CALIDAD= ΚΑΛΙ-ΔΑΔ> ΚΑΛΟ-ΤΗΤΑ, ΚΛΑΣΗ ΥΛΙΚΟΥ, ΜΗ ΥΛΙΚΟΥ,
ΠΡΧ ΚΑΛΟ-ΦΙΑΧΝΩ, ΝΤΙΣ-ΚΑΛΙΦΙΕ, ΠΡΧ ΚΒΑΝΤΟ ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΟΥ, ΠΡΧ ΚΟΣΤΟΣ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
calidad πρχ καλό-τητα υλικού, άυλου ή κλάση(τητα)= ποιότητα και οι ιδιότητες τους
1. θ, ποιότητα υλική, La calidad del producto es excelente,
Η ποιότητα του προϊόντος είναι εξαιρετική,
una buena relación calidad-precio, μια καλή σχέση ποιότητας-τιμής
Prefiero gastar más por ropa de buena calidad,
Προτιμώ να ξοδεύω περισσότερα για ρούχα καλής ποιότητας,
prefiere la calidad a la cantidad, προτιμάει την ποιότητα από την ποσότητα
2. μτφ, ποιότητα άυλη, Es una persona de gran calidad humana,
Είναι ένα άτομο με μεγάλη ανθρώπινη ποιότητα,
La calidad de la educación en esta escuela es reconocida a nivel nacional,
Η ποιότητα της εκπαίδευσης σε αυτό το σχολείο είναι αναγνωρισμένη σε εθνικό επίπεδο
3. μτφ, ειδικό βάρος, σημασία, βαρύτητα ποιοτική,
es una obra de calidad, είναι ένα έργο ειδικής σημασίας,
la calidad de las acusaciones, το ειδικό βάρος των κατηγοριών,
4. μτφ, κλάση ατόμου επαγγελματικά> ποιότητα επαγγελματική, ιδιότητα,
no le revisan el equipaje por su calidad de diplomático,
δεν ελέγχουν τις αποσκευές του λόγω της διπλωματικής του ιδιότητας
5. κοινωνική ποιότητα, τάξη, κλάση, se relacionaba con gentes que no eran de su calidad, έκανε παρέα με ανθρώπους που δεν ήταν της τάξης του
6. σνθ, calidad de imagen, ποιότητα εικόνας
calidad de vida, ποιότητα ζωής
calidad cromática, ποιότητα χρώματος σε βαφή
calidad borrador, πλφ, εκτύπωση ποιότητας προσχεδίου, (ντραφτ)
7. εκφ, de primera, segunda calidad, πρώτης, δεύτερης ποιότητας
en calidad de, με την ιδιότητα του, της, nos atendió en calidad de abogado de la familia,
μας εξυπηρέτησε με την ιδιότητα του δικηγόρου της οικογένειας,
calidades 1. θ πλ, ηθικές ποιότητες= αρετές, cacareaba sus calidades ante los amigos,
κοκορευόταν τις αρετές του στους φίλους του
calificar πρχ καλη-φιάχνω> καλο-λογώ= λέω πόσο καλό ή σε τι κλάση είναι κάτι
1. ρμ, βαθμολογώ, αξιολογώ φοιτητή, διαγώνισμα, εργασία,
debes calificar todas las redacciones, πρέπει να βαθμολογήσεις όλες τις εκθέσεις,
El profesor tardó en calificar los exámenes finales,
Ο καθηγητής άργησε να βαθμολογήσει τα τελικά διαγωνίσματα,
Voy a calificar tu ensayo después de la reunión,
Θα βαθμολογήσω την έκθεσή σου μετά τη συνάντηση,
calificaron su trabajo de excelente, βαθμολόγησαν την εργασία του με άριστα
2. μτφ, χαρακτηρίζω, No me gusta que me califiquen sin conocerme realmente,
Δεν μου αρέσει να με χαρακτηρίζουν χωρίς να με γνωρίζουν πραγματικά,
¿cómo calificarías este comportamiento?
πώς θα χαρακτήριζες αυτή τη συμπεριφορά;
Calificaron la obra como una de las mejores del año,
Χαρακτήρισαν το έργο ως ένα από τα καλύτερα της χρονιάς
3. αποκαλώ, αποδίδω χαρακτηρισμό, χαρακτηρίζω κάποιον, lo calificaron de ladrón,
τον απεκάλεσαν κλέφτη
4. κατ, θεωρώ ως, χαρακτηρίζω, han calificado el terreno como urbanizable,
χαρακτήρισαν το οικόπεδο ως οικοδομήσιμο
5. γρμ, αναγνωρίζω, προσδιορίζω, los epítetos preceden al nombre y lo califican,
τα επίθετα προηγούνται του ουσιαστικού και το προσδιορίζουν
6. δίνω κλάση, κάλλος, αίγλη σε κάποιον, κάτι, sus últimas palabras calificaron su discurso,
τα τελευταία λόγια του έδωσαν κλάση στην ομιλία του
7. πιστοποιώ, El diploma del CEPE te califica para dar clases de español,
Το δίπλωμα CEPE σε πιστοποιεί για να δίνεις μαθήματα ισπανικών
8. ραντ, πρχ αποδεικνύω νόμιμα την καλή-φιάξη μου= ευγενή μου καταγωγή
calificación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του calificar
2. προσδιορισμός, χαρακτηρισμός, απόδοση χαρακτηρισμού,
La película recibió la calificación de “obra maestra”,
Η ταινία έλαβε τον χαρακτηρισμό ως “αριστούργημα”
2. εκπ, βαθμολογία, Obtuvo una calificación de diez en matemáticas,
Πήρε βαθμολογία δέκα στα μαθηματικά
Una calificación excelente, Μια εξαιρετική βαθμολογία
3. οκν, αξιολόγηση, έκθεση κρίσης, εκτίμηση,
La calificación del riesgo es fundamental en las inversiones,
Η εκτίμηση του ρίσκου είναι θεμελιώδης στις επενδύσεις
4. σνθ, calificación crediticia, οκν, αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας
calificación de solvencia, αξιολόγηση φερεγγυότητας
calificación financiera, χρηματοοικονομική αξιολόγηση
calificable 1. ε, αξιολογήσιμος, -η, -ο, βαθμολογήσιμος, -η, -ο,
El proyecto es calificable según los criterios establecidos,
Το έργο είναι αξιολογήσιμο σύμφωνα με τα καθορισμένα κριτήρια
2. νομ, ταξινομήσιμος, -η, -ο, El delito es calificable como grave,
Το αδίκημα είναι ταξινομήσιμο ως σοβαρό
3. χαρακτηρίσιμος, -η, -ο, Su actitud no es calificable como profesional,
Η στάση του δεν μπορεί να χαρακτηριστεί επαγγελματική
incalificable 1. ε, αχαρακτήριστος, -η, -ο, ακατονόμαστος, -η, -o,
un crimen incalificable, ακατονόμαστο έγκλημα,
un comportamiento incalificable, αχαρακτήριστη συμπεριφορά,
sus actos son incalificables, οι πράξεις του είναι ακατονόμαστες
2. μη αξιολογήσιμος, -η, -ο, βαθμολογήσιμος, -η, -ο
3. μη ταξινομήσιμος, -η, -ο
calificado, da πρχ καλό-φιακτο= με προσόντα, στοιχεία ποιοτικά
1. ε, προσοντούχος, -ος, -o, Es un profesional altamente calificado,
Είναι ένας επαγγελματίας υψηλά προσοντούχος
Un empleado calificado, Ένας προσοντούχος υπάλληλος
la obra no está suficientemente calificada para ganar el premio,
το έργο δεν είναι αρκετά προσοντούχα για να κερδίσει το βραβείο
2. για εργαζόμενο, εξειδικευμένος, -η, -o, es un trabajador calificado,
είναι ένας εργαζόμενος εξειδικευμένος
3. μτφ, με καλό όνομα= περιλάλητος, -η, -o, ξακουστός, -ή, -ó,
es uno de los científicos más calificados de Europa,
είναι ένας από τους επιστήμονες πιο περιλάλητος της Ευρώπης
4. σαν μετοχή, αξιολογημένος, -η, -ο, βαθμολογημένος, -η, -ο, χαρακτηρισμένος, -η, -ο
calificador, ra 1. ε, αξιολογητικός, -η, -ο, βαθμολογητικός, -ή, -ό,
informe calificador, αξιολογητική αναφορά
jurado calificador de un premio, επιτροπή απονομής βραβείου
2. προσδιοριστικός, -ή, -ó, χαρακτηριστικός, -ή, -ό,
Una palabra calificadora, Μια προσδιοριστική λέξη
3. αξιολογητικός, -η, -ο τυπικών προσόντων, test calificador,
αξιολογητική δοκιμή, τεστ τυπικών προσόντων
4. α θ, βαθμολογητής, -ια, αξιολογητής, -ια, εξεταστής, -ια
El profesor actuó como calificador de los ensayos,
Ο καθηγητής λειτούργησε ως αξιολογητής των εκθέσεων
calificativo, va 1. ε, αξιολογητικός, -η, -ο, βαθμολογητικός, -ή, -ό
2. προσδιοριστικός, -ή, -ó, χαρακτηριστικός, -ή, -ό,
empleó duras expresiones calificativas, χρησιμοποίησε σκληρές προσδιοριστικές εκφράσεις
