BOLA

BOLA= ΠΡΧ ΒΟΥΛΑ, ΜΠΑΛΑ, ΒΟΛΙ, ΜΠΟΥΓΙΟ, ΒΟΥΛΙΑΓΜΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

bula 1. θ, βούλα του Πάπα

2. μτφ, συγχώρεση, άφεση

3. σφραγίδα παλιά

4. σνθ, bula de oro, ιστ, χρυσόβουλλο

5. εκφ tener bula, έχω ελεύθερο, ευνοϊκή μεταχείριση,

tiene bula para entrar y salir a sus anchas, έχει το ελεύθερο να μπαινοβγαίνει όποτε θέλει

bulerías 1. θ, ρυθμός και χορός της Ανδαλουσίας

bulero 1. α, ιερέας, ιεράρχης που δίνει παπικές βούλες για σταυροφορίες και συγκεντρώνει τις ελεημοσύνες

bulo 1. α, πρχ μπούγιο ή βουλή> λόγια όχλου = φήμες, corre bulos sobre el presidente,

διαδίδει φήμες για τον πρόεδρο

póliza πρχ πολ-ιτσα> βολ-ιτσα> χαρτί που έχει βουλ-ίτσα

1. θ, ασφαλιστήριο, Tengo una póliza para cualquier urgencia médica,

Έχω ασφαλιστήριο συμβόλαιο για οποιαδήποτε ιατρική έκτακτη ανάγκη

Parece que la póliza de mi auto venció el mes pasado, así que no fue válida para el choque,

Φαίνεται ότι το ασφαλιστήριο αυτοκινήτου έληξε τον περασμένο μήνα, άρα δεν ίσχυε για το ατύχημα

2. χαρτόσημο

3. άδεια διακινήσεως εμπορευμάτων

4. σνθ, póliza de incendios, ασφάλιση πυρκαγιάς

póliza de seguros, ασφαλιστήριο συμβόλαιο

póliza de vida, ασφάλεια ζωής.

póliza adicional, τροποποιητικό συμβόλαιο, πρόσθετη πράξη

5. εκφ, suscribir, rescindir una póliza, υπογράφω, ακυρώνω ένα ασφαλιστήριο

bulla πρχ μπούγιο ή βουητό

1. θ, φασαρία, οχλοβοή, θόρυβος, la bulla de las charlas, η φασαρία από τις κουβέντες

2. αναστάτωση, σαματάς, celebraron el aniversario sin mucha bulla,

γιόρτασαν την επέτειο χωρίς μεγάλο σαματά

3. πλήθος, όχλος από άτομα, la bulla le vitoreaba, tο πλήθος τον επευφημούσε

4. πρχ βολί-δα= φούρια, βιασύνη, ¿adonde vas con tanta bulla? πού πας έτσι φουριόζος;

5. εκφ, meterle bulla a alguien, βάζω βιασύνη, πιέζω κάποιον να βιαστεί,

No me metas tanta bulla que seguimos bien de tiempo,

Μη μου βάζεις τόση πίεση διότι πάμε καλά από χρόνο

meter, armar bulla, προκαλώ μπούγιο, αναστάτωση, φασαρία, θόρυβο για κάτι,

metieron tanta bulla para boicotear el acto,

προκάλεσαν τόσο θόρυβο για να μποϊκοτάρουν την εκδήλωση

bullabesa 1. θ, πρχ μπουγιαμπέσα, κακκαβιά,

bullanga 1. θ, πρχ αναμπουμπούλα

bullanguero, ra πρχ μπουγι-αρης

1. ε, οικ, ταραχο-ποιός, -ός, -ο, un muchacho bullanguero, ένας ταραχοποιός νεαρός

2. γλεντζέδικος, -η, -o, una persona bullanguera, ένας γλεντζές άνθρωπος

3. θορυβώδης, -ης, -ες, una taberna bullanguera, μια ταβέρνα με πολύ μπούγιο, φασαρία 4. για κατάσταση, κλίμα, με μπούγιο, ζωηρός, -ή, -ó, un ambiente bullanguero,

