ACTO

ACTO= ΡΙΖΑ ΑΚΤ> ΑΠΟ ΠΡ-ΑΚΤΕΟ> ΠΡΑΤΤΩ, ΔΡΩ, ΕΝΕΡΓΩ, ΚΑΝΩ, ΠΟΙΩ, ΠΡΧ ΑΓΩ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

agonía πρχ αγωνία

1. θ, αγωνία ετοιμοθάνατου, ψυχορράγημα, τελευταίες στιγμές,

No pude soportar estar con mi abuelo en su agonía,

Δεν άντεχα να είμαι με τον παππού μου στο ψυχορράγημα του

2. ισχυρός πόνος, οδύνη, αγωνία, La guerra le está causando demasiada agonía a la gente,

Ο πόλεμος προκαλεί υπερβολική οδύνη στους ανθρώπους,

Fue una agonía esperar noticias de su hijo después del accidente del avión,

Ήταν μια αγωνία να περιμένει νέα για τον γιο του μετά το αεροπορικό δυστύχημα

3. θ πλ, απαισιόδοξος, -η, μίζερος, -η, λιγόψυχος, -η, ¡hija, eres una agonías!

κόρη μου, είσαι μια μίζερη!

agónico, ca 1. ε, αγωνικός= επιθανάτιος, -α, -o, la respiración agónica,

ο επιθανάτιος ρόγχος

2. ετοιμοθάνατος, -η, -o, está agónico, είναι ετοιμοθάνατος

agonioso, sa 1. ε, α θ, συνέχεια με αγωνία= απαισιόδοξος, -η, -o

2. απαιτητικός, -ή, -ό, αγχώδης, -ης, -ες

agonizante 1. ε, ετοιμοθάνατος, -η, -ο, που ψυχορραγεί,

soldado agonizante, στρατιώτης που ψυχορραγεί

2. α, θρη, άτομο επιφορτισμένο για την ψυχική προετοιμασία των ετοιμοθάνατων

agonizar 1. ρα, κατάσταση αγωνίας μεταξύ θανάτου-ζωής= ψυχορραγώ,

el enfermo está agonizando, o άρρωστος ψυχορραγεί

2. μτφ, ψυχορραγώ, τελειώνω, σβήνω, agonizar el día, τελειώνει η μέρα,

La luz de la vela agonizaba, y el cuarto se puso más oscuro,

Το φως των κεριών έσβηνε και το δωμάτιο έγινε πιο σκοτεινό

3. μτφ, υποφέρω, πεθαίνω, el ciclista agonizaba en la subida del puerto,

Ο ποδηλάτης πέθαινε στην ανάβαση του βουνού

4. μτφ, πεθαίνω για επιθυμία, agoniza por tener una mujer, πεθαίνει να έχει μια γυναίκα

agonístico, ca 1. ε, αγωνιστικός, -ή, -ό, για αθλήματα

agogía 1. θ, ορυ, ρείθρο, επειδή άγει

anagoge 1. α, θρη, αναγωγή εσωτερική ή μυστικιστική ερμηνεία των ιερών κειμένων

anagogía 1. θ, θρη, αναγωγή εσωτερική ή μυστικιστική ερμηνεία των ιερών κειμένων

anagógico, ca 1. ε, αναγωγικός, -ή, -ό.

antagonismo 1. α, ανταγωνισμός μεταξύ ιδεών, πραγμάτων, ατόμων, αντίθεση, εναντίωση

antagónico, ca 1. ε, ανταγωνιστικός, -ή, -ó, αντίθετος, -η, -o

antagonista 1. ε, ανταγωνιστικός, -ή, -ό

2. ιατ, ανταγωνιστικός, -ή, -ó

3. α, ιατ, ανταγωνιστής

4. α θ, ανταγωνιστής, -ια, αντίπαλος, -η

antagonizar 1. ρα, για άτομο, αντ-αγωνίζω= είμαι σε αντίθεση, διαφωνία με κάτι, κάποιον,

αντιτίθεμαι, Discrepan o antagonizan con su política,

Διαφωνούν ή αντιτίθενται στην πολιτική σας

2. ιατ, για ουσία, φάρμακο, μτφ, εξουδετερώνω

axiología 1. θ, φλφ, αξιολογία

axiológico, ca 1. ε, φλφ, αξιολογικός, -ή, -ó

axioma 1. α, αξίωμα

axiomático, ca 1. ε, αξιωματικός, -ή, -ó

axiomatizar 1. ρμ, αξιοματοποιώ όρους, βάσεις θεωρίας, προβαίνω σε αξιοματοποίηση

