BARRER

BARRER=ΠΡΧ ΜΠΑΡΑ> ΣΚΟΥΠΑ, ΠΡΧ Α-ΜΠΑΡΙΖΑ= ΠΑΙΡΝΩ ΣΥΡΡΙΖΑ, ΣΑΡΩΝΩ ΚΑΤΙ,

ΠΡΧ ΒΟΥΡΤΣΑ, ΠΡΧ ΜΠΑΖΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

basura πρχ μπάζα> σκουπίδια

1. θ, απορρίμματα, La calle está llena de basura por la huelga de los basureros,

Ο δρόμος είναι γεμάτος σκουπίδια λόγω της απεργίας των σκουπιδιάρηδων

2. οικιακά σκουπίδια, Se me olvidó sacar la basura antes de irme a trabajar,

Μου διέφυγε, ξέχασα να πετάξω τα σκουπίδια πριν πάω στη δουλειά

3. ακαθαρσίες, βρωμιές, La playa estaba llena de basura, Η παραλία ήταν γεμάτη βρωμιές

4. για άτομο, χαμηλής εκτίμησης, σκουπίδι, μπάζο, No te juntes con ese tipo, es basura,

Μην κάνεις παρέα με αυτόν τον τύπο, είναι σκουπίδι

5. μτφ, για πράγμα κακοφτιαγμένο, αηδία, μπάζο, για τα πανηγύρια,

Los programas de televisión de los sábados son pura basura,

Τα τηλεοπτικά προγράμματα του Σαββάτου είναι εντελώς για τα πανηγύρια

6. για άλογο, καβαλίνα, κόπρανα, μπάζα αλόγου

7. κάδος απορριμμάτων, δοχείο σκουπιδιών

8. μετά απο ουσιαστικό, δίνει έμφαση αρνητική, για τα μπάζα

contrato basura, εξευτελιστική σύμβαση εργασίας

comida basura, ανθυγιεινό, πρόχειρο φαγητό, σκουπιδο-φάι

televisión basura, telebasura τηλεοπτικά σκουπίδια, τηλε-σκουπίδια

9. σνθ, basura espacial διαστημικό απόβλητο, αστρικά σκουπίδια

basura inorgánica ανόργανα απόβλητα, σκουπίδια

basura orgánica οργανικά απόβλητα, σκουπίδια

basura radioactiva ραδιενεργά απόβλητα

10. εκφ echar, tirar a la basura πετάω, τραβάω στα σκουπίδια

echar, tirar la basura πετάω τα σκουπίδια

basurero, ra 1. α θ, σκουπιδιάρης, -α, που μαζεύει τα μπάζα

basurero 1. α, πρχ μπαζο-μέρος = χωματερή, χώρος υγειονομικής ταφής απορριμμάτων, σκουπιδότοπος

barrer 1. πρχ α-μπαρ-ίζω ή σ-βαρ-νίζω κάτι= το παίρνω με την μπάρα> σκούπα, πρχ βούρ-τσα

ρμ, σβαρνίζω, σκουπίζω με σκούπα, Barrí el piso, Σκούπισα το πάτωμα

2. μτφ, σαρώνω με το βλέμμα, σκάνερ, κάτι για κάποιο σκοπό,

Barrí la grama con la linterna para tratar de encontrar mis llaves,

Σάρωσα το γρασίδι με τον φακό μου προσπαθώντας να βρω τα κλειδιά μου

3. για κάτι που παρασύρεται από αέρα, βροχή, σαρώνω, παρασύρω,

Las fuertes olas del mar barrían todo a su alrededor,

Τα δυνατά κύματα της θάλασσας παρέσυραν τα πάντα γύρω τους

4. μτφ, σαν να παίρνω πρχ αμπάριζα κάποιον, κάτι, εξοντώνω, εξαλείφω,

el asesino le barrió la vida, ο δολοφόνος του πήρε την ζωή

sus palabras barrieron mis dudas, τα λόγια του διέλυσαν τις αμφιβολίες μου

5. μτφ κλέβω, σαν να σκουπίζω χρήμα, αγαθά, los ladrones barrieron la casa,

οι κλέφτες σκούπισαν, σήκωσαν όλο το σπίτι

6. μτφ, σβαρνίζω= κερδίζω, νικώ, συντρίβω με διαφορά, παίρνω αμπάριζα αντίπαλο,

hemos barrido en las elecciones, έχουμε σβαρνίσει= κερδίσει με διαφορά στις εκλογές