μια ζωηρή ατμόσφαιρα

5. α θ, ταραξίας

6. γλεντζές, -ού

bullarengue 1. α, πρχ μπουγιο = ένδυμα κάτω από τη φούστα για να τονίζει τους γλουτούς

2. οικ, γλουτοί, οπίσθια γυναίκας, σαν μπούγιο

bullicio 1. α, βουή, βαβούρα, οχλαγωγία, el bullicio de la discoteca, βαβούρα της ντισκοτέκ

2. θόρυβος, el bullicio de la ciudad, ο θόρυβος της πόλης

bullicioso, sa 1. ε, πρχ που προκαλεί μπούγιο, θορυβώδης, -ης, -ες,

una calle bulliciosa, θορυβώδης δρόμος

2. μτφ, ζωηρός, -ή, -ό, άτακτος, -η, -ο, un niño muy bullicioso, ένα άτακτο παιδί

tengo una clase muy bulliciosa, έχω μια τάξη πολύ ζωηρή

3. ταραχοποιός, -ά, -ό, un grupo de individuos bulliciosos, μια ομάδα ταραχοποιών

4. α θ, ταραξίας

bullir  1. ρα, ηχμ φουρ-φουρ= βράση ή πρχ μπουρ-μπουρ=βράζω ή μπούγιο

βράζω για υγρό, la sopa ya bulle, η σούπα βράζει κιόλας

μτφ, la sangre le bulle en las venas, το αίμα βράζει στις φλέβες του

λγτ, El mar comenzó a bullir y el bote se sacudía violentamente,

Η θάλασσα άρχισε να βράζει και η βάρκα σείστηκε βίαια

2. ηχμ, για έντομα, βομβώ, ζουζουνίζω, las abejas bullen, οι μέλισσες βομβίζουν

3. μτφ, βράζουν ιδέες, συναίσθημα, βράζω μέσα μου, στριφογυρίζω,

Lucas bullía de enfado porque sus padres no lo dejaron ir al concierto,

Ο Λούκας έβραζε από θυμό γιατί οι γονείς του δεν τον άφησαν να πάει στη συναυλία,

en su cabeza bullían mil pensamientos, στο κεφάλι του στριφογύριζαν ένα σωρό σκέψεις

4. ρμ, κινώ, σαν να βράζω, Juan no bullía pie ni mano, ο Χουάν δεν κινούσε πόδι ούτε χέρι

5. bullir de, μτφ, βουλιάζω, βρίθω απο, είμαι γεμάτος απο, la ciudad bullía de turistas,

η πόλη βούλιαζε απο, ήταν γεμάτη τουρίστες

Las alcantarillas de la ciudad bullían de ratas,

Οι υπονόμοι της πόλης γέμισαν από αρουραίους

6. μτφ, αφθονώ απο πράγματα

bullidor, ra 1. ε, μτφ, για άτομο που πρχ βράζει το αίμα του, δραστήριος, -α, -ο,

ενεργητικός, -ή, -ό, ζωηρός, -ή, -ό, es un chico bullidor, είναι ένα αγόρι δραστήριο

2. για μέρος με μπούγιο, πολυσύχναστος, -η, -ο

bullón 1. α, ανθέμιο βιβλιοδεσίας, bullón de encuadernación, σαν βούλα

2. φουσκωτή πτυχή, πρχ φουφούλα

3. βρασμός χρωστικής ουσίας

bullebulle 1. α θ, ηχμ μπουγιο-μπούγιο= αεικίνητος, -η, es un bullebulle, είναι αεικίνητος