3. γρμ, ποιοτικός, -ή, -ó, προσδιοριστικός, -ή, -ó, χαρακτηριστικός, -ή, -ό,
El adjetivo calificativo es una parte esencial de la oración,
Το προσδιοριστικό επίθετο είναι ένα βασικό μέρος της πρότασης,
adjetivo calificativo, χαρακτηριστικό επίθετο
calificativo 1. α, γρμ, επίθετο, un calificativo injurioso, ένα προσβλητικό επίθετο
un calificativo elogioso, ένα εγκωμιαστικό επίθετο
El calificativo “inteligente” describe muy bien a ese estudiante,
Ο χαρακτηρισμός “έξυπνος” περιγράφει πολύ καλά αυτόν τον μαθητή,
2. χαρακτηρισμός, no merece el calificativo de ladrón,
δεν αξίζει το χαρακτηρισμό του κλέφτη
no encuentro calificativo para describir su actitud,
δε βρίσκω χαρακτηρισμό, λόγια για να περιγράφω τη συμπεριφορά του
Recibió calificativos muy elogiosos por su discurso,
Έλαβε πολύ επαινετικούς χαρακτηρισμούς για την ομιλία του
descalificar πρχ ντε-σκαλιφιέ> αποβάλλω, αποκλείω, απορρίπτω από κάπου,
πρχ αντι> αφαιρώ την καλή φιάξη> φήμη, υπόληψη, όνομα από κάποιον
1. ρμ, αθλ, αποκλείω, αποβάλλω, El atleta fue descalificado por dopaje,
Ο αθλητής αποκλείστηκε λόγω ντόπινγκ,
Lo descalificaron por conducta inapropiada,
Τον απέκλεισαν λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς
2. μτφ, προσβάλλω, δυσφημώ, αμαυρώνω, ακυρώνω κάποιον ή κάτι σαν ανυπόληπτο,
απαξιώνω, sus insultos lo descalifican como persona,
οι προσβολές του τον δυσφήμησαν ως πρόσωπο
ή ρίχνω Χ σε κάποιον, toda la crítica ha descalificado al director por sus declaraciones,
όλοι οι κριτικοί έριξαν Χ, άκυρο στον σκηνοθέτη λόγω των δηλώσεων του
descalificación 1. θ, αθλ, αποκλεισμός, αποβολή, ντισκαλιφιέ,
el empujón a otro corredor le valió la descalificación,
το σπρώξιμο στον άλλο δρομέα του κόστισε την αποβολή
La descalificación del equipo fue por uso de sustancias prohibidas,
Ο αποκλεισμός της ομάδας ήταν λόγω χρήσης απαγορευμένων ουσιών
2. προσβολή, δυσφήμιση, απαξίωση, el escrito estaba lleno de insultos y descalificaciones,
το γραπτό ήταν γεμάτο από προσβολές και δυσφημήσεις,
Cualquier comentario que sea una descalificación, insulto etc. será borrado de inmediato,
Οποιοδήποτε σχόλιο που να είναι απαξίωση, προσβολή κ.λπ. θα διαγραφεί άμεσα
3. νομ, αφαίρεση, La descalificación para ejercer la abogacía fue consecuencia de un delito,
Η αφαίρεση του δικαιώματος άσκησης της δικηγορίας ήταν συνέπεια ενός εγκλήματος
descalificatorio, ria 1. ε, προσβλητικός, -ή, -ó, δυσφημιστικός, -ή, -ó, απαξιωτικός, -ή, -ό,
palabras descalificatorias, λόγια απαξιωτικά
2. αθλ, αποκλειστικός, -ή, -ό, αποβλητικός, -ή, -ό
descalificador, ra 1. ε, προσβλητικός, -ή, -ó, δυσφημιστικός, -ή, -ó, απαξιωτικός, -ή, -ό,
2. αθλ, αποκλειστικός, -ή, -ό, αποβλητικός, -ή, -ό
recalificar 1. ρμ, κατ, χαρακτηρίζω, ορίζω εκ νέου έδαφος για οικοδόμηση, κατασκευή,
recalificar terrenos, una parcela, χαρακτηρίζω εκ νέου αγροτεμάχια, οικόπεδο,
recalificaron una zona verde como urbanizable,
χαρακτήρισαν μια ζώνη πρασίνου ως οικιστική ζώνη
recalificación 1. θ, επανεκτίμηση, εκ νέου χαρακτηρισμός εδάφους οικοδόμησης
ca 1. επφ, οικ, για να δείξεις απιστία, πρχ κά(λα), όχι!, μπα!, ούτε συζήτηση! άσε ρε!
-te digo la verdad -, ca!,
-σου λέω την αλήθεια, -καλά!
calaña πρχ κλάσην ατόμου, πράγματος, είδος, κατηγορία
1. θ, είδος ατόμου, φάρα, τύπος, ράτσα, Es un hombre de mala calaña,
Είναι ένας άνθρωπος από χαμηλή κλάσην> ποιότητας, κακή φάρα,
es un tipo de mala calaña con el que nadie quiere tener relación,
είναι ένας τύπος κακής ράτσας με τον οποίο κανείς δεν θέλει να έχει σχέση,
no me junto con los de su calaña, δε συναναστρέφομαι άτομα του είδους του,
Para mí y para los de mi calaña, es una especie de héroe,
Για εμένα και για αυτούς του είδους μου, είναι ένα είδος ήρωα
2. για κάτι, είδος, τύπος, no entraremos en cuestiones de tal calaña,
δεν θα μπούμε σε ζητήματα τέτοιου είδους
3. δείγμα, μορφή, πρότυπο από κάτι
4. μτφ, πρχ καλάνια> καλαμιά= βεντάλια κακής ποιότητας με σκελετό από καλάμι
cual, cuales πρχ κουαλ> κλάση σε κάτι> οποίο
1. αναφορική αντωνυμία με άρθρο, εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις, παραπέμποντας σε κάτι, κάποιον που έχει ήδη αναφερθεί, o οποίος, η οποία, το οποίο,
El libro, el cual me prestaste, es muy interesante,
Το βιβλίο, το οποίο μου δάνεισες, είναι πολύ ενδιαφέρον,
llegó con sus padres, los cuales traían numerosos regalos,
έφτασε με τους γονείς του, οι οποίοι έφεραν πολυάριθμα δώρα,
La casa en la cual vivía ya no existe, Το σπίτι στο οποίο ζούσε δεν υπάρχει πια,
al, a la cual, στον οποίο, στην οποία, στο οποίο,
el amigo al cual confié mi secreto, o φίλος στον οποίο εμπιστεύτηκα το μυστικό μου
del, de la cual για τον οποίο, για την οποία, για το οποίο,
la chica de la cual te hablé, η κοπέλα για την οποία σου μίλησα,
de Ιο cual, για το οποίο,
después de lo cual, μετά από το οποίο,
en el, la cual, στον οποίο στην οποία, στο οποίο, el sitio en el cual me encuentro,
το μέρος στο οποίο βρίσκομαι
lo cual, το οποίο, για να αναφερθεί σε γεγονός πριν αναφερόμενο,
Pensaron en ir al parque, lo cual me pareció una buena idea,
Σκέφτηκαν να πάνε στο πάρκο, το οποίο μου φάνηκε μια καλή ιδέα,
por lo cual, για το οποίο, γι’ αυτό το λόγο, εξαιτίας του οποίου,
esta palabra tiene varios significados, por lo cual es difícil traducirlo,
αυτή η λέξη έχει πολλές σημασίες, γι’ αυτό είναι δύσκολο να το μεταφράσεις,
sin lo cual, χωρίς το οποίο, sin lo cual no hubiera sido posible,
χωρίς το οποίο δεν θα ήταν δυνατόν
2. χωρίς άρθρο, τέτοιος όπως, τέτοια όπως, τέτοιο όπως,
epidemias cuales se propagaban en la Edad Media habrá pocas,
επιδημίες όπως αυτές που μεταδίδονταν στο Μεσαίωνα δεν θα υπάρχουν πολλές
cada cual, ο καθένας, η καθεμία, το καθένα
3. ποι, όπως, σαν, La luna brillaba cual espejo en la noche,
Το φεγγάρι έλαμπε σαν καθρέφτης τη νύχτα
4. εκφ, a cada cual lo suyo, στον καθένα το δικό του, o καθένας παίρνει ó, τι του αναλογεί,
περί ορέξεως, κολοκυθόπιτα, Una ley electoral justa daría a cada cual lo suyo,
ένας δίκαιος εκλογικός νόμος θα έδινε στον καθένα ό, τι του αναλογεί
cual 1. επρ, όπως, cual el padre, tal el hijo, όπως ο πατέρας, τέτοιος ο γιός,
cual se lo cuento, όπως σας το λέω
2. εκφ, ταλε-κουαλε= tal cual, έτσι όπως, Se comporta tal cual es,
Συμπεριφέρεται έτσι όπως είναι
cuál 1. Ως ερωτηματική αντωνυμία για πράγματα, ποιος, ποια, ποιο,
¿Cuál prefieres, este o aquel?, Ποιο προτιμάς, αυτό ή εκείνο;
¿Cuál es tu color favorito?, Ποιο είναι το αγαπημένο σου χρώμα;
¿cuál es el camino más corto? ποιος είναι o πιο σύντομος δρόμος;
¿cuál te gusta más? ποιο προτιμάς;
2. αναφερόμενο σε άτομα, ποιος, ποια, ποιο, ¿cuál de los cinco llegará primero?
