ANCHO= ΠΡΧ ΑΝΤΣΟ> ΑΝΚ-ΧΟ> ΑΝΟΙΧΤΟ> ΠΛΑΤΥ, ΦΑΡΔΥ ΣΕ ΟΡΙΑ, ΠΡΧ ΑΜΒΛΥ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
ancho πρχ αντσο> ανοιχτό σε πλάτος
1. α, πλάτος, φάρδος σε κάτι, La puerta tiene un ancho de 120 centímetros,
Η πόρτα έχει πλάτος 120 εκατοστά,
¿cuánto mide, cuánto tiene de ancho?, τι φάρδος έχει; πόσο πλάτος έχει;
el ancho de la tela, το φάρδος του υφάσματος
el acera tiene 2 metros de ancho, το πεζοδρόμιο έχει 2 μέτρα φάρδος, πλάτος
2. σνθ, ancho de banda, τηλ, εύρος ζώνης
ancho de vía, σδρ, εύρος γραμμής, τροχιάς
doble ancho, διπλό φάρδος σε ραπτική
ancho, cha 1. ε, φαρδύς, -ιά, -ύ, La casa nueva de Sara tiene pasillos muy anchos,
Το νέο σπίτι της Σάρας έχει πολύ φαρδιούς διαδρόμους,
es ancho de hombros, έχει φαρδιούς ώμους
esta ventana es muy ancha, αυτό τo παράθυρο είναι πολύ φαρδύ
vestido ancho, φόρεμα φαρδύ
pantalones anchos, φαρδιά παντελόνια
2. μτφ, πρχ αντσο> άνετος, -η, -ο, en el balcón estaremos más anchos,
στο μπαλκόνι θα είμαστε πιο άνετα
3. για τοίχο, παχύς, -ιά, -ύ, la pared es ancha, ο τοίχος είναι παχύς, έχει μεγάλο πάχος
4. εκφ, estar, ponerse muy, tan ancho, μτφ, στέκω άνετος ή πολύ ανοιχτός= καμαρώνω, υπερηφανεύομαι, se ha puesto tan ancha con las buenas notas,
καμαρώνει για τους καλούς βαθμούς της
quedarse tan ancho, κάθεται τόσο άνετος> σαν να μην έγινε τίποτα,
lo dijo delante de todos y se quedó tan ancho,
το είπε μπροστά σε όλους σα να μη συνέβη τίποτα
venir algo ancho a alguien, βαίνει λίγο ανοιχτό> μεγάλο σε κάποιον κάτι=
κάτι ξεπερνά, υπερβαίνει τις ικανότητες κάποιου, le viene un poco ancho su cargo,
του έρχεται λίγο μεγάλη, τον υπερβαίνει αυτή η θέση εργασίας
anchas 1. θ πλ, πρχ, μτφ, ανοιχτές> ανέσεις, εκφ, a mis, tus, sus anchas,
με την άνεση μου, σου, του, της, πράττω όπως θέλω ή ελεύθερα,
ponerse, estar, quedarse, sentirse, vivir a sus anchas, είμαι, κάθομαι, αισθάνομαι, ζώ άνετα, cuando al fin todos se fueron, ella se quedó a sus anchas,
Όταν τελικά όλοι έφυγαν, αυτή κάθισε άνετα
tú, ponte a tus anchas, como si estuvieras en tu casa, κάθισε άνετα, σαν στο σπίτι σου
en su casa estoy a mis anchas, στο σπίτι του είμαι άνετα
anchura 1. θ, φάρδος, πλάτος, el cuadro tiene más anchura que altura,
το κάδρο έχει περισσότερο πλάτος απο ύψος
2. η μικρότερη διάσταση σε ένα σώμα με 2 διαστάσεις,
el cuadrado mide 4 cm de anchura, το τετράγωνο είναι 4 εκ. σε πλάτος ή πλατύ
3. σε αντικείμενα 3 διαστάσεων η 2η σε μέγεθος, la anchura de un libro,
το πλάτος ενός βιβλίου
4. διάμετρο= εύρος σε κάτι, anchura de caderas, del cuello de la camisa,
εύρος γλουτών, λαιμού πουκαμίσου
5. άπλα χώρου για να περάσει, χωρέσει κάτι
6. μτφ, πρχ ανετούρα σε έκφραση, φέρσιμο= αναίδεια, θράσος, έλλειψη σεβασμού,
El nuevo empleado tuvo la anchura de contradecir a su jefe,
Ο νέος υπάλληλος είχε το θράσος να αντικρούσει το αφεντικό του