2. αναμπουμπούλα, αναταραχή

bullente 1. ε, λγτ, βράζων, -ουσα, -ον, σε αναβρασμό

ebullición 1. θ, κυρ, μτφ, βρασμός, αναβρασμός, ζέση,

punto de ebullición, σημείο βρασμού

se viven días de gran ebullición política, ζούμε μέρες μεγάλου πολιτικού αναβρασμού

ebullómetro 1. α, βρασμόμετρο

ebulloscopio 1. α, ζεοσκόπιο

rebullir 1. ρα, πρχ περι-βράζω ή περι-βολώ= ανακινούμαι, αναστατώνω,

El bebé rebulló cuando estornudé, pero no se despertó,

Το μωρό ανακινήθηκε όταν φταρνίστηκα, αλλά δεν ξύπνησε

El viento hizo que las hojas de los árboles empezaran a rebullir,

Ο αέρας έκανε τα φύλλα των δέντρων να αρχίσουν να ανακινούνται

2. ραντ, ανακινούμαι, αναστατώνομαι, στριφογυρίζω,

Mariana estaba muy agitada y pasó la noche rebulléndose en la cama,

Η Μαριάνα ήταν πολύ ταραγμένη και πέρασε τη νύχτα στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι

rebullicio 1. α, αναβρασμός, οχλοβοή, σαματάς, μεγάλη φασαρία

burbuja 1. θ, πρχ μπουρ-μπου-λήθρα, φυσαλίδα αέρα, φούσκες,

burbujas de jabón, σαπουνόφουσκες

2. μτφ, μέρος σαν φυσαλίδα, κατάσταση ατόμων με προστασία, φούσκα,

los ricos viven en una bubrbuja de impunidad,

οι πλούσιοι ζούνε σε μια φυσαλίδα ατιμωρησίας

3. σνθ, burbuja especulativa, financiera, inmobiliaria, tecnológica,

φούσκα κερδοσκοπική, χρηματιστηριακή, ακινήτων, τεχνολογική

burbujeante 1. ε, για υγρό, αεριούχος, -α, -o

2. για σαμπάνια, αφρώδης, -ης, -ες, champán burbujeante

burbujear 1. ρα, για υγρό, μπουρ-μπου-λιάζω= αφρίζω, έχω φυσαλίδες, φουσκάλες,

Echa la pasta en la olla en cuanto el agua empiece a burbujear,

Πρόσθεσε τα ζυμαρικά στην κατσαρόλα μόλις το νερό αρχίσει να βγάζει φουσκάλες

burbujeo 1. α, άφρισμα υγρού

borbollar 1. ρα, ηχμ μπουρ-μπουρ υγρού= κοχλάζω, αφρίζω, βγάζω μπουρμπουλήθρες

borbolleo 1. α, κοχλασμός

borbollón, borbotón 1. α, κοχλασμός

2. εκφ, a borbollones , κοχλάζοντας, déjelo hervir 10 minutos a borbollones,

αφήστε το να βράσει 10 λεπτά μέχρι να κοχλάσει το νερό για καλά

ή μτφ, σε μεγάλη ποσότητα, ακατάσχετα, el agua salía del tubo a borbollones,

το νερό έβγαινε από τους σωλήνες μπουρ-μπουρ= ακατάσχετα

borbollonear 1. ρα, αφρίζω, κοχλάζω

borbor 1. α, κοχλασμός, άφρισμα

borborigmo 1. α, ιατ, βορβορυγμός, γουργούρισμα, el estómago me hace borborigmos,

το στομάχι μου κάνει γουρ-γουρ= γουργουρίζει

borbotear 1. ρα, κοχλάζω για υγρό

borboteo 1. α, κοχλασμός

abollar, bollar πρχ βουλιάζω, μπάλα

1. ρμ, βουλιάζω, βαθουλώνω, κοιλαίνω μια επιφάνεια

me han abollado el coche, μου έχουν βουλιάξει το αμάξι

2. ραντ, βουλιάζω, βαθουλώνομαι, γίνομαι βαθουλός,

La lata se abolló cuando golpeó el suelo, Το κουτί βούλιαξε όταν χτύπησε στο έδαφος