ποιος από τους πέντε θα φτάσει πρώτος;
3. για να δώσω έμφαση στο αναφερόμενο, φαντάσου τι, ποιος, ποια, ποιο
4. εκφ, cuál… cuál, αόριστη αναφορική αντωνυμία, κάποιος, άλλος,… κάποιος, άλλος,
ayudaron todos, cuál más, cuál menos, a encontrar la solución,
βοήθησαν όλοι, κάποιος περισσότερο, κάποιος λιγότερο, να βρεθεί η λύση
a cuál más, mejor, o καθ-ένας, η μία, το ένα είναι πιο, περισσότερο…. από τον, την, το άλλο,
Las flores del jardín son hermosas, a cual más colorida,
Τα λουλούδια στον κήπο είναι όμορφα, το ένα πιο πολύχρωμο από το άλλο
Había tres postres en la mesa, a cual más delicioso,
Υπήρχαν τρία γλυκά στο τραπέζι, το καθένα πιο νόστιμο από το άλλο
cuál 1. επρ, για να δώσει έμφαση, πώς, Veréis cuál andan de una parte a otra inquietos,
θα δείτε πώς περπατούν από την μια πλευρά στην άλλη ανήσυχοι
cuyo, ya 1. από cual, αναφορική αντωνυμία, του οποίου, της οποίας, του οποίου,
La casa cuyo techo está pintado de azul, es muy antigua,
Το σπίτι της οποίας η στέγη είναι βαμμένη μπλε, είναι πολύ παλιό,
los autores cuyos libros has leído, οι δημιουργοί των οποίων τα βιβλία έχεις διαβάσει,
El profesor, cuyos alumnos ganaron el premio, está muy orgulloso,
Ο καθηγητής, των οποίων οι μαθητές κέρδισαν το βραβείο, είναι πολύ περήφανος,
Los coches cuyos motores son eléctricos, son más ecológicos,
Τα αυτοκίνητα των οποίων οι κινητήρες είναι ηλεκτρικοί, είναι πιο οικολογικά
2. μετά από πρόθεση, του οποίου, της οποίας, στου οποίου,
el cuarto en cuyo fondo está la chimenea, το δωμάτιο στο βάθος του οποίου είναι το τζάκι, el libro en cuya portada… το βιβλίο στο εξώφυλλο του οποίου….
3. εκφ, en cuyo caso, στην περίπτωση του οποίου
cualquiera, cualesquiera y cualesquier
1. ε, αόριστη αναφορική αντωνυμία, μπροστά από ουσιαστικό γίνεται cualquier
οποιοσδήποτε, οποιαδήποτε, οποιοδήποτε, a cualquier hora, σε οποιαδήποτε ώρα,
La bomba va a estallar en cualquier momento, Η βόμβα θα εκραγεί από στιγμή σε στιγμή,
en cualquier lugar, σε οποιοδήποτε μέρος
en cualquier lado, σε οποιοδήποτε μέρος, οπουδήποτε
hace las cosas de cualquier manera, κάνει τα πράγματα όπως όπως
2. μετά από ουσιαστικό, συνηθισμένος, -η, -o, un sitio cualquiera, ένα συνηθισμένο μέρος no es un director cualquiera, δεν είναι ένας συνηθισμένος σκηνοθέτης
3. κάθε, cualquier hombre inteligente lo sabe, κάθε έξυπνος άνθρωπος το γνωρίζει
4. οποιοσδήποτε, οποιαδήποτε, οποιοδήποτε, ο καθένας, η καθεμία, το καθένα,
cualquiera puede hacerlo, o καθένας μπορεί να το κάνει
ή όποιος, -α, -ο να ‘ναι, que lo haga cualquiera, pero pronto,
ας το κάνει ο όποιος να ‘ναι, αλλά σύντομα
cualquiera que, για άτομο, οποιοσδήποτε, οποιαδήποτε, οποιοδήποτε που,
ή για πράγμα, οποιοσδήποτε, οποιαδήποτε, οποιοδήποτε, ή όποιο, -α, να ‘ναι,
Se encargan de cualquier situación, αναλαμβάνουν για οποιαδήποτε κατάσταση
Dame un vaso cualquiera, δώσε μου ένα ποτήρι όποιο να ‘ναι
5. εκφ, cualquiera lo diría, ποιος θα το έλεγε
cualquiera 1. α, για άτομο, οποιοσδήποτε, καθένα, Eso le puede suceder a cualquiera,
Αυτό μπορεί να συμβεί στον καθένα
cualquiera 1. α θ, υτμ, ο, η οποιοσδήποτε= αναφερόμενο σε άτομο, πουθενάς,
un, una cualquiera, ένας, μια πουθενάς, μηδενικό, τιποτένιος, τιποτένια,
ser un cualquiera, είναι ένας πουθενάς
2. θ, υτμ, γυναίκα ελαφρών ηθών, πόρνη, ξετσίπωτη, γύναιο, γυναικάριο,
Se comportan como unas cualquieras, συμπεριφέρονται σαν μερικά γύναια
cualidad πρχ καλό-τητα που έχει κάτι, στοιχείο που το διακρίνει
1. θ, για άτομο, πράγμα, ιδιότητα, προσόν, χαρακτηριστικό, στοιχείο της φύσης του,
La paciencia es una cualidad importante en un maestro,
Η υπομονή είναι ένα σημαντικό προσόν για έναν δάσκαλο,
El acero tiene cualidades de resistencia y durabilidad,
Ο χάλυβας έχει ιδιότητες αντοχής και ανθεκτικότητας,
La sinceridad es una cualidad que valoro mucho en las personas,
Η ειλικρίνεια είναι μια ιδιότητα που εκτιμώ πολύ στους ανθρώπους
tiene buenas cualidades para ser un gran músico,
έχει καλά προσόντα για να γίνει ένας μεγάλος μουσικός
cualificar πρχ καλο-φιάχνω> φιάχνω κάποιον με προσόν για κάτι
ή αναφέρω τα καλά> προσόντα που έχει
1. ρμ, καλο-λογώ> αξιολογώ, βαθμολογώ ποιότητα, ποιολογώ,
Es difícil cuantificar y cualificar las desigualdades sociales,
Είναι δύσκολο να ποσοτικοποιήσεις και να αξιολογήσεις τις κοινωνικές ανισότητες
El informe cualifica el desempeño del equipo como excelente,
Η αναφορά αξιολογεί την απόδοση της ομάδας ως εξαιρετική
2. Κάνω κάποιον κατάλληλο ή εξειδικευμένο, εκπαιδεύω, καταρτίζω, προσοντο-ποιώ,
Este curso te cualifica para trabajar como técnico en informática,
Αυτό το μάθημα σε καθιστά κατάλληλο να εργαστείς ως τεχνικός πληροφορικής
cualificación 1. θ, προσόν, εκπαίδευση, κατάρτιση, εξειδίκευση,
La inmensa mayoría de estos parados tiene baja cualificación profesional,
Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των ανέργων έχει χαμηλά επαγγελματικά προσόντα
La cualificación del candidato es excelente, Τα προσόντα του υποψηφίου είναι εξαιρετικά
El gobierno está ofreciendo programas de cualificación profesional,
Η κυβέρνηση προσφέρει προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης
2. αξιολόγηση, βαθμολόγηση, La cualificación del producto fue de cinco estrellas,
Η αξιολόγηση του προϊόντος ήταν πέντε αστέρια
3. τίτλος σπουδών, πρακτική, εφόδιο επαγγελματικό,
Mi cualificación me permite trabajar como dentista en mi país,
Ο τίτλος σπουδών μου μου επιτρέπει να εργαστώ ως οδοντίατρος στη χώρα μου
cualificado, da 1. ε, εξειδικευμένος, -η, -ο, ειδικευμένος, -η, -ο, κατηρτισμένος, -η, -ο,
που διαθέτει τα κατάλληλα προσόντα, εμπεριστατωμένος, -η, -ο,
está cualificado para ocupar la dirección,
είναι κατηρτισμένος για να καλύψει την θέση διευθυντή,
un cualificado experto, ένας ειδικευμένος εμπειρογνώμονας,
profesional cualificado, επαγγελματίας εξειδικευμένος,
una opinión cualificada, μία εμπεριστατωμένη γνώμη,
2. αρμόδιος, -α, -ο με γνώση για κάποιο θέμα, No estoy cualificado para discutir de eso,
Δεν είμαι αρμόδιος για να συζητήσω για αυτό
cualitativo, va 1. ε, ποιοτικός, -ή, -ó, análisis cualitativo, ποιοτική ανάλυση,
una mejora cualitativa y cuantitativa, μια ποιοτική και ποσοτική βελτίωση
cualitativamente 1. επρ, ποιοτικά, ποιοτικώς
cuando πρχ κ-ουάντο> όταν
1. επρ, για χρόνο, όταν, Cuando llegues, avísame, Όταν φτάσεις, ενημέρωσέ με,
Estaba dormido cuando empezó a llover, Ήμουν κοιμισμένος όταν άρχισε να βρέχει
ocurrió cuando yo nací, συνέβηκε όταν εγώ γεννήθηκε
para cuando llegamos, el partido ya había acabado,
όταν φτάσαμε, το ματς είχε πια τελειώσει
2. για να υποδηλώσει μια συνθήκη, κατάσταση, πράξη,