7. barrer con, α-μπαρίζω με κάτι= το παίρνω εντελώς, σαρώνω, κυριεύω,

el huracán barrió con todo, o τυφώνας σάρωσε τα πάντα στο πέρασμα του

quería barrer con su pasado, ήθελε να ξεχάσει το παρελθόν του

8. εκφ, barrer para adentro, para casa, σκουπίζω προς τα μέσα, προς το σπίτι=

ευλογώ τα γένια μου, φροντίζω πρώτα τον εαυτό μου

barredera 1. θ, μηχανή για σκούπισμα δρόμων, σαν να περνά μπάρα= βούρτσα

barredero, ra 1. ε, σαρωτικός, -ή, -ó για μηχανή, μηχάνημα

barredero 1. α, βέργα καθαρισμού για φούρνους, barredero para hornos

barredor, ra 1. ε, α θ, οδο-καθαριστικός, -ή, -ó, οδοκαθαριστής, -ια

barredora 1. θ, όχημα οδοκαθαρισμού

2. σνθ, barredora regadora, μηχανή που καταβρέχει και σκουπίζει

barredura 1. θ, σκούπισμα, πέρασμα με μπάρα= βούρτσα

barreduras 1. θ πλ, απορρίμματα, σκουπίδια

2. απόβλητα

barrendero, ra 1. α θ, πρχ α-μπαριστής= οδοκαθαριστής, -ια

barrida 1. θ, σκούπισμα

2. εκφ, darle una barrida a algo, να του δώσω ένα σκούπισμα σε = σκουπίζω ελαφρά κάτι

Tengo que darle una barrida al suelo antes de que vengan los invitados,

Πρέπει να σκουπίσω το πάτωμα πριν έρθουν οι καλεσμένοι

barrido 1. α, σκούπισμα με σκούπα

2. μτφ, εξέταση με το μάτι

3. σάρωση, σάρωμα με μηχάνημα, El dron realizó un barrido de las posiciones enemigas,

Το ντρον πραγματοποίησε σάρωση των εχθρικών θέσεων

4. κνμ, σάρωση

5. σνθ, barrido electrónico, πλφ, ηλεκτρονική σάρωση

barrido ligero, σκουπισματ-άκι (ελαφρύ)

6. εκφ, darle un barrido a algo, σκουπίζω ελαφρά κάτι με σκούπα

σαρώνω με το βλέμμα, ρίχνω μια ματιά,

servir lo mismo tanto para un barrido como para un fregado= σερβίρει> κάνει το ίδιο τόσο για ένα σκούπισμα όσο και για τρίψιμο = είμαι o άνθρωπος για όλες τις δουλειές

abarrisco, a barrisco 1. επρ, σαν αμπάριζα= όλοι, όλοι μαζί

abarrajar 1. ρμ, πρχ αμπαρίζω κάτι βίαια, παρασύρω, El ciclista fue abarrajado por un coche,

Ο ποδηλάτης παρασύρθηκε από αυτοκίνητο

guerra 1. πρχ γκερα> γκαρ-ίζω= ιαχή πολέμου> πόλεμος, πρχ γερα> έ-γερσις εναντίον κάποιου

θ, πόλεμος μεταξύ κρατών, στρατού, hemos perdido una batalla pero no la guerra,

χάσαμε μια μάχη αλλά όχι τον πόλεμο,

la guerra de independencia en México,

ο πόλεμος της ανεξαρτησίας στο Μεξικό

2. μτφ, πόλεμος ενδιαφερόντων, ιδεών, γνώμων, guerra de intereses, ideas, opiniones,

después del divorcio, la guerra fue por la custodia de los hijos,

μετά το διαζύγιο, ο πόλεμος ήταν για την επιμέλεια των παιδιών, 

la guerra entre sexos, ο πόλεμος μεταξύ φύλων

3. σνθ, guerra de cifras, de precios πόλεμος αριθμών , τιμών

guerra de guerrillas, ανταρτο-πόλεμος, αντάρτικο

guerra de nervios, πόλεμος νεύρων

guerra de trincheras, στρ, πόλεμος χαρακωμάτων

guerra espacial, de las galaxias, πόλεμος των άστρων, γαλαξιών

guerra fría, ψυχρός πόλεμος

guerra a muerte, πόλεμος έως θανάτου= εσχάτων

guerra bacteriológica, nuclear, química βακτηριολογικός, πυρηνικός, χημικός πόλεμος guerra civil, εμφύλιος πόλεμος

