CAZURRO

CAZURRO= ΠΡΧ ΚΟΥΤΣΟΥΡΟ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ, ΤΡΟΠΟΥΣ, ΣΕ ΤΡΟΠΟ ΣΚΕΨΗΣ> ΞΕΡΟΚΕΦΑΛΟΣ

cazurro, ra 1. ε, κούτσουρο στο μυαλό= μωρός, -ή, -ό, χαζός, -ή -ό,

ser muy cazurro para los números, είμαι πολύ χαζός για τα νούμερα

2. οικ, άξεστος, -η, -o, τραχύς, -ιά, -ύ, ακοινώνητος, -η, -ο,

No seas tan cazurro y trata a los invitados con más educación,

Μην είσαι τόσο άξεστος και φέρσου στους καλεσμένους με περισσότερη ευγένεια,

a pesar de su fortuna, es un cazurro, παρόλο την περιουσία του, είναι ένας τραχύς

3. ξεροκέφαλος, -η, -ο, no seas cazurro y cambia tu opinión!,

μην είσαι ξεροκέφαλος και άλλαξε την γνώμη σου

4. μτφ, πρχ που κάνει καζούρα στον άλλον= πονηρός, -ή, -ό,

el niño tenía una sonrisa cazurra, Το αγόρι είχε ένα πονηρό χαμόγελο

cazurro, ra 1. α θ, αγροίκος, -κα

2. χαζός, -ή, βλάκας

3. αγύριστο κεφάλι, πεισματάρης

Scroll to Top