Cuando hay tráfico, siempre llego tarde, Όταν υπάρχει κίνηση, πάντα αργώ,
cuando me agacho, me duele la espalda, όταν σκύβω με πονάει η πλάτη μου
cambia mucho de cuando está de buen humor a cuando está enfadado,
αλλάζει πολύ απ’ όταν, ανάλογα εάν είναι καλοδιάθετος ή όταν είναι κακοδιάθετος
de cuando en cuando, de vez en cuando, μερικές φορές, πότε-πότε
nos gustaría ir al cine de cuando en cuando, θα μας άρεσε να πάμε στο σινεμά πότε-πότε
cuando 1. όταν σαν αιτιολογικός σύνδεσμος= αν, αφού, εφ’ όσον,
no insistiré, cuando yo misma te lo expliqué ya,
δεν θα επιμείνω, όταν> αφού εγώ η ίδια σου το εξήγησα ήδη
cuando se queja, por algo será, εφ’ όσον διαμαρτύρεται, για κάτι θα είναι,
no será tan malo cuando ha vendido tantos ejemplares,
δεν θα είναι τόσο κακό από τη στιγμή που έχει πουλήσει τόσα αντίτυπα
2. για σύγκριση, όταν στην πραγματικότητα, ενώ, αν και,
siempre está protestando, cuando es el que más oportunidades recibe,
πάντα διαμαρτύρεται, ενώ είναι αυτός που έχει τις περισσότερες ευκαιρίες
cuando 1. πρθ, όταν, τότε που, την εποχή που, κατά την διάρκεια, σαν,
Yo, cuando niño, vivía en Cáceres, Εγώ, σαν, όταν (ήμουν) παιδί, ζούσα στο Κάθερες,
Cuando la famosa catástrofe, todos fuimos solidarios,
Όταν (έγινε) η διάσημη καταστροφή, όλοι υπήρξαμε αλληλέγγυοι
2. εκφ, cuando más, cuando mucho, το πολύ,
cuando más, te esperaré cinco minutos, το πολύ, θα σε περιμένω πέντε λεπτά,
cuando más vuelve para la hora de cenar, το πολύ θα γυρίσει για την ώρα του δείπνου,
cuando menos, τουλάχιστον, το λιγότερο, nos harán falta cuando menos 3 horas,
θα χρειαστούμε τουλάχιστον 3 ώρες
cuando menos acércate y saluda, es por simple educación,
τουλάχιστον πλησίασε και χαιρέτα, είναι για απλή ευγένεια
cuando no, όταν όχι> αν δεν συμβαίνει το πρώτο μέρος της πρότασης= ειδάλλως, αλλιώς,
el resultado deberá ser satisfactorio, cuando no, remodelaremos el sistema,
το αποτέλεσμα θα πρέπει να είναι ικανοποιητικό, αλλιώς, θα αναμορφώσουμε το σύστημα
cuando quiera que 1. εκφ, όταν θελήσει να= οποτεδήποτε κι αν,
cuando quiera que vengas, serás bien recibida,
οποτεδήποτε κι αν έρθεις θα είσαι ευπρόσδεκτη
cuándo (με τόνο) 1. επρ, πότε, ¿cuándo vienes? πότε έρχεσαι;
¿Cuándo llegas a casa? Πότε επιστρέφεις σπίτι;
¿Cuándo es la reunión? Πότε είναι η συνάντηση;
¿de cuándo es este periódico? από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;
¿desde cuándo vives en Madrid? από πότε μένεις στη Μαδρίτη;
¿para cuándo estará arreglado? για πότε θα είναι έτοιμο;
2. επφ, πότε!, ¡Cuándo acabará todo!, πότε θα τελειώσει όλο (αυτό)!
3. εκφ, cuándo… cuándo, πότε (το ένα).. .πότε (το άλλο),
cuándo jugando con los animales, cuándo correteando por el pueblo,
πότε παίζοντας με τα ζώα, πότε τρέχοντας στο χωριό
cuándo 1. α, το πότε, dime el cómo y el cuándo de tu decisión,
πες μου το πώς και το πότε της απόφασης σου
Στη φυσική, ο όρος κβάντο ή κβάντουμ αναφέρεται σε μια αδιάστατη μονάδα ποσότητας, ένα «ποσό από κάτι» και οι ιδιότητες τους
cuanto 1. α, φσκ, κβάντο
cuanta 1. α πλ, φσκ, κβάντα
cuantía 1. θ, ποσό, va a subir la cuantía del subsidio de desempleo,
πρόκειται να αυξηθεί το ποσό του επιδόματος ανεργίας
2. ποσότητα, έκταση, μέγεθος, διάσταση, ύψος χρηματικό,
todavía no se conoce la cuantía de los daños causados por el terremoto,
ακόμα δεν είναι γνωστή η έκταση των ζημιών που προκλήθηκαν από το σεισμό
El tribunal decidirá la cuantía de la indemnización,
Το δικαστήριο θα αποφασίσει για το ύψος της αποζημίωσης
La aseguradora evaluó la cuantía de los daños en la vivienda,
Η ασφαλιστική εταιρεία αξιολόγησε το μέγεθος των ζημιών στο σπίτι
3. αξία ατόμου, es una mujer de gran cuantía, είναι μια γυναίκα μεγάλης αξίας
4. εκφ, de mayor, menor cuantía, μεγαλύτερης, μικρότερης σπουδαιότητας,
ήσσονος, μείζονος σημασίας
cuántica 1. θ, κβαντομηχανική
cuántico, ca 1. ε, φσκ, κβαντικός, -ή, -ó
cuantificar 1. ρμ, ποσοτικοποιώ, εκφράζω ποσοτικά ένα μέγεθος,
la comisión cuantificó las pérdidas que ocasionó el tornado,
η επιτροπή έκφρασε ποσοτικά τις απώλειες που προκάλεσε ο ανεμοστρόβιλος
2. φσκ, εκφράζω σε κβάντα
3. φλφ, ποσοτικοποιώ
cuantificación 1. θ, ποσοτικοποίηση, ποσόστωση
2. φσκ, κβαντοποίηση
3. φλφ, ποσοτικοποίηση
cuantificable 1. ε, ποσοτικά υπολογίσιμος, -η, -o
cuantioso, sa 1. ε, μεγάλος, -η, -ο σε ποσότητα υλικών ή χρημάτων, άφθονος, -η, -ο, σημαντικός, -ή, -ó, una cuantiosa suma de dinero, ένα σημαντικό ποσό χρημάτων,
Recibió una cuantiosa herencia de su abuelo,
Έλαβε μια μεγάλη κληρονομιά από τον παππού του
Un beneficio cuantioso, Ένα μεγάλο κέρδος
2. Πολλαπλός, -ή, -ό, πολυάριθμος, -η, -ο συμμετέχοντες, αντικείμενα σε κάτι,
Hubo un cuantioso público en el concierto, Υπήρχε πολυάριθμο κοινό στη συναυλία
La manifestación contó con una asistencia cuantiosa,
Η διαδήλωση είχε πολυάριθμη συμμετοχή
3. Σημαντικός, -ή, -ό σε αξία ή επίδραση, εκτεταμένος, -η, -o,
Las pérdidas económicas fueron cuantiosas debido a la crisis,
Οι οικονομικές απώλειες ήταν σημαντικές λόγω της κρίσης
el ejército aliado sufrió cuantiosas bajas humanas,
o συμμαχικός στρατός υπέστη εκτεταμένες ανθρώπινες απώλειες,
Pérdidas cuantiosas, Σημαντικές απώλειες,
Las lluvias causaron daños cuantiosos en la región,
Οι βροχές προκάλεσαν σημαντικές ζημιές στην περιοχή
cuantiosamente 1. επρ, ποσοτικά πολύ, En cualquier caso, si nieva, no será cuantiosamente,
Σε κάθε περίπτωση, αν χιονίσει, δεν θα είναι πολύ, βαρύ
2. σημαντικά, αξιοσημείωτα, muchos condenados ven reducidas cuantiosamente sus penas,
πολλοί κατάδικοι βλέπουν μειωμένες σημαντικά τις ποινές τους
han incrementado cuantiosamente sus ventas, έχουν αυξήσει σημαντικά τις πωλήσεις τους
cuantitativo, va 1. ε, ποσοτικός, -ή, -ó, análisis cuantitativo, ποσοτική ανάλυση,
una mejora cualitativa y cuantitativa, μια ποιοτική και ποσοτική βελτίωση
cuantitativamente 1. επρ, ποσοτικά, ποσοτικώς
cuantimás 1. επρ, οικ, πόσο μάλλον, όσο περισσότερο
alicuanta 1. ε, μαθ, parte alicuanta, ακέραιος αριθμός που δεν είναι διαιρέτης ενός άλλου ακεραίου
cantidad 1. θ, κβαντο-τητα> ποσό= Ποσότητα υλικών ή αφηρημένων πραγμάτων,
Necesito una gran cantidad de agua para cocinar,
Χρειάζομαι μεγάλη ποσότητα νερού για το μαγείρεμα,
el amor es un concepto que no tiene cantidad,
η αγάπη είναι μια έννοια που δεν έχει ποσότητα
Una cantidad importante de trabajo,
Μια σημαντική ποσότητα δουλειάς
2. ποσό χρημάτων, me deben una cantidad astronómica,
μου οφείλουν ένα ποσό αστρονομικό
3. πολλή ποσότητα, αφθονία από κάτι, en la bodega queda cantidad de vino,
υπάρχει άφθονο κρασί στην κάβα,
¡había una cantidad de gente! υπήρχε μια κοσμοσυρροή!
