΟΥΚΟΥΜΑΣ ΙΣΠΑΝΙΚΟΣ, ΗΧΜ ΤΣΙΡ-ΤΣΙΡ> ΛΑΔΙ ΤΗΓΑΝΙΟΥ,

ΠΡΧ ΤΣΑΠΑΡΙΑ, ΠΡΧ ΤΟΥ ΣΩΡΟΥ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

churro 1. α, ηχμ τσιρ-τσιρ στο λάδι τηγανίσματος= τσούρο, ισπανικός λουκουμάς, chocolate con churros, τσούρος με σοκολάτα

2. οικ, μτφ, πρχ τσου-ρο> τσα(πα)ρια = τσαπατσουλιά, προχειροδουλειά, χάλι,

un churro de reparación, μια επιδιόρθωση τσαπατσουλιά

Esta pintura es un churro, obvio que la pintó un principiante,

Αυτός ο πίνακας είναι ένα χάλι, προφανές πως το ζωγράφισε κάποιος αρχάριος

3. οικ, μτφ, αποτυχία, el resultado fue un churro, το αποτέλεσμα ήταν σκέτη αποτυχία

4. οικ, μτφ, τσαπαριά σαν τύχη, ¡qué churro tuviste! είχες τύχη βουνό!

5. εκφ, como churros, οικ, μτφ, πρχ τσούρος> σωρός= με το κιλό, πανεύκολα,

Esos discos se han vendido como churros,

αυτοί οι δίσκοι έχουν πουληθεί σαν σωροί> πανεύκολα, με το κιλό

freír churros, οικ, ¡vete a freír churros! άντε να δεις αν έρχομαι!

salir algo un churro, οικ, για αποτέλεσμα που βγαίνει χάλια

les salió un churro de paella, τους βγήκε μια παέγια χάλια

churrera 1. θ, μηχάνημα για τσούρος

churrería 1. θ, τσουρερί= μαγαζί όπου φτιάχνονται και πωλούνται τσούρος

churrero, ra 1. α θ, ζαχαροπλάστης, -ια για τσούρος,

2. μτφ, τσαπάρας= τυχερός, -ή, ¡es un churrero! είναι τυχερός!

3. σνθ, churrero ambulante, πλανόδιος πωλητής τσούρος

churre 1. α, ηχμ τσιρ-τσιρ τηγανίσματος= λάδι, γράσο, el churre del motor,

το λάδι της μηχανής

2. μτφ, βρωμιά, λίγδα, el churre de las uñas, η λίγδα των νυχιών σου

churrete 1. α, λεκές, λέρωμα, tienes un churrete en la chaqueta,

έχεις ένα λεκέ στην ζακέτα

churretón 1. α, λεκές, λέρωμα

churretoso, sa 1. ε, λεκιασμένος, -η, -ο, βρώμικος, -η, -ο

churriento, ta 1. ε, βρωμερός, -ή, -ó, ρυπαρός, -ή, -ó

churro, rra 1. ε, με τσουρα> τ-σβούρα μαλλί= μαλλιαρός, -ή, -ó, oveja churra,

μαλλιαρό πρόβατο

churri 1. ε, οικ, που τσι-τσιρίζει τον άλλον= αφόρητος, -η, -ο

Scroll to Top