abolladura, bolladura 1. θ, βούλιαγμα, βαθούλωμα, κοίλωμα επιφάνειας,

tengo una abolladura en el coche, έχω ένα βαθούλωμα στο αμάξι

abollado, da 1. ε, βουλιαγμένος, -η, -ο, βαθουλός, -ή, -ό, βαθουλωτός, -ή, -ό

desabollar πρχ ξε-βουλιάζω

1. ρμ, αφαιρώ βουλιάγματα, βαθουλώματα από μεταλλικές επιφάνειες, ισιώνω, λειαίνω

desabollar el chasis de una moto, ξεβουλιάζω, ισιώνω το σασί μιας μοτοσυκλέτας

embolado 1. α, οικ, πρχ μπούρδα= παραμύθι, ψέμα για απάτη

2. οικ, μτφ, για κατάσταση, πρχ μπελάς, μπέρδεμα, Es un negocio sucio y, si firmas ese contrato, te vas a meter en un emboladο,

Είναι μια βρώμικη επιχείρηση και αν υπογράψεις αυτό το συμβόλαιο θα μπεις σε μπελάδες

3. ταυ, ταύρος με μπάλες φωτιάς στα κέρατα

4. θτρ, πρχ εμ-βόλιμος= μικρός ρόλος

5. εκφ meter a alguien en un embolado, οικ, βάζω κάποιον σε δύσκολη θέση= μπελάδες ¡vaya un embolado! οικ, τι μπελάς!

embolar 1. ρμ, ταυ, πρχ εμ-βολιάζω= βάζω μπάλες φωτιάς στις άκρες κεράτων του ταύρου

embolado, da 1. ε, ταυ, toro embolado, ταύρος με φωτιά στα κέρατα

bambolla 1. θ, οικ, πρχ μπαμ-μπούγιο= πολύ μπούγιο ή σαν μπαμ-μπουμ, επίδειξη, φιγούρα, una fiesta con mucha bambolla, μια γιορτή με πολύ μπούγιο επίδειξης