7. σνθ, anchura de espaldas, άνοιγμα πλάτης= παράστημα, σκαρί σώματος,
anchura de miras, ευρύτητα αντιλήψεων
6. εκφ, a mis, tus, sus anchuras, με την άνεση μου, σου, του, της, άνετα,
en su casa me encuentro a mis anchas, στο σπίτι του νιώθω άνετα
anchuroso, sa 1. ε, πρχ ανοιχτό-χωρο= ευρύχωρος, -η, -ο
ensanchar πρχ ενσ-αντσαρ> εν-ανοίξω κάτι
1. ρμ, ραντ, φαρδαίνω, ανοίγω για ρούχο, ensanchó la cintura del pantalón,
φάρδυνε τη μέση του παντελονιού του
Me puse la camiseta de mi hermanito y se ensanchó,
Φόρεσα το πουκάμισο του αδερφού μου και άνοιξε
2. διανοίγω, φαρδαίνω, επεκτείνω, επεκτείνομαι, μεγεθύνω για χώρο, αντικείμενο,
El príncipe ensanchó la ciudad y construyó una muralla,
Ο πρίγκιπας επέκτεινε την πόλη και έχτισε ένα τείχος
¿Puedes ensanchar la fotografía y quitar el fondo?
Μπορείς να μεγεθύνεις τη φωτογραφία και να αφαιρέσεις το φόντο;
la puerta ha ensanchado con la humedad, η πόρτα έχει φαρδύνει από την υγρασία
3. διευρύνω άνοιγμα, πλαταίνω, ανοίγω, tienes que ensanchar el tubo,
πρέπει να διευρύνεις την σωλήνα
4. μτφ, επεκτείνω, La compañía de seguros planea ensanchar su oferta de servicios,
Η ασφαλιστική εταιρεία σχεδιάζει να επεκτείνει το φάσμα των υπηρεσιών της
5. μτφ, διευρύνω, La lectura es el mejor recurso para ensanchar tus conocimientos,
Η ανάγνωση είναι η καλύτερη πηγή για να διευρύνετε τις γνώσεις σας
6. ραντ, μτφ, ανοίγομαι σε περηφάνια ή το παίζω άνετος= κομπάζω, υπερηφανεύομαι,
Antonio se ensanchó cuando lo eligieron empleado del mes,
Ο Antonio το έπαιξε άνετος> υπερηφανεύτηκε όταν επιλέχθηκε υπάλληλος του μήνα
ensanche 1. α, διαπλάτυνση, El ensanche de la calle, Η διαπλάτυνση του δρόμου
2. επέκταση πόλης, ensanche de ciudad
3. ζώνη επέκτασης σε νέα γειτονιά, Vivo en el ensanche que se construyó hace cinco años,
Μένω στην ζώνη επέκτασης που χτίστηκε πριν από πέντε χρόνια
4. διαπλατυσμένο τμήμα
5. άνοιγμα, φάρδεμα, La costurera añadió un ensanche al vestido por si era necesario,
Η μοδίστρα πρόσθεσε ένα φάρδεμα στο φόρεμα για την περίπτωση που ήταν αναγκαίο
6. εκφ, el Ensanche (l ’Eixample), κεντρική γειτονιά της Βαρκελώνης του 19ο αιώνα
enanchar 1. ρμ, οικ, μτφ, ensanchar, φαρδαίνω, πλαταίνω
ensancha 1. θ, διεύρυνση, επέκταση σε μέρος
ensanchador, ra 1. ε, πρχ εν-ανοικτήριος= πλατυντικός, -ή, -ό, φαρδυντικός, -ή, -ό,
máquina ensanchadora de calzado,
μηχάνημα, καλαπόδι φαρδυντικό, φαρδέματος παπουτσιών
ensanchador 1. α, εργαλείο, όργανο φαρδέματος γαντιών
ensanchamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του ensanchar, ensancharse
2. πλάτυμα, φάρδεμα, διαπλάτυνση, διάνοιγμα, διεύρυνση
3. το διαπλατυσμένο τμήμα σε κάτι
escarrancharse 1. ρμ, πρχ καρα-ανοίγομαι= ανοίγω τα πόδια, κάνω σπαγγάτο,
La bailarina me mostró cómo se escarrancha,
Η μπαλαρίνα μου έδειξε πώς ανοίγει τα πόδια της, κάνει σπαγγάτο
amplio, plia πρχ αμβλύς