hubo cantidad de asistentes, υπήρξε πλήθος από θεατές,
me hicieron cantidad de regalos, μου έκαναν ένα σωρό δώρα
4. αριθμός, suma estas dos cantidades, πρόσθεσε αυτούς τους δύο αριθμούς
5. ποσότητα, δόση, con este detergente no es necesario poner tanta cantidad,
με αυτό το απορρυπαντικό δεν είναι αναγκαίο να βάλεις τόση ποσότητα
6. φων, γρμ, διάρκεια εκφοράς φωνήεντος, προσωδία
7. σνθ, cantidad a cuenta, προκαταβολή, puede dejar una cantidad a cuenta,
μπορείτε να αφήσετε μια προκαταβολή
cantidad alzada, κατ’ αποκοπήν ποσό
8. εκφ, en cantidad, σε μεγάλη ποσότητα
en cantidades industriales, οικ, σε ποσότητες βιομηχανικές= τεράστιες ποσότητες
cantidad 1. επρ, οικ, πάρα πολύ, τρομερά, le gusta cantidad, του αρέσει τρομερά
me duele cantidad, πονάει τρομερά
nos reimos cantidad, γελάσαμε με την καρδιά μας, απίστευτα, ξεραθήκαμε στο γέλιο
en cantidad, σε ποσότητα= πάρα πολύ, απίστευτα, come en cantidad, τρώει πάρα πολύ
cuánto, ta 1. ε, πόσος, -η, -o, ¿cuánto dinero necesitas?, πόσο χρήμα χρειάζεσαι;
¿cuántas te hacen falta?, πόσες σου χρειάζονται;
¿cuánta gente acudió a la fiesta? πόσος κόσμος πήγε στη γιορτή;
No sé cuánto tiempo va a tardar, Δεν ξέρω πόσο χρόνο θα πάρει
2. επφ, πόσος, -η, -o, ¡cuántas faldas tienes! πόσες φούστες έχεις!
¡cuánto tiempo hace que no la veo! πόσον καιρό έχω να την δω!
¡cuánta gente ha venido!, πόσος κόσμος έχει έρθει!
cuánto, ta 1. αντωνυμία, πόσος, -η, -α, ¿cuántos son? πόσοι είναι;
¿a cuánto están los tomates? πόσο κάνουν οι ντομάτες;
¿a cuánto estamos hoy? πόσο έχουμε σήμερα;
¿por cuánto me saldrá la reparación? πόσο θα μου στοιχίσει η επισκευή;
¿cada cuánto hay una gasolinera? κάθε πόσα χιλιόμετρα έχει βενζινάδικο;
¿Cuánto falta para llegar? Πόσο μένει για να φτάσουμε;
cuanto, ta 1. ε, όσος, -η, -o, se comió cuantos pasteles había sobre la mesa,
κατέφαγε όσα κέικ υπήρχαν στο τραπέζι
2. με επίρρημα, όσο περισσότερο, cuantos más amigos traigas, mejor,
όσο περισσότερους φίλους φέρεις, τόσο το καλύτερο,
3. με άρθρο, μερικός, -ή, -ό, necesitaré unas cuantas hojas, θα χρειαστώ μερικά φύλλα
unos cuantos amigos, μερικοί φίλοι
cuanto, ta 1. αντωνυμία, όσος, -η, -o, cuantos la conocían la odiaban,
όσοι την γνώριζαν την μισούσαν
todos cuantos, όλους όσους, invitó a todos cuantos estaban,
κέρασε όλους όσους βρισκόντουσαν εκεί,
cuanto más, όσα περισσότερα, cuanto más se tiene, más se quiere,
όσα περισσότερα έχει, τόσα περισσότερα θέλει
ή cuanto más, με tan, tanto más, cuanto más dinero se tiene, tanto más se desea,
όσο περισσότερο χρήμα αποκτά, τόσο περισσότερο επιθυμεί
cuanto menos, cuanto menos nos distraigas, mejor,
όσο λιγότερο μας αποσπάς την προσοχή τόσο το καλύτερο
cuanto antes, όσο νωρίτερα, το συντομότερο δυνατόν,
cuanto antes empecemos, antes acabaremos,
όσο νωρίτερα ξεκινήσουμε, τόσο νωρίτερα θα τελειώσουμε
hazlo cuanto antes, κάν’ το το συντομότερο δυνατόν.
2. en cuanto, ως, με την ιδιότητα, en cuanto cabeza de familia, ως αρχηγός της οικογένειας
3. en cuanto a, όσον αφορά σε, en cuanto a tu petición, όσον αφορά στο αίτημά σου
ésta es mi opinión en cuanto al asunto de las vacaciones,
αυτή είναι η γνώμη μου όσον αναφορά στο θέμα των διακοπών
4. en cuanto, μόλις, ven en cuanto puedas, έλα μόλις μπορέσεις,
vine a verte en cuanto llegué, ήρθα να σε δω μόλις έφτασα
por cuanto, εφ’ όσον, no tienes ninguna obligación, por cuanto no te comprometiste a nada,
δεν έχεις καμία υποχρέωση, εφ’ όσον δεν δεσμεύτηκες σε τίποτα
cuan 1. επρ, αποκοπή του cuanto, πόσο, no puedes imaginarte cuan cansadο estoy,
δεν μπορείς να φανταστείς πόσο κουρασμένος είμαι
cayó cuan largo era, έπεσε φαρδύς-πλατύς
tan… cuan, τόσο… όσο, el castigo será tan grande cuan grave fue la culpa,
η τιμωρία θα είναι τόσο μεγάλη όσο σοβαρό ήταν το φταίξιμο
cuan… tan όσο… τόσο, cuan bueno era el padre, tan malo es el hijo,
όσο καλός ήταν o πατέρας, τόσο κακός είναι ο γιος
cuán 1. επρ, επφ, για έμφαση, πόσο, τι, ¡cuán cansado estoy de todo eso!
πόσο κουρασμένος είμαι από όλο αυτό!
¡cuán hermoso es! τι όμορφος που είναι!