2. φυσαλίδα αερίου

3. πράγμα μικρής αξίας, πρχ μπιχλι-μπίδι

bambollero, ra 1. ε, οικ, πρχ με πολύ μπούγιο= επιδειξιομανής, -ής, -ές

billete πρχ μπουλέτο= χαρτάκι, σημείωμα σε καθομιλουμένη,

ή βουλο-κέρι= χαρτί με σφραγίδα για κάτι, πρχ βιλ-ιετε> βουλο-χαρτο

1. α, εισιτήριο για μετρό, τραμ, τρένο, billete de metro, tranvía,

una multa por no llevar billete, πρόστιμο γιατί δεν έχεις εισιτήριο

2. χαρτονόμισμα τράπεζας, billetes de 100 euros, χαρτονομίσματα των 100 ευρώ

billete de banco, χαρτονόμισμα, τραπεζογραμμάτιο

3. μπιλιέτο, κάρτα, un billete sin firma, ένα μπιλιέτο χωρίς υπογραφή

4. εισιτήριο για θέαμα, billetes para la corrida, εισιτήρια για την ταυρομαχία

5. απόκομμα λοταρίας, billete de lotería, λαχνός

6. σνθ, billete abierto, εισιτήριο με ανοιχτή ημερομηνία

billete blanco, εισιτήριο ελευθέρας

billete al portador, ανώνυμο χρεόγραφο

billete a mitad de precio, εισιτήριο με έκπτωση 50%, μισό εισιτήριο

billete amoroso, ραβασάκι, ερωτικό γράμμα

billete circular, εισιτήριο πολλαπλών διαδρομών με το σιδηρόδρομο

billete de abono, εισιτήριο διαρκείας

billete de andén, εισιτήριο τρένου που πωλείται στο σταθμό

billete de favor, πάσο

billete de ida, sencillo, εισιτήριο απλής μετάβασης, διαδρομής, απλό εισιτήριο

billete de ida y vuelta εισιτήριο, μετ’ επιστροφής, αλέ-ρετούρ

billete de tarifa completa, ολόκληρο, κανονικό εισιτήριο

billete postal, ταχυδρομικό δελτίο

7. εκφ, sacar un billete, βγάζω εισιτήριο

billetaje 1. α, εισιτήρια

2. δεσμίδα εισιτηρίων

billetera 1. θ, μπιλιετ-ερα= πορτοφόλι για χαρτονομίσματα

billetero 1. α, πορτοφόλι για χαρτονομίσματα

boleta 1. θ, στρ, πρχ μπιλιέτο= πάσο, άδεια εισόδου σε ειδική ζώνη

2. κουπόνι, δελτίο, μπιλιέτο για κάποια χρήση

3. λαχνός κλήρωσης

4. στρ, boleta de alojamiento, έγγραφο στρατωνισμού

5. εκφ, dar boleta ή dar la boleta a alguien, δίνω πάσο σε κάποιον, σουτάρω από ζωή μου

ή μτφ καθαρίζω, σκοτώνω

boletín 1. α, πρχ μπιλιέτο= χαρτί για κάποια χρήση, περιοδικό, εφημερίδα,

boletín botánico bibliográfico,

περιοδικό βοτανικής βιβλιογραφίας

2. δελτίο ειδήσεων σε ράδιο, τηλεόραση, boletín en radio, televisión

3. δελτίο τυπωμένο

4. σνθ, boletín de calificaciones, de evaluación, de notas έλεγχος βαθμολογίας, αξιολόγησης boletín de inscripción, έντυπο εγγραφής

boletín de prensa, δελτίο Τύπου

boletín de suscripción, αίτηση συνδρομής

boletín facultativo, πιστοποιητικό υγείας

boletín informativo, de noticias δελτίο ειδήσεων

boletín meteorológico, δελτίο καιρού

Boletín Oficial del Estado, Εφημερίδα της Κυβερνήσεως

boleto 1. α, λαχνός λοταρίας, boleto de lotería, rifa

2. δελτίο ΠΡΟ-ΠΟ, boleto de quiniela

3. βοτ, πορτσίνο μανιτάρι

4. σνθ, boleto de apuestas, δελτίο στοιχημάτων

boletus 1. α, πορτσίνο

bolín 1. α, πρχ μπαλ-ίτσα= μικρή μπάλα του πετάνκ

bolina 1. θ, πρχ βοήν ή βουλήν= θόρυβος, σαματάς απο φασαρία ατόμων

2. πρχ βολίδα βυθομέτρησης, Según la bolina, estas no son aguas muy profundas,

Σύμφωνα με την βολίδα, αυτά δεν είναι πολύ βαθιά νερά

3. ναυ, κόμπος καντηλίτσα, El marinero me enseñó a hacer una bolina,

Ο ναύτης με έδειξε πώς να φτιάχνω μια καντηλίτσα

ή σχοινί> μπουρίνα, σχοινιά που συγκρατούν τα τετράγωνα ιστία

ή ποινή μαστιγώματος σε ναύτη με σχοινί

4. εκφ, echar de bolina, ρίχνω βολές με λόγια= κάνω τον πρχ κά-μποσο

ir, navegar de bolina, πλέω αντίθετα στον άνεμο με την πιο κλειστή γωνία

boliche πρχ μπαλ-ίτσα 1. α, η μικρότερη μπάλα στο πετάνκ

2. παιχνίδι με κορίνες, μπόουλινγκ

bolichero, ra 1. α θ, αρχηγός ενός παιχνιδιού με κορίνες

2. ιχθυοπώλης, -ισσα, επειδή παίρνει απο την bolichada= ψάρια

bolichada 1. θ, ρίξιμο διχτυού, πρχ βολίτσα διχτιού

2. μτφ, βολή για κέρδος, κελεπούρι, ευκαιρία για κέρδη

bolo 1. α, κορίνα μπόουλινγκ

2. σλεμ στο μπριτζ

3. μεγάλο χάπι, σα μπάλα

4. μτφ, με μπούγιο, συναυλία μουσικής ή παράσταση θεάτρου

5. σνθ, bolo alimenticio, μπουκιά μασημένη

6. εκφ, hacer bolos, ir de bolos, θτρ, κάνω μπούγιο απο κόσμο= κάνω περιοδεία, περιοδεύω