paragoge 1. θ, γλγ, παραγωγή για ρητορική

paragógico, ca 1. ε, γλγ, παράγωγος, -ή, -ó

sinagoga 1. θ, συναγωγή

prota 1. α θ, κνμ, πρωταγωνιστής, -ια, κεντρικός ήρωας, ηρωίδα

protagonismo 1. α, πρωταγωνιστικός ρόλος σε έργο, ταινία ή μτφ σε μια κατάσταση,

el jugador tiene un protagonismo en el equipo,

ο παίκτης έχει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ομάδα

2. μτφ, τάση να παίρνει τον πρωταγωνισμό σε κάτι, σημασία σε κάτι

siempre busca un protagonismo, πάντα ψάχνει τον πρωταγωνισμό

protagonista 1. α θ, πρωταγωνιστής, -ια, ήρωας, -ίδα σε γεγονός

2. θύμα σε ατύχημα

3. λγτ, ήρωας, -ίδα

4. κνμ, θτρ, πρωταγωνιστής, -ια, ήρωας, -ίδα

protagonizar 1. ρμ, πρωταγωνιστώ, un grupo de hinchas protagonizó violentos incidentes,

μια ομάδα οπαδών πρωταγωνίστησε στα βίαια επεισόδια

2. λγτ, πρωταγωνιστώ σε έργο

3. κνμ, θτρ, πρωταγωνιστώ, protagonizó varias películas,

πρωταγωνίστησε σε πολλές ταινίες

coprotagonizar 1. ρμ, συμπρωταγωνιστώ

coprotagonista 1. α θ, συμπρωταγωνιστής, -ια

agenda πρχ αγεντα> ατζέντα= αυτό που πρέπει να άγω

1. θ, ατζέντα σαν βιβλίο, τετράδιο σημειώσεων, συναντήσεων, apuntο la cita en la agenda, σημειώνω το ραντεβού στην ατζέντα

2. ατζέντα της ημέρας, ημερήσια διάταξη, la cuestión está en la agenda de la junta,

το ζήτημα είναι στην ημερήσια διάταξη

3. ατζέντα σαν πρόγραμμα, tengo una agenda muy apretada,

έχω ένα πρόγραμμα πολύ φορτωμένο

4. σνθ, agenda de teléfonos, τηλεφωνική ατζέντα

agenda electrónica, ηλεκτρονική ατζέντα

agenda de direcciones, ατζέντα με διευθύνσεις

agenda de entrevistas, ατζέντα συναντήσεων= λίστα προγραμματισμένων ραντεβού

agente 1. α, ατζέντης για κάτι, πράκτορας, αντιπρόσωπος,

¿Cómo se llama el agente que representa a la escritora a la que conoces?

Πώς ονομάζεται ο ατζέντης που εκπροσωπεί την συγγραφέα την οποία γνωρίζεις;

2. παρ-άγοντας, agente atmosférico, ατμοσφαιρικός παράγοντας

3. γρμ, ποιητικό αίτιο

4. αστυνομικός, La calle estaba llena de agentes y carros de policía,

Ο δρόμος ήταν γεμάτος αστυνομικούς και αυτοκίνητα

5. ε, γρμ, που άγει, ποιητικό αίτιο, complemento agente, ποιητικό αίτιο

sujeto agente, υποκείμενο

6. σνθ, agente de la propiedad, inmobiliario, κτηματο-μεσίτης

agente del orden, de policía, άγων την τάξη= αστυνομικό όργανο

agente de negocios, αντιπρόσωπος επιχειρήσεων

agente de patentes, πράκτορας ευρεσιτεχνίας

agente de seguros, ασφαλιστής

agente de turismo, τουριστικός πράκτορας

agente de ventas, αντιπρόσωπος πωλήσεων

agente doble, διπλός πράκτορας

agente económico, οικονομικός παράγοντας

agente ejecutivo, κλητήρας (δικαστικός)

agente comercial, ατζέντης πωλήσεων, παραγγελιοδόχος

agente de aduanas, τελωνειακός πράκτορας

agente de bolsa, de cambio, de cambio y bolsa, χρηματιστηριακός πράκτορας

agente de colocaciones, υπάλληλος γραφείου εύρεσης εργασίας

agente de compras, αντιπρόσωπος αγορών, μεσίτης

agente de enlace, πράκτορας διασύνδεσης

agente de inmigración, πράκτορας μετανάστευσης, αστυνόμος του τμήματος αλλοδαπών

agente fiscal, σύμβουλος οικονομικών υποθέσεων

agente literario, λογοτεχνικός πράκτορας

agente secreto, μυστικός πράκτορας

agente teatral, θεατρικός πράκτορας

agentes económicos, sociales, οικονομικοί, κοινωνικοί παράγοντες

coagente 1. α θ, πρχ συν-άγων κάτι= συνεργάτης, -ιδα

agencia 1. θ, εταιρεία, οργανισμός, αρχή που άγει υπηρεσίες, πρακτορείο, γραφείο,