¡cuán pronto pasan los años! πόσο γρήγορα περνούν τα χρόνια!
cociente πρχ cuánto> cociente > πόσες φορές χωρά σε διαίρεση αριθμός
1. α, μαθ, πηλίκο, λόγος
2. σνθ, cociente intelectual, δείκτης ευφυΐας, νοημοσύνης
cuota πρχ από cuanto> ποσό ή κουοτα> κόστος για κάτι ή κομμάτι αναλογικό
1. θ, εισφορά, συνδρομή, ποσό που καταβάλλεται περιοδικά για υπηρεσίες, μέλη, δάνειο,
Debo pagar la cuota mensual del gimnasio,
Πρέπει να πληρώσω τη μηνιαία συνδρομή του γυμναστηρίου,
La cuota del préstamo es de 200 euros al mes,
Η δόση του δανείου είναι 200 ευρώ το μήνα
ή μτφ, κομμάτι, συνεισφορά σε μια συλλογική προσπάθεια,
Cada miembro puso su cuota de trabajo para que el proyecto se completara a tiempo,
Κάθε μέλος έδωσε τη δική του συνεισφορά ώστε να ολοκληρωθεί το έργο εγκαίρως
2. για εφορία, αναλογία φόρου, cuota tributaria, φορολογικός συντελεστής,
si la base imponible es de 100 € y el tipo de IVA es del 21 %, la cuota tributaria será de 21 € (0,21 de IVA x 100 de base imponible),
Εάν η φορολογική βάση είναι 100 € και ο συντελεστής ΦΠΑ 21%, ο φορολογικός συντελεστής θα είναι 21 € (0,21 ΦΠΑ x 100 φορολογική βάση)
3. έξοδο, δαπάνη για κάτι
4. μερίδιο, Cada socio debe aportar su cuota de participación en el proyecto,
Κάθε εταίρος πρέπει να συνεισφέρει το μερίδιό του στο έργο
5. οκν, ποσόστωση, ποσοστό, τέλος, εισφορά, συνδρομή
6. για να περιγράψει όριο, καθορισμένο αριθμό, π.χ., θέσεις, ποσόστωση, ποσοστό,
La universidad establece una cuota para estudiantes internacionales,
Το πανεπιστήμιο ορίζει μια ποσόστωση για διεθνείς φοιτητές,
Hay una cuota limitada de entradas para el evento,
Υπάρχει περιορισμένος αριθμός εισιτηρίων για την εκδήλωση
7. σνθ, cuota de abono, ποσό συνδρομής
cuota de admisión, ποσό εγγραφής
cuota de ingreso, ποσό εγγραφής
cuotas de la Seguridad Social, ασφαλιστικές εισφορές
cuota de conexión, έξοδα σύνδεσης
cuota de inscripción, έξοδα εγγραφής
cuota de mercado, μερίδιο αγοράς
cuota de pantalla, δείκτης ακροαματικότητας
cuota de producción, ποσόστωση παραγωγής
cuota láctea, ποσόστωση γάλακτος
cuota pesquera, ποσόστωση αλιευμάτων
cuotas fijas o variables, σταθερές ή μεταβλητές δόσεις
alícuota 1. ε, πρχ αλλο-κόστος> ίσο κόστος για όλους= αναλογικός, -ή, -ό,
reparto alícuota de beneficios, μοιρασιά αναλογική των κερδών
2. μαθ, πρχ ολο-κόμματο= διαιρετικός, -ή, -ό, που διαιρεί αριθμό και δεν αφήνει υπόλοιπο, parte alícuota, διαιρέτης, una parte alícuota de ocho es dos, ένας διαιρέτης του 8 είναι το 2
cotizar πρχ κοστίζω και οι ιδιότητες τους, πληρώνω κόστος, εισφορά, συνδρομή σε κάτι, πρχ εκτιμώ κόστος, αξία σε κάτι
1. ρμ, πληρώνω εισφορά, συνδρομή, desde hace tres años cotiza al colegio de abogados,
εδώ και τρία χρόνια πληρώνει συνδρομή στο σωματείο των δικηγόρων,
2. καταβάλω εισφορά, cotiza un cinco por ciento de su salario a la seguridad social, καταβάλει ένα πέντε τοις εκατό του μισθού του ως εισφορά στην κοινωνική ασφάλιση
3. χρμ, βάζω κόστος μετοχής> αξία ή φτάνει ύψος σε κόστος= αξία, τιμή, αξίζω, κοστίζω,
διαπραγματεύομαι κόστος μετοχών, La compañía cotiza en la Bolsa de Madrid,
Η εταιρεία διαπραγματεύεται στο Χρηματιστήριο της Μαδρίτης,
las acciones de la empresa cotizan cinco enteros menos que ayer,
οι μετοχές της εταιρείας κοστίζουν, αξίζουν πέντε μονάδες λιγότερο σε σχέση με χθες
4. βάζω κόστος, τιμή, αξία σε προϊόν, εκτιμώ, El tasador cotizó las joyas en 300 euros,
Ο εκτιμητής εκτίμησε τα κοσμήματα στα 300 ευρώ
5. ρα, πληρώνω, δίνω χρήματα, καταβάλω εισφορές για κάτι,
He cotizado durante 20 años en el sistema de pensiones,
Έχω συνεισφέρει για 20 χρόνια στο συνταξιοδοτικό σύστημα
6. χρμ, κοστίζω σαν μετοχή, έχω αξία, διαπραγματεύομαι, sus acciones cotizan a 10 euros,
οι μετοχές του έχουν αξία 10 ευρώ η μία
7. ραντ, χρμ, κοστολογούμαι σαν μετοχή, εκτιμώμαι, αποτιμώμαι,
estos valores se cotizan a 10 euros, η αξία των μετοχών αυτών αποτιμάται στα 10 ευρώ
8. μτφ, για γνώσεις, ικανότητες, κοστολογούμαι υψηλά στην αγορά, εκτιμώμαι,
el conocimiento del inglés se cotiza mucho hoy en día,
η γνώση αγγλικών εκτιμάται πολύ στις ημέρες μας
cotización 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του cotizar
2. εισφορά, συνδρομή, la cotización a la Seguridad Social se realiza mensualmente,
η εισφορά στην κοινωνική ασφάλεια πραγματοποιείται μηνιαίως
3. κοστολόγηση, τιμή προϊόντος
4. χρμ, αξία, τιμή μετοχής, la cotización de las acciones de esa empresa ha bajado mucho,
η αξία των μετοχών αυτής της εταιρίας έχει κατέβει πολύ
ή αξία, τιμή σε κάτι, ha mejorado la cotización del euro, έχει ανέβει η τιμή του ευρώ
el barril de petróleo alcanzó una cotización de 60 dólares,
το βαρέλι πετρελαίου έφτασε μια τιμή των 60 δολαρίων
ή προσφορά τιμής
5. μτφ, αξία, su cotización como escritor ha aumentado tras su último libro,
η αξία του ως συγγραφέας έχει ανέβει πολύ μετά το τελευταίο του βιβλίο
6. σνθ, cotización al cierre, χρμ, κλείσιμο τιμών (χρηματαγοράς)
cotización inicial, de apertura, άνοιγμα τιμών (χρηματαγοράς)
cotizado, da 1. χρμ, που κοστίζει> εισηγμένος, -η, -o, acción cotizada, μετοχή εισηγμένη
2. μτφ, για άτομο, κοστολογημένος υψηλά= περιζήτητος, -η, -o, καταξιωμένος, -η, -o,
es una soprano muy cotizada, είναι μια σοπράνο πολύ καταξιωμένη,
es un cirujano estético muy cotizado, είναι ένας καταξιωμένος πλαστικός χειρούργος
este empleado está muy cotizado, αυτός o υπάλληλος χαίρει μεγάλης εκτίμησης
3. ερλ, πρχ κο(μμα)τιαστός, -ή, -ό= που φέρει λωρίδα, ταινία ή κανόνα
cotizante 1. ε, α θ, συνεισφέρων, -ουσα, -ον, συνδρομητής, -ια
cotizable 1. ε, χρμ, εισηγμένος, -η, -o, valores no cotizables, μη εισηγμένοι τίτλοι
2. για εφορία, από πληρωμή κόστους εισφοράς= ανταποδοτικός, -ή, -ό,
Art. 143. – Límite de el salario cotizable. Se establece un salario cotizable máximo equivalente a diez (10) salarios mínimos nacional,
Άρθρο 143. – Όριο ανταποδοτικού μισθού. Καθορίζεται ανώτατος ανταποδοτικός μισθός ίσος με δέκα (10) εθνικούς κατώτατους μισθούς
cotejar 1. ρμ, πρχ κο-τεχαρ> συ-στοιχίζω= στοιχίζω δίπλα για σύγκριση, αντιπαραβάλλω, συγκρίνω, tenemos que cotejar la copia con el original,
πρέπει να συγκρίνουμε το αντίγραφο με το πρωτότυπο,
cotejó los dos exámenes y llegó a la conclusión de que habían copiado,
αντιπαρέβαλε τα 2 διαγωνίσματα και έφτασε στο συμπέρασμα πως είχαν αντιγράψει
cotejo 1. α, αντιπαραβολή, σύγκριση, es necesario el cotejo de los dos informes,