bolos 1. α πλ, παιχνίδι με κορίνες, μπόουλινγκ

2. αίθουσα μπόουλινγκ

bolo, la 1. ε, πρχ πιόλα= μεθυσμένος, -η, -o

bolómetro 1. α, βολόμετρο

bolera 1. θ, πρχ μπολό-μερος= αίθουσα μπόουλινγκ

bolero 1. α, μπολερό χορός, τραγούδι

2. μπολερό ζακετούλα

bolero, ra 1. ε, οικ, πρχ παρλάρης ή βουλ-αρης> που βουλεύεται ψέμα= ψευταράς, -ού

¡Qué bolera eres! Eso es pura fantasía, Τι ψευταρού είσαι! Αυτό είναι καθαρή φαντασία

2. α θ, ψευταράς, ού

3. χορευτής, -ια μπολερό ή παραδοσιακών χορών σε περιοχές

4. α, δίχτυ που ρίχνεται σαν μπάλα

5. αλίευμα μικρής αξίας, ψαράκι

bolea 1. θ, αθλ, βολέ

boleadoras 1. θ πλ, όπλο ρίψης κυνηγετικό από δύο ή τρία μακριά σκοινιά που καταλήγουν

σε πέτρινες μπάλες

bolear 1. ρα, πρχ βολιάζω= ρίχνω μερικές μπαλιές στο μπιλιάρδο

2. οικ, μτφ, πρχ βουλεύομαι με ψέμα, παρλάρω ή λέω φόλες= λέω ψέματα,

deja de bolear, σταμάτα να λες φόλες, ψέματα

boleo 1. α, παιχνίδι με μπάλα, βώλους

bolígrafo 1. α, πρχ βολο-γραφος= στυλό διάρκειας, επειδή έχει μπίλια με μελάνι

boli 1. α, στυλό διάρκειας

bolillo 1. α, ρπτ, κουβαρίστρα για κατασκευή δαντέλας

2. μεσοκύνιο αλόγου, σαν μπαλίτσα

bolillos 1. α πλ, ζαχαρωτά, γλειφιτζούρια, πρχ μπαλίτσες

bollo πρχ μπούγιο 1. α, γλυκό ψωμάκι μακρόστενο

ή γλυκό ψωμάκι στρογγυλό

2. πρχ μπριός, τσουρέκι

3. βούλιαγμα, βαθούλωμα σε επιφάνεια, tiene un bollo en el parachoques,

έχει ένα βαθούλωμα στον προφυλακτήρα

4. πρχ καρού-μπαλο, le ha salido un bollo en la cabeza,

του βγήκε ένα καρούμπαλο στο κεφάλι

5. οικ, μτφ, πρχ λεσ-βιακό ή μπάλες τα στήθη= σεξουαλική πράξη ανάμεσα σε γυναίκες

6. σνθ, bollo suizo, γλυκό μπριός

7. εκφ, armarse, montarse un bollo, οικ, αρμάρεται, μοντάρεται μπούγιο= γίνεται ταραχή, χαμός, σύγχυση, χάος, Se armó un gran bollo, στήθηκε ένας μεγάλος χαμός

hacerle un bollo a un objeto, κάνω βούλιαγμα, βαθουλώνω, στραπατσάρω ένα αντικείμενο

