AFLIGIR

AFLIGIR= ΠΡΧ Α-ΦΛΙΓ-ΙΡ> ΠΛΗΓ-ΩΝΩ ΨΥΧΙΚΑ, ΣΩΜΑΤΙΚΑ,

ΠΡΧ ΑΦΛΙΓΙΡ> ΣΑ ΦΛΕΓ-ΜΟΝΗ> ΠΛΗΓΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

afligir 1. ρμ, πρχ αφλιγιρ> πληγώνω ψυχικά= θλίβω, στενοχωρώ, συντρίβω,

me afligió contándome sus penas, με έθλιψε λέγοντας μου τα βάσανα του

La pérdida de su trabajo afligió mucho a Sandra,

Η απώλεια της δουλειάς της στενοχώρησε πολύ τη Σάντρα

2. πληγώνω, πλήττω, las enfermedades afligen a millones de personas en el mundo,

οι ασθένειες πλήττουν εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο

3. μτφ, πληγώνω= κάνω ζημιά, προκαλώ βλάβη, la sequía aflige la región,

η ξηρασία προκαλεί ζημιά στην περιοχή

4. ραντ, πληγώνομαι ψυχικά, στενοχωριέμαι, θλίβομαι, συντρίβομαι, πονώ,

afligirse con, por algo, θλίβομαι με, για, se aflige por la enfermedad de su padre,

θλίβεται για την αρρώστια του πατέρα του

aflicción 1. θ, πρχ πλήξη ψυχική= θλίψη, στενοχώρια, καημός

Este poema trata sobre la tristeza, la aflicción y la melancolía.

Αυτό το ποίημα μιλάει για τη στεναχώρια, τη θλίψη και τη μελαγχολία

aflictivo, va 1. ε, πρχ πληκτικός ψυχικά= θλιβερός, -ή, -ó,

Fue una situación aflictiva y estresante, Ήταν μια θλιβερή και αγχωτική κατάσταση

2. νομ, στερητικός, -ή, -ó της ελευθερίας

afligido, da 1. ε, α θ, πληγωμένος= θλιμμένος, -η, -o, περίλυπος, -η, -o,

στενοχωρημένος, -η, -ο, Nada puede consolar a los afligidos hijos del fallecido,

Τίποτα δεν μπορεί να παρηγορήσει τα θλιμμένα παιδιά του εκλιπόντος

afligidamente 1. επρ, πληγωμένα ψυχικά= με θλίψη

2. με τρόπο αξιολύπητο

conflicto πρχ συν> δια-πληκτ-ισμός για κάτι μεταξύ ατόμων, πραγμάτων

1. α, δια-μάχη, σύγ-κρουση, σύρ-ραξη μεταξύ ατόμων,

existe un grave conflicto entre ellos por culpa de la herencia familiar,

υπάρχει μια μεγάλη διαμάχη μεταξύ τους εξαιτίας της οικογενειακής κληρονομιάς

2. κατάσταση δια-πληκτισμού= διαμάχη, si se prolonga el conflicto, estallará la guerra,

αν παραταθεί η διαμάχη, θα ξεσπάσει ο πόλεμος

3. ψυχ, διαπάλη, el conflicto con uno mismo, η διαπάλη κάποιου με τον εαυτό του

4. σνθ, conflicto de intereses, σύγκρουση συμφερόντων

conflicto generacional, χάσμα γενεών

conflicto laboral, εργασιακές διαφορές

conflicto armado, ένοπλη σύρραξη, σύγκρουση

conflicto bélico, πολεμική σύρραξη, σύγκρουση

conflictividad 1. θ, πρχ συν-πληκτότητα= διαμάχη, σύγκρουση

2. δια-πληκτότητα> κατάσταση δια-πληκτισμού= διένεξη, κατάσταση συγκρούσεων

3. σνθ, conflictividad social, κοινωνικές συγκρούσεις

conflictivo, va 1. ε, που προκαλεί δια-πληκτισμό= διαπληκτιστικός, -ή, -ό, εριστικός, -ή, -ό

dicen que es una persona conflictiva, λένε πως είναι ένα άτομο εριστικό

2. που είναι σε διαπληκτισμό, ταραγμένος, -η, -ο, época conflictiva, εποχή ταραγμένη

infligir 1. ρμ, πρχ εν-πληγώνω> επιπλήττω, επιβάλλω τιμωρία, επίπληξη σε κάποιον,

le infligieron una severa reprimenda, του επέβαλλαν μια σοβαρή επίπληξη

Scroll to Top