CHIRRIAR

CHIRRIAR= ΠΡΧ ΤΣΙΡΙΖΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

chirrido πρχ τσιριχτό= τσίριγμα, ήχος οξύς, δυσάρεστος

1. α, τιτίβισμα πτηνού

2. τερέτισμα γρύλλου

3. τρίξιμο μεντεσέ, ελατηρίου, πόρτας, los chirridos de las bisagras no le dejaron dormir

τα τριξίματα των μεντεσέδων δεν των άφησαν να κοιμηθεί

4. τρίξιμο ξύλου

5. τριζοβόλημα φωτιάς

6. τσιτσίρισμα λαδιού

chirriar 1. ρα, πρχ τσιρίζω> τρίζω, la contraventana chirriaba al cerrarla,

το παντζούρι έτριζε όταν το έκλεινα,

los muelles del colchón chirrían, τα ελατήρια του στρώματος τρίζουν

el suelo de madera chirría al pisarlo, το ξύλινο πάτωμα τρίζει όταν το πατάς

2. τιτιβίζω για πτηνό

3. τσιρίζω στο τραγούδι= φαλτσάρω, la cantante chirría, η τραγουδίστρια φάλτσαρε

4. για τρόφιμο στο τηγάνισμα, τσιτσιρίζω, la salchicha chirría en la sartén,

το λουκάνικο τσιτσίριζε στο τηγάνι

chirriante, chirriador, ra 1. ε, για πράγμα που τρίζει, τριζάτος, -η, -o

ruedas chirriantes, ρόδες τριζάτες

2. για πτηνό, τιτιβιστός, -ή, -ό, κελαηδιστός, -ή, -ό

3. για φωνή, ήχο, τσιριχτός, -ή, -ό, διαπεραστικός, -ή, -ό,

el chirriante ruido de la maquinaria, ο διαπεραστικός θόρυβος της μηχανής

un sonido chirriante, ενας ήχος τσιριχτός

4. μτφ, που τραβά την προσοχή, χτυπητός, -ή, -ό, una provocación chirriante,

μια προβοκάτσια χτυπητή

chirrión 1. α, βαρύ δίτροχο κάρο που τρίζει πολύ

Scroll to Top