BOLSA= ΠΡΧ ΒΥΡΣΑ> ΔΕΡΜΑ ΓΙΑ ΑΣΚΟ, ΣΑΚΟ= ΤΣΑΝΤΑ, ΣΑΚΟΥΛΑ, ΤΣΕΠΗ,
ΠΡΧ ΒΟΛΣΑ> ΣΑΝ ΜΠΑΛΙΤΣΑ, ΠΡΧ ΣΑ ΒΑΛΙΤΣΑ> ΤΣΑΝΤΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
bolsa πρχ βύρσα> δέρμα για ασκό, σάκο, τσουβάλι
1. θ, σακούλα χάρτινη, πλαστική, bolsa de papel, plástico,
bolsa de la compra, σακούλα για ψώνια
2. τσάντα δερμάτινη, υφάσματος, Compré una bolsa nueva, Αγόρασα μια καινούρια τσάντα
bolsa de deporte, τσάντα αθλητική
εργαλειοθήκη
3. ¿No traes unas monedas en la bolsa para darle una propina al camarero?
Δεν έχεις μερικά κέρματα στην τσέπη για να του δώσεις ένα φιλοδώρημα στον σερβιτόρο;
4. μτφ, πρχ βολσα> βαλάντιο, χρήματα, su tía le dejó buena bolsa,
η θεία του του άφησε καλό βαλάντιο, χρήμα
5. υποτροφία σπουδών ή βοήθημα σε φοιτητή, bolsa de estudios
6. σε ρούχο, ζάρα, πτυχή, la falda le hace bolsas, Η φούστα της κάνει ζάρες
7. σακούλα στα μάτια, tiene bolsas en los ojos por haber dormido mal,
Έχει σακούλες κάτω από τα μάτια του επειδή δεν έχει κοιμηθεί καλά
8. μτφ, απόστημα
9. με κεφαλαία, μτφ, Χρηματιστήριο, Βolsa
10. ανα, σακούλα όρχεων, όσχεο
11. βιο, μάρσιπος
12. στρ, μτφ, πολιορκία, περικύκλωση των εχθρικών δυνάμεων, σαν σε σακούλα
13. ορυ, θυλάκιο ορυχείου, αερίου, de mineral, de gas
14. αθλ, σάκος πυγμαχίας
15. σνθ, bolsa alcista, οκν, ανοδική αγορά
bolsa bajista, πτωτική αγορά
bolsa de comerci, Χρηματιστήριο εμπορευμάτων
bolsa de valores, Αγορά Αξιών, Χρηματιστήριο Αξιών
bolsa de agua caliente, θερμοφόρα
bolsa de aire, κενό αέρος, αερόσακος (για αυτοκίνητα)
bolsa de aseo, τσαντάκι περιποίησης, νεσεσέρ
bolsa de caramelos σακουλάκι, με καραμέλες
bolsa de herramientas, κουτί εργαλείων
bolsa de hielo, ιατ, παγοκύστη
bolsa de la basura, σακούλα σκουπιδιών
bolsa de labores, τσάντα εργόχειρου, τσάντα με είδη ραπτικής
bolsa de la compra, τσάντα για ψώνια
bolsa del pan, τσάντα για το ψωμί
bolsa de mano, τσάντα χειρός, χειραποσκευή
bolsa de patatas fritas, σακουλάκι πατατάκια
bolsa de playa, τσάντα παραλίας
bolsa de pobreza, υποβαθμισμένη περιοχή
bolsa de trabajo, προσφορά εργασίας, ζητούνται
bolsa de las aguas, ανα, αμνιακός σάκος
bolsa serosa, ανα, ορογόνος θύλακος
bolsa sinovial, ανα, αρθρικός θύλακος
bolsa de viaje, σακ-βουαγιάζ, ταξιδιωτικός σάκος
bolsa marsupial, ζωλ, μάρσιππος
bolsa rota, μτφ, σακούλα σπασμένη= άσωτος
16. εκφ, aflojar la bolsa, οικ, αλαφρώνω την τσέπη = ξηλώνομαι, βάζω το χέρι στην τσέπη, después del aperitivo me tocó aflojar la bolsa y pagarlo
Μετά το απεριτίφ έπρεπε να βάλω το χέρι στην τσέπη και να το πληρώσω
cotizable en bolsa, εισηγμένος στο Χρηματιστήριο
cotizar en bolsa, διαπραγματεύομαι στο Χρηματιστήριο
invertir en bolsa, επενδύω στο Χρηματιστήριο
jugar en bolsa, a la bolsa, παίζω στο Χρηματιστήριο
¡la bolsa o la vida! τα λεφτά σου ή τη ζωή σου!