είναι αναγκαία η αντιπαραβολή των 2 αναφορών
aunque 1. πρχ, αουν κε= αν και, es una casa muy bonita, aunque le falta decoración,
είναι ένα σπίτι πολύ όμορφο, αν και του λείπει διακόσμηση
2. αλλά, παρ’ όλο που, αν και, μόνο που, tengo ya tres mil libros, aunque querría tener más,
έχω ήδη 3.000 βιβλία, αν και θα ήθελα να έχω παραπάνω
3. ακόμα κι αν, iremos a la playa aunque llueva, θα πάμε στην παραλία ακόμα κι αν βρέξει
que 1. αναφορική αντωνυμία, που, o οποίος, η οποία, το οποίο,
el perro que me regalaron se escapó, ο σκύλος που δώρισαν έφυγε
los perros, que no encontraban la salida, se pusieron a aullar,
οι σκύλοι, οι οποίοι δεν έβρισκαν την έξοδο, άρχισαν να γαυγίζουν,
la mujer que vive aquí, η γυναίκα που μένει εδώ
La casa que compraron está en el centro, Το σπίτι που αγόρασαν είναι στο κέντρο
Los que quieren enriquecerse, deben trabajar mucho,
Αυτοί που θέλουν να πλουτίσουν, πρέπει να δουλέψουν πολύ,
Me gustaría que supieras lo que sucedió, Θα μου άρεσε να μάθαινες αυτό που συνέβηκε
2. για χρόνο, που, κατά τον οποίο, την οποία, το οποίο,
el día que llegaste, την ημέρα που ήρθες,
el día que nació, την ημέρα που γεννήθηκε
3. εκφ, del, de la que, για τον οποίο, την οποία, το οποίο,
ή από τον οποίο, την οποία, το οποίο,
el libro del que hablo, το βιβλίο για το οποίο μιλώ
el asunto de que se trata, το ζήτημα περί του οποίου πρόκειται
el que más y el que menos, όλοι λίγο-πολύ,
el que más y el que menos ha sufrido un desengaño alguna vez,
όλοι λίγο πολύ έχουν βιώσει μια εξαπάτηση κάποια στιγμή,
en lo que, εν αυτό το διάστημα= ενόσω, όσο, en lo que tu te arreglas, yo recojo el cuarto,
όσο εσύ θα ετοιμάζεσαι, θα μαζέψω το δωμάτιο
es por lo que, λόγω αυτού, διότι, Sí, y es por lo que sabemos mejor el problema,
Ναι, και λόγω αυτού ξέρουμε καλύτερα το πρόβλημα,
Ιο… que, το (πόσο)… που (είναι), πόσο, no puedes imaginarte lo perezoso que es,
δεν μπορείς να φανταστείς πόσο τεμπέλης είναι
lo que, αυτό που, ό,τι, la música cubana fue lo que más me gustó,
η κουβανέζικη μουσική ήταν αυτό που μου άρεσε περισσότερο
lo que es peor, αυτό που είναι χειρότερο, το ακόμη χειρότερο, το χειρότερο είναι ότι,
La película fue aburrida, lo que es peor, duró tres horas,
Η ταινία ήταν βαρετή, το ακόμη χειρότερο, διήρκησε 3 ώρες
αυτό που, όπως, ότι, hace lo que todos, κάνει ότι (κάνουν) όλοι
no pienso lo que tú, δε σκέφτομαι όπως εσύ
sea lo que sea, όπως και να έχει
digan lo que digan, ας πουν ό, τι πουν, ό, τι και να λένε
que 1. σύνδεσμος μεταξύ προτάσεων, να, es importante que vengas,
είναι σημαντικό να έρθεις
ή για να εκφράσει επιθυμία, παράκληση, διαταγή, ας, να, que pase el siguiente,
ας περάσει ο επόμενος,
que te vayas, te digo, να φύγεις, σου λέω
2. στην αρχή της φράσης, το γεγονός ότι, το να, que haya pérdidas no cambia nada,
το να υπάρξουν απώλειες δεν αλλάζει τίποτα
3. ότι, πως, me ha confesado que la mató, μου εξομολογήθηκε πως την σκότωσε
4. για σύγκριση, πρχ κε> κι(από)= από, σε σχέση με, με, es más alto que Pedro,
είναι πιο ψηλός από εσένα,
alcanza la misma velocidad que un tren convencional,
πιάνει τις ίδιες ταχύτητες με ένα συμβατικό τρένο
5. δείχνει αιτία, κίνητρο, διότι, γιατί, επειδή,
me iré pronto, que me esperan en casa, θα φύγω νωρίς, διότι με περιμένουν σπίτι,
hable más fuerte que oigo mal, μιλήστε πιο δυνατά γιατί δεν ακούω καλά
6. δείχνει συνέπεια, που, ώστε, llueve tanto que no sirve de nada el paraguas,
βρέχει τόσο που δεν χρησιμεύει σε τίποτα η ομπρέλα
Había tanto ruido, que no pude concentrarme,
Υπήρχε τόση φασαρία, που δεν μπόρεσα να συγκεντρωθώ
7. δείχνει σκοπό, να, για να, ve que te vea el médico, πήγαινε να σε δει ο ιατρός
8. για να δώσει έμφαση, ¡que vengas te digo! να έρθεις σου λέω!
¡que me dejes! να με αφήσεις! άσε με πια!
¡que aproveche! να έχετε καλή όρεξη!
que tengan ustedes mucha suerte, vα έχετε καλή τύχη
9. δείχνει θυμό, αντίθεση για κάτι, ¡que tenga una que hacer estas cosas a mi edad!
να πρέπει μια (γυναίκα ή άτομο) να κάνει τέτοια πράγματα στην ηλικία μου!
10. σε ερωτήσεις, πως… ¿que quiere venir? pues que venga,
(είπε) πως θέλει να έρθει; ας έρθει λοιπόν!
11. εάν, que no quieres, pues no pasa nada, αν δεν θέλεις, δεν πειράζει
12. ειδάλλως, αλλιώς, διαφορετικά, ¡no hagas eso que se lo digo a tu padre!
μην το κάνεις αυτό, αλλιώς θα το πω στον πατέρα σου
13. σαν ή, quieras que no, harás lo que yo mando, θες δε θες, θα κάνεις ό,τι πω εγώ
14. δείχνει αντίθεση, και όχι, Casada soy, rey don Juan, casada soy, que no viuda,
Παντρεμένη είμαι, βασιλιά δον Χουάν, παντρεμένη είμαι, και όχι χήρα
15. εκφράζει επανάληψη, Cogía mi barro, y allí, dale que dale, hasta que saliera algo,
Έπιανα την λάσπη μου, και εκεί, δως του και ξανα δώς του, μέχρι που να έβγαινε κάτι
16. εκφ, que no, χωρίς να, αν δεν, no sucede nada que no esté escrito en las estrellas,
δεν συμβαίνει τίποτα αν δεν βρεθεί γραμμένο στα άστρα
a que, σαν πρόκληση, ότι, βάζω στοίχημα ότι, a que llego primero,
βάζω στοίχημα ότι φτάνω πρώτος
¡a que no eres capaz! (λέω) ότι δεν θα τολμήσεις!
con que, με το να, αρκεί να, φτάνει να, υπό την προϋπόθεση,
Me contento con que arregles tu habitación, Αρκούμαι με το να μαζέψεις το δωμάτιο σου
es que… για να εξηγήσω, είναι που, ξέρεις τι γίνεται, Es que las alturas me dan miedo,
Είναι που τα ύψη με φοβίζουν
yo que tú, εγώ στη θέση σου
a menos que, εκτός κι αν, a menos que llame, εκτός κι αν καλέσει
sí, για να δώσει έμφαση, βέβαια και, sí que vendrá, βέβαια και θα έρθει
a la que, με το που, μόλις, a la que te das la vuelta, ya te están criticando,
με το που γυρίσεις, ήδη κάθονται και σε κριτικάρουν
a que, fui al pueblo a que viera a mi madre,
πήγα στο χωριό για να έβλεπα την μητέρα μου
qué 1. τι, ¿qué quieres?, τι θέλεις;
¿qué día vendrás?, τι ημέρα θα έρθεις;
¿bueno qué?, ¿nos vamos?, λοιπόν, τι θα γίνει, θα φύγουμε;
dime qué pasa, πες μου τι τρέχει,
no sé qué dices, δεν ξέρω τι λές
2. πώς, ¿qué le parece? πώς σου φαίνεται; τι γνώμη έχεις;
3. σαν επφ, ¡qué día tan bonito!, τι μέρα τόσο όμορφη!
ή με πρόθεση de, για μεγάλη ποσότητα, ¡qué de dinero llevas!, μα τι χρήμα κουβαλάς!
¡qué de gente hay aquí! μα τι κόσμος υπάρχει εδώ!
4. δίνει έμφαση, ¡qué bonito es!, τι όμορφο (που) είναι!
¡qué bien lo hiciste!, τι καλά (που) το έκανες!
¡qué bien! τι καλά!
¡qué tonto eres! τι χαζός που είσαι!
¡qué guapa estás! τι όμορφη που είσαι!
¡qué despacio va este tren! τι αργά που πηγαίνει αυτό το τρένο!