Agencia de Protección de Datos, Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα

Agencia Espacial Europea, Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος

2. σνθ, agencia de publicidad, διαφημιστική εταιρεία

agencia de seguros, ασφαλιστικό γραφείο

agencia de valores, χρηματιστηριακό γραφείο

agencia de viajes, ταξιδιωτικό πρακτορείο

agencia inmobiliaria, μεσιτικό γραφείο

agencia matrimonial, γραφείο συνοικεσίων

agencia tributaria España, φορολογική υπηρεσία

agencia de aduanas, τελωνειακό πρακτορείο

agencia de calificación, πρακτορείο παροχής συμβουλών

agencia de colocaciones, πρακτορείο εργασίας

agencia de comunicación, γραφείο επικοινωνίας

agencia de cooperación, γραφείο συνεργασίας

agencia de detectives, πρακτορείο ντετέκτιβ

agencia de modelos, πρακτορείο μοντέλων

agencia de noticias, πρακτορείο ειδήσεων

agencia de prensa, πρακτορείο Τύπου

agenciar πρχ ενεργώ σαν ατζέντης για κάτι

1. ρμ, οικ, ατζεντάρω υπερ τις καταστάσεις, φροντίζω, κανονίζω, βολεύω, βρίσκω,

voy a agenciarte una colocación muy buena, θα φροντίσω να βρεις μια πολύ καλή θέση,

Haré todo lo posible para agenciar uno de esos teléfonos para mi sobrina,

Θα κάνω ό, τι είναι δυνατόν για να βρω ένα από αυτά τα τηλέφωνα για την ανιψιά μου

¿Cómo puedo agenciar dos boletos para el concierto, Mario? Sé que conoces gente,

Πώς μπορώ να βρω δύο εισιτήρια για τη συναυλία, Μάριο; Ξέρω ότι ξέρεις κόσμο

2. ραντ, ατζεντάρω για μένα= βολεύω, κανονίζω, se ha agenciado un empleo bueno,

έχει βολέψει για αυτόν μια δουλειά καλή

3. εκφ, agenciárselas, τα ατζεντάρω καλά για μένα= τα κανονίζω, βολεύω

guía πρχ γκια> από άγω, αυτός που άγει, οδηγεί και οι μεταφορές τους

1. α θ, οδηγός, ξεναγός, el guía explicó a los turistas la historia del monumento,

Ο ξεναγός εξήγησε στους τουρίστες την ιστορία του μνημείου,

Tuvimos que cancelar la excursión porque nuestro guía se enfermó,

Αναγκαστήκαμε να ακυρώσουμε την εκδρομή γιατί ο οδηγός μας αρρώστησε

2. μτφ, οδηγός, καθοδηγητής, μέντορας, δάσκαλος, συμβουλάτορας σε κάποιον,

Es mi guía espiritual, Είναι ο πνευματικός μου οδηγός,

el Dalai Lama es el guía de los tibetanos,

ο Δαλάι Λάμα είναι ο καθοδηγητής των Θιβετιανών

guía 1. θ, βιβλίο οδηγός για κάτι, Me compré una guía de restaurantes del área,

Αγόρασα έναν οδηγό εστιατορίων της περιοχής

2. εγχειρίδιο οδηγιών, Lee la guía de instalación antes de empezar,

Διάβασε τον οδηγό, το εγχειρίδιο εγκατάστασης πριν ξεκινήσεις

3. κατάλογος, Consultamos la guía telefónica, Συμβουλευτήκαμε τον τηλεφωνικό κατάλογο

Busca el número del Dr. Almeida en la guía, por favor,

Παρακαλώ αναζητήστε τον αριθμό του Δρ. Αλμέιντα στον τηλεφωνικό κατάλογο

4. οδηγός, σημείο αναφοράς σε διαδρομή, μονοπάτι, δρόμο για προσανατολισμό,

las guías amarillas del Camino de Santiago, οι κίτρινοι οδηγοί του Δρόμου του Σαντιάγκο

5. βοτ, κύριος βλαστός ή οδηγός που τοποθετείται για ανάπτυξη δέντρου, φυτού,

ten cuidado al podar, no tales la guía, πρόσεχε όταν κλαδέψεις, μην κόψεις τον βλαστό,

estaban poniéndole una guía al manzano, έβαζαν έναν οδηγό στη μηλιά

6. πίνακας δρομολογίων για τρένα

7. εμπ, συνοδευτικό έγγραφο διαμετακόμισης, si no tienes la guía te pueden multar,

