BALA=ΠΡΧ ΜΠΑΛΑ, ΦΑΛΛΟΣ, ΦΛΟΙΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
bala πρχ μπάλα= βόλι
1. θ, σφαίρα, βλήμα, La ametralladora dispara alrededor de 700 balas por minuto,
Το πολυβόλο βάλλει με περίπου 700 βολές ανά λεπτό,
a prueba de balas, με πρόβα από βόλια= αλεξί-σφαιρο
2. μπάλα κανονιού, βλήμα, μύδρος
3. μτφ, μπόγος από κάτι, σαν μπάλα, el camión transportaba balas de paja,
Το φορτηγό μετέφερε μπάλες από άχυρo
4. σνθ, bala de fogueo, άσφαιρα πυρά
bala de plástico, σφαίρα από πλαστική
bala explosiva, σφαίρα διασποράς
5. α θ, μτφ, σαν βώλος στον δρόμο, αλήτης, -α, χαμένο κορμί
6. εκφ, como una bala, μτφ, σαν βόλι= βολίδα, αστραπή, σφαίρα
cuando le avisaron salió como una bala, Όταν τον ειδοποίησαν, έφυγε βολίδα
bala perdida, χαμένη υπόθεση, χαμένο κορμί, esa chica es una bala perdida,
αυτό το κορίτσι είναι χαμένη υπόθεση
balarrasa 1. α θ, μτφ, χαμένο κορμί
balazo πρχ μπαλαθο> μπαλοθιά
1. α, βολή από πυρά, πυροβολισμός
2. τραύμα από σφαίρα, El valiente soldado murió por un balazo en el corazón,
Ο γενναίος στρατιώτης πέθανε από τραύμα σφαίρας στην καρδιά
3. εκφ, coser a alguien a balazos, μτφ, γαζώνω με σφαίρες
balín πρχ μπαλ-ίτσα
1. α, φυσίγγιο
2. σκάγι αεροβόλου
balón 1. α, μπάλα, Pateó el balón y anotó un gol, Κλώτσησε την μπάλα και σημείωσε γκολ
2. σφαιρικό δοχείο, φιάλη
3. δέμα σαν μπόγος ή μπάλα
4. σνθ, balón de oxígeno, φιάλη οξυγόνου
ή μτφ ανάσα, le dejamos un dinero que fue un pequeño balón de oxígeno para su economía, Του αφήσαμε λίγο χρήμα που ήταν μια μικρή ανάσα καθαρού αέρα για την οικονομία του
balón medicinal, ιατρική μπάλα
balón oval, μπάλα του ράγκμπι
5. εκφ, a balón parado, πδφ, από στημένη φάση
echar balones fuera, μτφ, ρίχνω μπάλες έγω> στην εξέδρα= αποφεύγω να πάρω θέση
ante tal insinuación no pude más que echar balones fuera,
αντιμέτωπος με μια τέτοια υπόνοια, το μόνο που μπόρεσα ήταν να αποφύγω το ζήτημα
balonazo 1. α, μπαλιά στο πρόσωπο ή χτύπημα από μπάλα σε κάτι
A Martín le dieron un balonazo en la cara, Στον Μάρτιν του έριξαν μια μπαλιά στο πρόσωπο
balotada 1. θ, ιππ, πήδημα αλόγου, σαν αναπήδημα μπάλας
balotaje 1. α, μτφ, άγονη ψηφοφορία, σαν μπάλα που πηδά
embalaje 1. α, αμπαλάζ, συσκευασία σε κάτι
el embalaje está intacto, η συσκευασία είναι άθικτη
embalar πρχ αμπαλάρω
1. ρμ, συσκευάζω, αμπαλάρω, πακετάρω κάτι,
Cuando terminó de embalar todas sus pertenencias, llamó a la compañía de mudanzas,
Όταν τελείωσε με το να αμπαλάρει όλα τα πράγματα του, κάλεσε την εταιρεία μετακόμισης
2. ραντ, μτφ, πρχ φουλάρω, για άτομο, όχημα που τρέχει σαν μπάλα, πολύ
3. πρχ φουλάρω ή εμβάλλω> ορμώ με μεγάλη ταχύτητα, για άλογο, ζώο,
Cuando el perro vio la ardilla bajando del árbol, se embaló a perseguirlo,
Όταν ο σκύλος είδε τον σκίουρο να κατεβαίνει από το δέντρο, όρμησε να τον κυνηγήσει