5. με πρόθεση πριν, τι, ποιο, ¿de qué se trata? περί τίνος πρόκειται;
¿de qué le sirve tener una casa tan grande si vive solo?
σε τι του χρησιμεύει να έχει ένα σπίτι τόσο μεγάλο αφού ζει μόνος του;
¿con qué limpias los espejos? με τι καθαρίζεις τους καθρέφτες;
¿para qué has venido? για ποιο λόγο ήρθες;
6. εκφ, ¿qué tal? τι έγινε; πώς είσαι;, yo bien, y tú ¿qué tal?, εγώ καλά, και εσύ, τι έγινε;
ή πώς, ¿qué tal te ha ido el examen? πως πήγε, σου έχει πάει το διαγώνισμα;
¿pues qué? λοιπόν τι; ¡pues qué!, ¿no tengo razón?
λοιπόν τι, δεν έχω δίκιο;
¿qué es de…! τι έγινε με…;, τι νέα από…;: ¿qué es de Juan? τι νέα από τον Χουάν;
¿qué es de su vida? έχεις νέα του…;
¿qué es lo que…! τι είναι αυτό που, ¿qué es lo que más te gusta?
τι είναι αυτό που σου αρέσει περισσότερο;
¿qué más? τι άλλο;
un no sé qué, ένα δεν ξέρω κι εγώ τι
¡y a mí qué! και τι με νοιάζει εμένα; και τι θες να κάνω;
¡y qué? και λοιπόν;, vale, tú has llegado antes, ¿y qué?,
ωραία, εσύ έχεις φτάσει πριν, και λοιπόν;
sin qué ni para qué, άνευ λόγου και αιτίας, se fue dando un portazo sin qué ni para qué
έφυγε δίνοντας μια στην πόρτα άνευ λόγου και αιτίας
tener su ή buen qué, έχει το κατιτίς του, no es muy guapo pero tiene su qué,
δεν είναι πολύ όμορφος αλλά έχει το κατιτίς του
¡por qué? γιατί; ¿por qué no me lo dijiste? γιατί δε μου το είπες;
¡qué hay! πώς πάει; τι νέα;
no haber de qué, δεν υπάρχει λόγος, no me des las gracias por mi ayuda, no hay de qué,
μην μου δίνεις ευχαριστίες για την βοήθεια μου, δεν υπάρχει λόγος
nequáquam 1. επρ, οικ, με την καμία, ούτε με σφαίρες, με κανένα τρόπο, ουδαμώς
quia 1. επφ, οικ, πρχ κια> (με την) καμία, α, μπα!, άπαπα!,
— ¿vendrás? — ¡quia, estoy muy ocupado!
– θα έρθεις; – με την καμία! είμαι πολύ απασχολημένος!
quid 1. α, πρχ κιδ> κλειδί, μτφ, το κλειδί κάποιου ζητήματος,
ese es el quid de la cuestión, αυτό είναι το κλειδί του ερωτήματος
quídam 1. α, οικ, υτμ, για άτομο, κάποιος, τύπος
quid pro quo 1. α, δώσε για να πάρεις
quorum 1. α, πρχ κουορουμ> χορουμ> μτφ χορός ατόμων= απαρτία σε συμβούλιο
sine qua non 1. εκφ, εκ των ων ουκ άνευ, es condición sine qua non para poder actuar,
είναι προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για να μπορέσω να ενεργήσω
deque 1. επρ, αμέσως μόλις, όταν, deque lo vi acercarse, salí corriendo para no verle,
όταν τον είδα να πλησιάζει, βγήκα τρέχοντας για να μην τον δω
dequeísmo 1. α, δεκεϊσμός, λανθασμένη χρήση της προθέσεως «de» ακολουθούμενης από τον σύνδεσμο «que», σαν πλεονασμός, “cree de que vendrá” es un ejemplo de dequeísmo,
πιστεύει του πως θα έρθει είναι ένα παράδειγμα του δεκεϊσμού
quien 1. αναφορική αντωνυμία, πρχ κιεν> κ(άπ)οιον> o οποίος, η οποία, το οποίο,
fue la profesora quien me dijo que el niño tenía problemas de vista,
ήταν η καθηγήτρια η οποία μου είπε πως το παιδί είχε προβλήματα όρασης
la persona de quien te hablé, το άτομο για το οποίο σου μίλησα
2. αόριστο άτομο, όποιος, -α, -o, quien la conozca, sabe que ella no ha podido hacerlo,
όποιος κι αν την γνωρίζει, ξέρει πως αυτή δεν μπορούσε να το κάνει
quien bien te quiere te hará llorar, όποιος πολύ σε θέλει θα σε κάνει να κλάψεις
3. ποιος, ποια, ποιο, κάποιος, κάποια, κάποιον, ya encontraré quien me lleve al aeropuerto,
θα βρω κάποιον να με πάει στο αεροδρόμιο
5. με ρήμα και άρνηση, κανείς, κανένας, no hay quien lo entienda,
δεν υπάρχει κανείς να τον καταλάβει
6. εκφ, no ser quien para una cosa, δεν είμαι ο οποίος, το άτομο για να κάνω κάτι,
yo no soy quien para darte órdenes, εγώ δεν είμαι ο οποίος για να σου δώσει διαταγές
quien más (y) quien menos, κάποιοι περισσότερο και κάποιοι λιγότερο= όλοι λίγο-πολύ,
quien más y quien menos se va de vacaciones en esta época,
όλοι λίγο-πολύ φεύγουν για διακοπές αυτήν την εποχή
En la excursión, quien más, quien menos, todos cantamos,
Στην εκδρομή, κάποιοι περισσότερο και κάποιοι λιγότερο, όλοι τραγουδάμε
quién 1. αναφορική αντωνυμία, για άτομο, ποιος, ποια, ποιο,
Dime con quién andas y te diré quién eres,
Πες μου με ποιον κάνεις παρέα και θα σου πω ποιός είσαι
¿quiénes son estos dos chicos? ποια είναι αυτά τα δυο παιδιά;
2. με πρόθεση, ποιον, ¿a quién has encontrado? ποιον συνάντησες;
¿de quién es esto? ποιανού είναι αυτό;
¿en casa de quién… ? στο σπίτι ποιου;
3. σαν επφ, ποιος, ¡quién sabe! ποιος ξέρει!
4. εκφ, quién lo diría, ποιος θα το έλεγε!
quisque, quisquí 1. αντωνυμία, πρχ κισκε, κισκι> καθείς, εκφ, cada quisque, o καθένας,
tú harás lo que yo diga, como cada quisque, εσύ θα κάνεις ό, τι εγώ πω, όπως ο καθένας,
que cada quisque se ocupe de sus asuntos,
o καθένας ας ασχοληθεί με τα δικά του θέματα
todo quisque, οικ, ο καθείς, eso lo sabe todo quisque, αυτό το ξέρει ο καθείς,
aquí todo quisque hace lo que le da la gana,
εδώ o καθένας κάνει αυτό που του κάνει κέφι
por mí, como si se entera todo quisque, για εμένα, δεν πα να το μάθουν όλοι
quizá, quizás 1. επρ, πρχ κ-ισας> ίσως, quizá venga, μπορεί να έρθει
quizá si o quizá no, ίσως ναι, ίσως όχι
quizás llueva mañana, ίσως βρέξει αύριο
quizá no lo creas, pero es verdad, μπορεί να μην το πιστεύεις αλλά είναι η αλήθεια
casi πρχ στη χάση και στην φέξη> σχεδόν
1. επρ, σχεδόν, περίπου, casi me caigo por las escaleras, σχεδόν πέφτω από τα σκαλιά,
no comió casi nada, δεν έφαγε σχεδόν τίποτα,
tengo casi treinta años, είμαι περίπου 30 χρονών
2. δείχνει αναποφασιστικότητα, μάλλον, casi me voy a quedar un rato,
μάλλον θα μείνω για λίγο
3. εκφ, casi casi, για έμφαση του σχεδόν, παραλίγο, Casi casi me caigo, Παραλίγο και πέφτω,
eran casi casi las doce, ήταν δεν ήταν δώδεκα η ώρα
casi nada, ειρ, σχεδόν τίποτα, ψιλοπράγματα, – me ha pedido 1000 euros – ¡casi nada! –
μου ζήτησε 1000 ευρώ – ψιλοπράγματα! ψίχουλα!
casi que, ίσως, μάλλον, casi que deberías ir al médico, ίσως θα έπρεπε να πας στον γιατρό
ή ίσα που, casi que no llego a tiempo, ίσα που φτάνω εγκαίρως,
estar casi por algo, είμαι σχεδόν έτοιμος να κάνω κάτι, casi estoy por quedarme en casa, σκέφτομαι να καθίσω σπίτι
cuasi 1. επρ, αρχ, σχεδόν
posología 1. θ, ιατ, δοσολογία φαρμάκου