tener la bolsa vacía, μτφ, έχω την τσάντα άδεια= είμαι ρέστος, ταπί
bolsas 1. θ πλ, ανα, όσχεα
bolsero, ra 1. α θ, κατασκευαστής κατασκευάστρια τσαντών
2. πωλητής, -ια, έμπορος τσαντών
bolsillo 1. α, τσέπη ρούχου, βαλίτσας, bolsillo de ropa, maleta,
calculadora de bolsillo, κομπιουτεράκι τσέπης
2. μτφ, χρήματα, περιουσία ατόμου, πρχ βαλάντιο, es un traje apto para todos los bolsillos,
είναι ένα κουστούμι για όλα τα βαλάντια
lo he pagado de mi bolsillo, το έχω πληρώσει απο την τσέπη μου
3. πορτοφόλι για κέρματα
4. σνθ, bolsillo con cartera, τσέπη με μπορντούρα, με καπάκι
bolsillo de parche, κολλητή, εξώραφη τσέπη
5. εκφ, aflojar, rascarse el bolsillo, οικ, πληρώνω με δυσαρέσκεια κάτι, ξηλώνομαι
poner de su bolsillo, οικ, βάζω από την τσέπη μου
llenarse el bolsillo, los bolsillos, οικ, γεμίζω τις τσέπες μου, ματσώνομαι
meterse a alguien en el bolsillo, οικ, μτφ, βάζω= έχω κάποιον στο τσεπάκι μου
tener a alguien en el bolsillo, οικ, έχω κάποιον του χεριού μου
bolsín 1. α, οκν, εξωχρηματιστηριακή αγορά, παραχρηματιστήριο,
εξωχρηματιστηριακή συνάθροιση χρηματιστών
bolsista 1. α θ, χρμ, χρηματιστής, -ια
bolsístico, ca 1. ε, χρμ, χρηματιστηριακός, -ή, -ó
bursátil 1. ε, χρηματιστηριακός, -ή, -ó
bolsita 1. θ, φακελάκι, una bolsita de té, ένα φακελάκι τσάι
burjaca 1. θ, πρχ βυρσάκι= δισάκι
bursitis 1. θ, ιατ, θυλακίτιδα
abolsarse 1. ραντ, πρχ γίνομαι σαν μπάλα, σακούλα, abolsarse las ojeras,
αποκτώ μαύρους κύκλους, σακούλες, ζάρες γύρω από τα μάτια,
2. σχηματίζω φυσαλίδες σε βαφή, la pintura se ha abolsado por la humedad,
η βαφή έχει σακουλιαστεί απο την υγρασία
3. ζαρώνω, τσαλακώνομαι για ρούχο
4. σακουλιάζεται κάτι, γίνεται σαν σακούλα
bolso 1. α, τσάντα γυναικεία χειρός, bolso de mujer
2. πορτοφόλι για κέρματα
3. ναυ, φούσκωμα ιστίου
4. σνθ, bolso de mano, μεγάλη τσάντα χειρός ή τσαντάκι
bolso de viaje, ταξιδιωτικός σάκος
bolsón 1. α, μεγάλη τσάντα
2. μτφ, ξύλινη σανίδα για το στρώσιμο του εδάφους
3. ατκ, αρμός θόλου, bolsón de bóveda
embolsar 1. ρμ, πρχ εμ> βάζω σε βύρσα= τσέπη, σακούλα,
φυλάω ή βάζω σε σακούλες, en esta sección de la fábrica embolsan las camisetas,
Σε αυτό το τμήμα του εργοστασίου σακουλεύουν, βάζουν σε σακούλες τα μπλουζάκια
2. μαζεύω, συγκεντρώνω, εισπράττω χρήμα, La campaña embolsó miles de euros en tan solo una semana, Η καμπάνια συγκέντρωσε χιλιάδες ευρώ σε μόλις μία εβδομάδα
3. ρμ, ραντ, κερδίζω χρήμα, τσεπώνω, El inversor embolsó $5000 al vender sus acciones,
Ο επενδυτής τσέπωσε 5.000 δολάρια πουλώντας τις μετοχές του
El jugador se embolsó varios miles de dólares en la partida de póquer,
Ο παίκτης κέρδισε, τσέπωσε, αρκετές χιλιάδες δολάρια στο παιχνίδι πόκερ
embolso 1. α, είσπραξη, συγκέντρωση, μάζεμα χρημάτων
2. κέρδος, τσέπωμα χρημάτων
3. σακούλιασμα, φύλαγμα σε σακούλες
embolsado 1. α, σακούλιασμα, συσκευασία σε σάκκους
desembolsar 1. ρμ, καταβάλλω, πληρώνω για κάτι, σαν να βγάζω απο την τσέπη
tuvo que desembolsar la fianza para alquilar el piso,
χρειάστηκε να πληρώσει την εγγύηση για να νοικιάσει το διαμέρισμα
2. βγάζω απο την σακούλα κάτι
desembolso 1. α, πληρωμή, έξοδο, δαπάνη, κόστος, el desembolso fue importante,
η δαπάνη ήταν υψηλή
2. καταβολή μετρητών, εκταμίευση, Esperamos que nos autoricen un desembolso adicional de $50.000 para completar el proyecto,
Ελπίζουμε να μας εξουσιοδοτήσουν μια επιπλέον εκταμίευση 50.000 $ για την ολοκλήρωση του έργου
3. σνθ, desembolso a cuenta, οκν, προκαταβολή
desembolso inicial, οκν, αρχική επένδυση, προκαταβολή
reembolsar, rembolsar 1. ρμ, ραντ, πρχ περι> ανα-εμ-βάζω στην τσέπη το χρήμα,
επιστρέφω χρήματα, εξοφλώ, αποδίδω,
si no queda satisfecho, le reembolsamos su dinero,
αν δεν μείνετε ικανοποιημένος, σας επιστρέφουμε τα χρήματα σας
reembolso, rembolso 1. α, ανάκτηση χρήματος, προϊόντος
2. επιστροφή χρημάτων, αποζημίωση δαπανών,
me hicieron un reembolso al devolver el jersey en la tienda,
μου έκαναν επιστροφή χρημάτων όταν επέστρεψα το φλιζ στο μαγαζί,
Para obtener el reembolso de los gastos, es necesario presentar los recibos,
Για να λάβετε αποζημίωση δαπανών, είναι απαραίτητο να προσκομίσετε αποδείξεις
3. εξόφληση, contra reembolso, επί αντικαταβολή
reembolsable, rembolsable1. ε, επιστρέψιμος, -η, -o, επιστρεπτέος, -α, -o,
εξοφλητέος, -α, -o