ή επιταχύνω, πάω σαν μπάλα, σφαίρα, el atleta se embaló en los últimos metros,
Ο αθλητής επιτάχυνε στα τελευταία μέτρα,
El conductor pisó a fondo el acelerador embalando el motor y el vehículo,
Ο οδηγός πάτησε το τέρμα το πεντάλ γκαζιού, επιταχύνοντας τον κινητήρα και το όχημα
desembalar 1. ρμ, πρχ ξε-αμπαλάρω κάτι, αποσυσκευάζω
balompédico, ca 1. ε, ποδο-σφαιρικός, -ή, -ó
balompié 1. α, ποδό-σφαιρο
baloncesto 1. α, αθλ, καλαθο-σφαίριση, μπάσκετ
baloncestista 1. α θ, αθλ, καλαθο-σφαιριστής , μπασκετμπολίστας
baloncestístico, ca 1. ε, μπασκετικός, -ή, -ό, una ciudad baloncestistica,
μια πόλη μπασκετική
balonmano 1. α, αθλ, χάντ-μπολ, χειρο-σφαίριση
balonmanista 1. α θ, αθλ, χάντμπολίστας, χειρο-σφαιριστής
balonmanístico, ca 1. ε, χαντμπολιστικός, -ή, -ό
balonvolea 1. α, αθλ, πρχ μπαλα-βολευ= πετό-σφαιρα, πετοσφαίριση, βόλεϊ
bola πρχ μπάλα
1. θ, μπάλα, σφαίρα, una bola de helado, μια μπάλα παγωτού
una bola de petanca, σφαίρα, μπάλα του πετάνκ
2. μπάλα, τόπι
3. μπίλια μπιλιάρδου
4. βώλος
5. οικ, μτφ, πρχ φόλα ή μπούρδα> παραμύθι, ψέμα, esa bola no me la trago,
αυτό το παραμύθι δεν το τρώω
6. μτφ, φήμη, σαν μπάλα που τρέχει
7. οικ, μτφ, μπράτσο, μούσκουλο, ποντίκι, σαν μπάλα
8. σνθ, bola de alcanfor, μπάλα καμφοράς
bola de cristal, κρυστάλλινη σφαίρα
bola del mundo, υδρόγειος σφαίρα
8. εκφ, a bola vista, με ανοιχτά χαρτιά
a mi, tu, su bola, μτφ, οικ, στον κόσμο μου, σου, του
contar, meter bolas, οικ, μτφ, λέω φόλες> παραμύθια
ponerse como una bola, παχαίνω, γίνομαι σαν μπάλα
bolas 1. θ πλ, α θ μπαλάκια, αρχίδια
2. εκφ, en bolas, μτφ, γυμνός, τσιτσίδι
bolada 1. θ, μπαλιά
2. ρίψη κανονιού
bolado 1. α, ζάχαρη σπογγώδους μάζας, σαν μπάλα
bolazo 1. α, χτύπημα από μπάλα
bol πρχ μπολ
1. α, μπολ δοχείο, un bol de leche con cereales, ένα μπολ με γάλα και δημητριακά
2. μτφ, δίχτυ, σαν μπολ, los pescadores sacaron los peces del bol,
οι ψαράδες έβγαλαν τα ψάρια από το δίχτυ
3. μτφ, ρίξιμο διχτυού
baluarte πρχ βολο-ριχτης ή σχήμα σαν μπάλα το οχυρό
1. α. προμαχώνας, οχυρό, σαν να ρίχνει βολές κανονιού
2. μτφ, προστασία, προπύργιο για κάτι
abaluartar 1. ρμ, φτιάχνω βολο-ριχτη> οχυρώνω
bulevar 1. α, μπουλεβαρντ, λεωφόρος, επειδή βολο-βαίνουν τα οχήματα
bolardo πρχ μπαλο-δρομο= μπάλες στο πεζο-δρόμιο
1. α, μπάλες σαν οριοδείκτης σε πεζοδρόμιο, δρόμο
2. στο λιμάνι, δέστρα σαν μπάλα, πάσσαλος για το δέσιμο των πλοίων στην ξηρά
bulldozer 1. α, μπουλντόζα
fuelle πρχ ηχμ φου= φύσημα ή πράγμα σαν φυσούνα
1. α, όργανο για φύσημα αέρα, φυσερό, φυσητήρας
2. μτφ, φυσούνα βαγονιού
3. για φωτογραφικές μηχανές πτυσσόμενος θάλαμος
4. φυσούνα ακορδεόν
5. ασκός για γκάιτα
6. κουκούλα άμαξας
7. πτυχή, πτύχωση σε ρούχο
8. μτφ, ανάσα, le faltó fuelle, έμεινε από ανάσες
9. μτφ, για άτομο, που φυσά πληροφορίες, πρχ φουε-γιε> χα-φιές, σπιούνος, καρφί