guerra comercial, εμπορικός πόλεμος

guerra de agotamiento, de desgaste, πόλεμος φθοράς

guerra relámpago, πόλεμος αστραπή

guerra santa, ιερός πόλεμος

guerra sucia, βρώμικος πόλεμος

4. εκφ, querer, tener ganas de guerra, οικ θέλω, έχω όρεξη για πόλεμο= γυρεύω καβγά

buscar, pedir guerra, οικ, ψάχνω, ζητώ πόλεμο= κάτι, κάποιος ψάχνεται, πάει γυρεύοντας,

dar guerra a alguien, οικ, δίνω πόλεμο σε κάποιον= δεν αφήνω κάποιον ήσυχο

ir a la guerra, πάω στον πόλεμο

ser de antes de la guerra, μτφ, είναι προ-πολεμικό, από τον καιρό του Νώε

este coche es de antes de la guerra, αυτό το αμάξι είναι προ-πολεμικό

la Primera o 1a, Segunda, 2a Guerra Mundial, o Πρώτος, Α’, Δεύτερος, Β’ Παγκόσμιος

guerrear 1. πρχ γκερ-εαρ ή γερεαρ> γκαρ-ίζω ή εγείρ-ομαι ενάντια σε κάποιον,

ρα, πολεμώ, Los pueblos bárbaros guerreaban continuamente entre sí,

Οι βάρβαροι λαοί πολέμαγαν συνέχεια, βρίσκονταν σε διαρκή πόλεμο μεταξύ τους

guerrear contra, πολεμώ ενάντια, κόντρα

guerrera 1. θ, στρατιωτικό χιτώνιο, επενδύτης

guerrero, ra 1. ε, πολεμικός, -ή, -ó, Los aztecas eran un pueblo guerrero,

Οι Αζτέκοι ήταν ένας λαός πολεμιστών

2. μτφ, καβγατζής, -ού, -ίδικο, σαματατζίδικος, -η, -ο, της βαβούρας,

Le han salido unos niños muy guerreros,

Του βγήκαν τα παιδιά πολύ σαματατζίδικα

3. α θ, πολεμιστής, -α

guerrilla 1. θ, αντάρτες, la guerrilla está en las montañas, οι αντάρτες είναι στα βουνά

2. στρατηγική αντάρτικο, ανταρτοπόλεμος, la guerrilla desestabiliza la democracia,

το αντάρτικο αποσταθεροποιεί τη δημοκρατία

3. μάχη σε παιχνίδι με χαρτιά

4. μάχη με πετροβολισμό μεταξύ ατόμων

5. εκφ, marchar en guerrilla, στρ, μαρτσάρω= προελαύνω με ακροβολιστές

guerrillear 1. ρα, κάνω ανταρτοπόλεμο

guerrillero, ra 1. ε, αντάρτικος, -η, -ο, σχετικός, -ή, -ό με τους αντάρτες

ataque guerrillero, επίθεση ανταρτών

2. α θ, πολεμιστής, -ια αντάρτικου, αντάρτης, -ισσα

aguerrir 1. ρμ, πρχ γκαρίζω στους στρατιώτες ή αγκερ-ιρ> σκληρ-αινω ή τους εγείρω για την μάχη, πόλεμο=

σκληραγωγώ, εκπαιδεύω στον πόλεμο, 

Meses de combate habían aguerrido a esos muchachos que ahora eran soldados temibles,

Μήνες μάχης είχαν σκληραγωγήσει αυτά τα αγόρια που ήταν πλέον τρομακτικοί στρατιώτες

aguerrido, da 1. πρχ γκαρισμένο= πολεμικός

ε, γενναίος, -α, -o, σκληραγωγημένος, -η, -ο, εμπειροπόλεμος, -η, -ο,

soldado aguerrido, γενναίος, εμπειροπόλεμος στρατιώτης

2. μτφ, έμπειρος, -η, -o, μπαρουτοκαπνισμένος, -η, -ο, reportero aguerrido, έμπειρος ρεπόρτερ

entreguerras, de entreguerras 1. εκφ, ενδο> μεσο-πολεμικός, -ή, -ό,

periodo, literatura de entreguerras, περίοδος, λογοτεχνία του μεσοπολέμου

posguerra, postguerra 1. θ, μεταπολεμική περίοδος

preguerra 1. θ, προπολεμική περίοδος

Scroll to Top