1. ε, για χώρο, ζώνη, περιοχή, ευρύς, -εία, -ύ, φαρδύς, -ιά, -ύ, εκτεταμένος, -η, -o,
una amplia zona de la ciudad, ένα εκτεταμένο τμήμα της πόλης,
Las calles del pueblo no son suficientemente amplias para permitir la doble circulación,
Οι δρόμοι της πόλης δεν είναι αρκετά φαρδιοί για να επιτρέπουν διπλή κίνηση
2. για μέρος, δωμάτιο, ευρύχωρος, -η, -o, una habitación amplia, ένα ευρύχωρο δωμάτιο
un piso amplio, ένα ευρύχωρο διαμέρισμα
3. για ρούχο, φαρδύς, -ιά, -ύ, un vestido amplio, ένα φαρδύ φόρεμα
4. μτφ, εκτεταμένος, -η, -o, ευρύς, -εία, -ύ, αρκετός, -ή, -ό,
tiene amplios poderes, έχει εκτεταμένες εξουσίες
Deja un margen amplio para tomar apuntes, Άφησε αρκετό χώρο για να πάρεις σημειώσεις
tiene amplios conocimientos sobre el tema de los movimientos sociales,
έχει εκτεταμένες γνώσεις πάνω στο θέμα των κοινωνικών κινημάτων,
su vocabulario es muy amplio, το λεξιλόγιο του είναι ευρύ, πλούσιο
5. για συζήτηση, διάλογο, διευρυμένος, -η, -ο, εις βάθος, un debate amplio,
ένας διάλογος διευρυμένος
6. για έννοια, νόημα λέξης, ευρύς, -εία, -ύ, en el sentido más amplio de la palabra,
με την ευρύτερη έννοια της λέξης
ampliar πρχ αμβλύνω= διευρύνω τα όρια σε κάτι
1. ρμ, για χώρο, επεκτείνω, ampliaremos la tienda, θα επεκτείνουμε το μαγαζί
2. μεγεθύνω φωτογραφία, No podemos ampliar la foto sin perder un poco de calidad,
Δεν μπορούμε να μεγεθύνουμε τη φωτογραφία χωρίς να χάσουμε λίγο την ποιότητα
3. μτφ, επεκτείνω, αναπτύσσω, διευρύνω, nuestro objetivo es ampliar nuestra empresa,
o στόχος μας είναι να επεκτείνουμε την εταιρεία μας
ampliaron los poderes del gerente, διεύρυναν τις αρμοδιότητες του διευθύνοντα
4. για ποσότητα, μέγεθος, διάρκεια χρονική, αυξάνω, παρατείνω,
Me temo que este mes tendremos que ampliar la jornada laboral,
Φοβάμαι ότι αυτόν τον μήνα θα πρέπει να επεκτείνουμε τις ώρες εργασίας μας
ampliar la oferta, αυξάνω την προσφορά,
ampliar el plazo de matrícula, παρατείνω την προθεσμία της εγγραφής
Hemos ampliado el número de empleados de 15,000 a 20,000 en cinco años,
Έχουμε επεκτείνει τον αριθμό των εργαζομένων από 15.000 σε 20.000 σε πέντε χρόνια
5. μτφ, εμβαθύνω, εντρυφώ, διευρύνω για σπουδές, γνώσεις, ampliar los estudios
utilizo tarjetas para ampliar mi vocabulario de español,
χρησιμοποιώ κάρτες για να διευρύνω το λεξιλόγιό μου στα Ισπανικά
6. ραντ, διευρύνομαι, επεκτείνομαι, αυξάνομαι, παρατείνομαι
ampliación 1. θ, πράξη του αποτέλεσμα του ampliar
2. διεύρυνση χώρου
3. μεγέθυνση φωτογραφίας
4. αύξηση ποσότητας, μεγέθους
5. παράταση χρονική σε κάτι
6. μτφ, επέκταση επιχείρησης, ανάπτυξη
7. μτφ, διεύρυνση, εμβάθυνση γνώσεων, σπουδών
8. μτφ, διεύρυνση εξουσίας, κυριαρχίας, εξάπλωση
9. σνθ, ampliación de capital, οκν, αύξηση κεφαλαίου
ampliación de memoria, πλφ, επέκταση μνήμης
ampliado, da 1. ε, διευρυμένος, -η, -o σε όρια
2. αυξημένος, -ή, -ό σε ποσότητα, μέγεθος