10. εκφ, tener mucho fuelle, μτφ, έχω πολλές δυνάμεις> ανάσες
perder el fuelle, μτφ, μου κόβεται η ανάσα
quedarse sin fuelle, οικ, είμαι με κομμένη την ανάσα
falo 1. α, φαλλός
fálico, ca 1. ε, φαλλικός, -ή, -ó
falocracia 1. θ, φαλλοκρατία
falócrata 1. ε, α, φαλλοκρατικός, -ή, -ó, φαλλοκράτης
faloide 1. ε, φαλλοειδής, -ής, -ές
follar πρχ φαλίζω= φαλός> πέος ή το φωλιάζω σε κάποιον
1. ρμ, χυδ, γαμώ, Creo que ha follado a todas las chicas de la clase,
Νομίζω ότι έχει φωλιάσει> γαμήσει όλα τα κορίτσια στην τάξη
2. μτφ, τσαντίζω, ενοχλώ
3. μτφ, απορρίπτω, κόβω από κάτι, No ha aprobado a nadie, se ha follado a toda la clase,
Δεν έχει περάσει κανέναν, έχει κόψει όλη την τάξη
4. φυσάω με το φυσερό, folla el fuego o se nos apaga,
φύσα την φωτιά αλλιώς μας σβήνει
5. ρα, ραντ, γαμιέμαι, πηδιέμαι, Mi compañero de piso estuvo follando con la novia toda la noche,
Ο συγκάτοικος μου γαμιόταν, πηδιόταν με την κοπέλα του όλη νύχτα
6. σε τεστ, διαγώνισμα, μτφ, κόβομαι
follado, da 1. ε, γαμημένος, -η, -o
2. εκφ, ir follado, μτφ πάω γαμιώντας> τρέχω σαν παλαβός
follón πρχ φο-λον> φω(το)-(βο)λον
1. α, φωτοβολίδα χωρίς κρότο
2. μτφ, πρχ φόλα= υπόθεση, θέμα ενοχλητικό
3. ηχμ, φουλ> πορδή αθόρυβη
folgo 1. α, ποδόσακος , σαν μπόγος
folículo 1. α, ανα, βοτ, πρχ φολι-κουλο= θυλάκιο, θύλακας
folicular 1. ε, ανα, βοτ, πρχ θ-υλακιώδης, -ης, -ες
foliculitis 1. θ, ιατ, πρχ θυλακίτιδα
holgar
1. ρμ, πρχ μπ-ογάζει κάτι= περιττεύω σαν μπούγιο,
huelga decir que, είναι μπούγιο να> περιττό να πω πως,
huelga decir que copiar será castigado, περιττό να πούμε ότι η αντιγραφή θα τιμωρείται
huelgan los comentarios, τα σχόλια περιττεύουν, σαν μπούγιο
2. πρχ ολγαρ> ζω σαν αγάς, δεν κάνω τίποτα, τεμπελιάζω,
¡Deja de holgar y ven a darme una mano!
Σταμάτα να τεμπελιάζεις και έλα να μου δώσεις ένα χέρι βοήθειας!
3. κάθομαι σαν αγάς= ξεκουράζομαι για διάλλειμα
4. μτφ, διασκεδάζω σαν αγάς
5. ραντ, πρχ αγαλιάζομαι= χαίρομαι, ευαρεστούμαι με κάτι
6. μτφ, πρχ αγαλ-ιάζω> διασκεδάζω, ψυχαγωγούμαι,
Nunca me imaginé que me iba a holgar y reír tanto aprendiendo a bailar tango,
Ποτέ δεν φαντάστηκα ότι θα διασκέδαζα και θα γελούσα τόσο πολύ μαθαίνοντας να χορεύω τάνγκο
holgadamente 1. επρ, μτφ, με μπ-ούγιο> άνετα
ganaron holgadamente, κέρδισαν με μπούγιο> άνετα
2. σαν αγάδες> πλουσιοπάροχα, viven holgadamente, ζουν πλουσιοπάροχα
holgado, da πρχ μπ-ουγάτος, σαν μπόγος
1. ε, για ρούχο, φαρδουλός, -ή, -ó, φαρδύς, -ιά, -ύ, άνετος, -η, -o
un vestido holgado, ένα φαρδύ φόρεμα
unos zapatos holgados, φαρδιά παπούτσια
2. για χώρο με μπούγιο, άνετος, -η, -ο
3. μτφ, σαν αγάς σε χρήμα, αγάτος, με ευχέρεια, άνετος, -η, -o
una vida holgada, μια άνετη ζωή (αγά)
holganza πρχ σαν αγάς
1. θ, οκνηρία, ραθυμία
2. διασκέδαση
3. ρεπό, ξεκούραση