8. ε, θ, πρχ λεσ-βιακού, τζιβιτζιλού

bollera 1. θ, χυδ, υτμ, πρχ λεσ-βιάρα, τζιβιτζιλού

bollería πρχ μπουρέκι= μπάλα γλυκιά

1. θ, προϊόντα αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής

2. αρτοποιείο

3. ζαχαροπλαστείο

4. σνθ, bollería industrial, τυποποιημένα προϊόντα αρτοποιείας, ζαχαροπλαστικής

bollero, ra 1. α θ, ζαχαροπλάστης, -ια

bollicao πρχ μπαλα-κακάο

1. α, τσουρεκάκι ή ψωμί γλυκό με σοκολάτα

2. α θ, οικ, μτφ, για άτομο, κομψός νεαρός, κομψή νεαρή κοπέλα, σαν μπαλα-κακάο

bollón 1. α, ατκ, πλατυ-κέφαλο διακοσμητικό καρφί επίπλου, σαν βούλα

2. τρυπητό σκουλαρίκι, σαν βούλα

3. πρχ αμπέλιν= μπουμπούκι, μάτι αμπελιού

bollonado, da 1. ε, ατκ, στολισμένος, -η, -ο με διακοσμητικά καρφιά

birlar 1. ρμ, πρχ βιρ-λαρ> βουτάω, μτθ κλέ-βω, πρχ υπο-βάλλω κάτι κρυφά,

πρχ βιρ-λαρ> φιρ-λαρ> φωλ-ιάζω στην τσέπη, πρχ μ-πιρλαρ> πήρα

ρμ, οικ, βουτάω, παίρνω με απάτη, me han birlado la cartera!

μου έχουν βουτήξει το πορτοφόλι!

2. παίρνω με δόλο, τρώω ταίρι ερωτικό, δουλειά, le birló la novia, του έφαγε την κοπέλα

3. κερδίζω με αδικία σε παιχνίδι, por culpa del árbitro nos birlaron la victoria,

εξαιτίας του διαιτητή μάς πήραν, αφαίρεσαν τη νίκη

4. μτφ, καθαρίζω, πρχ βολιάζω με σφαίρες, ayer le birlaron, εχθές τον καθάρισαν

5. αθλ, σε παιχνίδι με βώλους, ρίχνω για δεύτερη φορά την μπάλα από το σημείο που σταμάτησε

birlí 1. α, τυπ, πρχ βόλι= κάτω μέρος σελίδας που παραμένει λευκό σε ένα έντυπο

birlibirloque (como) por arte de birlibirloque 1. εκφ επρ, ως μπιρι-μπιρι= δια μαγείας

birlocha 1. θ, πρχ μπιρλο-χα> μπαλο-χαρτο= χαρταετός

birlocho 1. α, άμαξα βικτόρια

trabuco 1. α, πρχ τρα-βου-κο= τουφέκι, μουσκέτο

2. καταπέλτης

3. σνθ, trabuco naranjero, στρ, τρομπόνι, μουσκέτο

trabucazo 1. α, τουφεκιά, oímos los trabucazos de los bandoleros,

ακούσαμε τους πυροβολισμούς των ληστών

2. πληγή απο τουφεκιά

3. οικ, νέο, είδηση απρόσμενο που προκαλεί σόκ ψυχικά, σαν τουφεκιά, πλήγμα,

su muerte fue un trabucazo para todos, Ο θάνατός του ήταν ένα πλήγμα για όλους

trabuca 1. θ, δυναμιτάκι, κροτίδα, σαν τουφεκιά

trifulca 1. θ, οικ, πρχ τρι-φουλ-κα> τρι-βουλ-κα> τρι-μπού-λου-κο ή τρι-φιλο-νι-κια= φασαρία πολλών ατόμων, φιλονικία,

καβγάς, σύρραξη, αναταραχή μεταξύ ατόμων, Sin querer me vi metido en una trifulca vecinal,

Χωρίς να το θέλω, βρέθηκα μπλεγμένος σε μια φασαρία στη γειτονιά

2. τχν, πρχ δι-χαλωτός μοχλός που ενεργοποιεί τους φυσητήρες σε φούρνους μεταλλουργείου

3. εκφ, armar una trifulca, οικ, αρμάρω ενα τρι-μπούγιο= προκαλώ συμπλοκή, καβγά,

Provocar / originar / causar una trifulca, Προκαλώ / προξενώ μια σύρραξη ή φασαρία,

Involucrarse / verse envuelto en una trifulca. Εμπλέκομαι / βρίσκομαι μπλεγμένος σε μια αναταραχή ή καβγά

Scroll to Top