3. μεγεθυμένος, -ή, -ό
ampliador, ra 1. ε, ενισχυτικός, -ή, -ó σε ήχο, aparato ampliador, συσκευή ενισχυτική
2. μεγεθυντικός, -ή, -ó σε φώτο, aparato ampliador, συσκευή μεγεθυντική
ampliadora 1. θ, μεγεθυντική μηχανή, μεγεθυντικός φακός
ampli 1. α, οικ, ενισχυτής
ampliable πρχ αμβλύσιμο= που μπορεί να μεγαλώσει τα όρια του
1. ε, επεκτάσιμος, -η, -ο, που μπορεί να διευρυνθεί, αυξηθεί, παραταθεί,
garantía de 3 años, ampliable a 5 años,
εγγύηση για 3 χρόνια, επεκτάσιμη στα 5 χρόνια, με δυνατότητα επέκτασης στα 5 χρόνια
2. που μπορεί να μεγεθυνθεί
3. που μπορεί να ενισχυθεί
amplísimo, ma 1. ε, ευρύτατος, -η, -o
amplitud 1. θ, για χώρο, εύρος, ευρυχωρία, άπλα, la amplitud de la sala,
η ευρυχωρία της αίθουσας, σάλας
2. για ρούχο, φάρδος, la amplitud del abrigo, το φάρδος του παλτού
3. μτφ, έκταση, εύρος, la amplitud de un desastre, η έκταση της καταστροφής
4. μτφ, ευρύτητα, la amplitud de criterio, η ευρύτητα των απόψεων
5. φσκ, αστρ, εύρος
6. σνθ, amplitud de miras, ευρύτητα πνεύματος
ampliamente επρ, αμβλυμένα σε όρια, για χώρο, άνετα, ευρέως, εκτενώς, με τρόπο που περιλαμβάνει όλα τα όρια, σε όλο το εύρος του
1. εκτενώς, lo hemos analizado ampliamente, το έχουμε αναλύσει εκτενώς
2. άνετα, en el almacén cabe todo ampliamente, στην αποθήκη χωρούν άνετα όλα
3. batió el récord ampliamente, κατέρριψε άνετα το ρεκόρ
4. για έρευνα, γνώση, los científicos investigaron ampliamente el fenómeno,
οι επιστήμονες ερεύνησαν διευρυμένα, εις βάθος το φαινόμενα
5. για φήμη, el artista fue reconocido ampliamente, ο αρτίστας αναγνωρίστηκε ευρύτατα
6. για όρια εξέλιξης, la tecnología ha evolucionado ampliamente,
η τεχνολογία έχει εξελιχθεί ευρέως, ευρύτατα
7. la noticia se difundió ampliamente en las redes sociales,
η είδηση διαδόθηκε ευρέως στα κοινωνικά δίκτυα
amplificar πρχ αμβλύο-ποιώ= διευρύνω τα όρια σε κάτι
1. ρμ. ενισχύω, δυναμώνω, αυξάνω ήχο, Si no tienes bocinas, pon tu celular en un vaso vacío para amplificar el volumen, Εάν δεν έχετε ηχεία, τοποθετήστε το κινητό σας σε ένα άδειο ποτήρι για να αυξήσετε την ένταση
2. διευρύνω την διάρκεια, αυξάνω το μέγεθος, ποσότητα σε κάτι,
amplificó su temario para las oposiciones, διεύρυνε την θεματική του για τις πανελλήνιες,
3. μεγεθύνω, Fue necesario amplificar la imagen para distinguir la cara del asaltante,
Ήταν απαραίτητο να μεγεθύνετε την εικόνα για να ξεχωρίσετε το πρόσωπο του δράστη
amplificación 1. θ, πράξη του αποτέλεσμα του amplificar
2. διεύρυνση ήχου
3. αύξηση ποσότητας, μεγέθους
4. μεγέθυνση
amplificador, ra 1. ε, αυξητικός, -ή, -ό για ποσότητα, μέγεθος
2. μεγεθυντικός, -ή, -ó
3. ενισχυτικός, -ή, -ό για ήχο
amplificador 1. α, ενισχυτής
2. σνθ, amplificador de audio, ενισχυτής υψηλής συχνότητας
amplificador de banda ancha, ευρυζωνικός ενισχυτής
amplificador de luminancia, ενισχυτής φωτεινότητας
preamplificador 1. α, ραδ, προενισχυτής