holgorio 1. α, πρχ ολ-γοριο> γλέντι, αγαλλίαση, διασκέδαση,
La fiesta fue puro holgorio y celebración, Το πάρτι ήταν καθαρό γλέντι και γιορτή
holgura 1. θ, πρχ μπ-ούγιο> φάρδος ρούχου
2. πρχ μπ-ούγιο> εύρος χώρου, φάρδος
3. πρχ μπ-ούγιο> άνεση
4. σαν αγάς, ευημερία
5. μχν, πρχ μπ-ουγιο> διάκενο, αρμός
huelgo 1. α, ηχμ ουελ-γο> λαχ-άνιασμα> χνώτο, ανάσα
2. πρχ μπ-ούγιο ή μπ-όσικο> άνεση χώρου
3. μχν, πρχ μπ-ούγιο ή μπ-όσικο> διάκενο σε χώρο, αρμός
huelga πρχ ου-ελγα> απ-ε(λ)ργία ή αλάργα από δουλειά, σαν αγάς δεν δουλεύω
1. θ, απεργία
2. σνθ, huelga a la japonesa απεργία αλά ιαπωνικά
huelga del hambre, απεργία πείνας
huelga general, γενική απεργία
huelga indefinida, απεργία επ’ αόριστον
3. εκφ, estar en huelga, είμαι σε απεργία
hacer huelga, κάνω απεργία
ir a la huelga, κατεβαίνω σε απεργία
huelguista 1. α θ, απεργός
huelguístico, ca 1. ε, απεργιακός, -ή, -ó, el movimiento huelguístico, το απεργιακό κίνημα
holgazán, ana 1. ε, α θ, πρχ ολ-γαζαν> σαν αγάς-ζώ ή αργο-ζώ = τεμπέλης, -α, -ικο,
αργόσχολος, -η, -ο, οκνηρός, -ή, -ό, τεμπέλης, α
holgazanear 1. ρα, πρχ αργο-ζω> τεμπελιάζω
holgazanería 1. θ, πρχ αργο-ζωία> τεμπελιά, οκνηρία
jolgorio πρχ χολ-γοριο> χορός ή όχλος= γλέντι
1. α, γιορτή , γλέντι
2. πρχ χαρά από κάτι, un gran jolgorio, μια μεγάλη χαρά
juerga πρχ χουεργα> χορ-άγημα ή γιούργια > πολλά άτομα σε κάτι
1. α, οικ, γλέντι, Salieron del trabajo algo antes y se fueron de juerga,
Έφυγαν από τη δουλειά λίγο νωρίτερα και πήγαν για γλέντι
2. εκφ, estar de juerga, γλεντώ, El tiempo se pasó volando porque estábamos de juerga,
Ο χρόνος πέρασε γρήγορα γιατί γλεντάγαμε
de juerga en juerga, από γλέντι σε γλέντι
juerguearse 1. ραντ, πρχ χοράγομαι ή γλεντζάρω> γλεντοκοπάω
juerguista 1. ε, α θ, γλεντζέδικος, -η, -o, γλεντζές
desollar πρχ ντεσ-ολαρ> αντι-φυλλαρω= ξε-φυλλώνω> ξε-φλοιώνω κάτι
1. ρμ, αφαιρώ τον φλοιό> δέρμα από ζώο, άνθρωπο, πρχ σκαλπ, γδέρνω,
desollar un conejo, γδέρνω ένα κουνέλι
2. μτφ, ξε-φλοιώνομαι από κάτι, πρχ από σόλα παπουτσιού, πληγώνω,
los zapatos me desollan los pies, τα παπούτσια(σόλα) μου πληγώνουν τα πόδια
3. μτφ, πρχ ντε-σολαρ> δια-σύρω ή πρχ γ-δαρσιμο σε κάποιον, κριτικάρω έντονα,
la prensa lo desolló, o Τύπος τον διέσυρε
4. ραντ, ξε-φλοιώνομαι, γδέρνω γόνατα, δέρμα
5. εκφ, desollar vivo a alguien, οικ, γδέρνω κάποιον ζωντανό
desolladero 1. α, σφαγείο, ξε-φλοιοτήριο ή πρχ γ-δαρτήριο
desollador, ra 1. ε, α θ, ξε-φλοιωτής> εκ-δορέας ζώων ή γ-δάρτης
desolladura 1. θ, πρχ εκ-δορά, γ-δάρσιμο, γρατζούνισμα
2. γρατζουνιά, εκδορά από ζώο
desollón 1. α, πρχ γ-δαρσιμο> γρατσουνιά, εκδορά
desuello 1. πρχ εκ-δορά ζώων, γ-δάρσιμο
2. μτφ, πρχ ξέσαλος σε συμπεριφορά, αδιαντροπιά
hollejo 1. α, πρχ ολεχο> φ-υλλ-εχο> φλοιός, λεπτή φλούδα φρούτου
deshollejar 1. ρμ, πρχ απο-φλοιώνω= ξεφλουδίζω φρούτο, λαχανικό, όσπρια