Αν δεν έχεις τον συνοδευτικό έγγραφο μπορούν να σου επιβάλλουν πρόστιμο

8. ναυ, τονοδηγός

9. μχν, ολισθητήρας

10. τχν, οδηγός, ράγα, la cortina se ha salido de la guía,

Η κουρτίνα βγήκε από τον οδηγό, την ράγα

11. ιππ, επικεφαλής άλογο (σε υποζύγιο πολλών αλόγων)

12. μτφ, οδηγός, μπούσουλας, Usa la línea como guía para escribir,

Χρησιμοποίησε τη γραμμή ως οδηγό για να γράψεις,

Estos resultados ofrecen una guía útil para futuros estudios sobre el tema,

Αυτά τα αποτελέσματα προσφέρουν έναν χρήσιμο οδηγό για μελλοντικές μελέτες επί του θέματος

13. σνθ, guía de carreteras, οδικός χάρτης

guía de lectura, οδηγός ανάγνωσης

guía del ocio, οδηγός εξόδου, διασκέδασης,

guía 1. α, τιμόνι ποδηλάτου, Giró el guía para evitar chocar con otro ciclista,

γύρισε το τιμόνι για να αποφύγει να συγκρουστεί με άλλο ποδηλάτη

ή τιμόνι αυτοκινήτου

2. πλοίο οδηγός σε διάταξη στόλου

3. στρ, λοχίας ή δεκανέας που τοποθετείται σαν οδηγός διάταξης στρατεύματος

guías 1. θ πλ, πρχ γκΐας> γκέμια, ηνία, χαλινάρια

2. θ ή θ πλ, μτφ, σα γκέμια= μύτες στριφτές σε μουστάκι, las famosas guías de Dalí,

οι διάσημες στριφτές μύτες του Νταλί

3. εκφ, echarse con las guías, ή con guías y todo, μτφ, παίρνω παραμάζωμα με λόγια,

estaba tan enfadado que se echó con las guías contra todo el que se cruzaba con él,

Ήταν τόσο θυμωμένος που έπαιρνε παραμάζωμα όποιον έβρισκε στο δρόμο του

guiadera 1. θ, τχν, πέδιλο ολίσθησης, οδηγός

guiahílos 1. α, τχν, πρχ άγει-κλωστή= οδηγός νήματος, νηματοδηγός

guiar 1. ρμ, οδηγώ, καθοδηγώ προς ένα σημείο κάποιον, πάω μπροστά και δείχνω δρόμο,

una policía nos guió hasta el museo, μια αστυνομικός μας οδήγησε μέχρι το μουσείο,

la estrella los guió al pesebre, το άστρο τούς οδήγησε στη φάτνη

ή καθοδηγώ κοπάδι, ζώα, es un perro de los que están adiestrados para guiar al ganado,

Είναι ένας σκύλος εκπαιδευμένος να καθοδηγεί το κοπάδι

για συσκευή,El GPS nos guió hasta el restaurante,Το GPS μας οδήγησε μέχρι το εστιατόριο

el riel guía la cortina, η ράγα οδηγεί την κουρτίνα

2. κατευθύνω, καθοδηγώ, me ayuda y me guía para poder hacerlo correctamente,

Με βοηθάει και με καθοδηγεί ώστε να το κάνω σωστά,

el profesor guió el estudio, o καθηγητής κατηύθυνε τη μελέτη,

el gerente nos guía en la toma de decisiones,

Ο διευθυντής μας καθοδηγεί στη λήψη αποφάσεων,

guiaba a sus subordinados con bastante dureza,

καθοδηγούσε τους υφισταμένους του με αρκετή σκληρότητα,

3. παρακινώ, μτφ κινώ, lo guía el interés, τον παρακινεί το συμφέρον

4. οδηγώ σκάφος, άμαξα ή όχημα, tomó el timón para guiar la embarcación,

έπιασε το πηδάλιο για να οδηγήσει το σκάφος,

No es fácil guiar camiones, Δεν είναι εύκολο να οδηγείς φορτηγά,

aquel día el cochero guiaba el carruaje de la señora,

εκείνη τη μέρα ο αμαξάς οδηγούσε την άμαξα της κυρίας

5. βοτ, κατευθύνω, βάζω οδηγό σε φυτό, δέντρο, clavó rodrigones para guiar las trepadoras,

έμπηξε καλάμια για να κατευθύνει τα αναρριχητικά φυτά,

Puso un palo vertical que guía la hiedra en su crecimiento,

Έβαλε ένα κάθετο ραβδί για να κατευθύνει τον κισσό στην ανάπτυξη του

6. μχν, El pistón es una pieza que guía la varilla en el tubo,

Το έμβολο είναι ένα κομμάτι που καθοδηγεί τη ράβδο μέσα στον σωλήνα

7. ραντ, άγομαι σε σωστό δρόμο> βρίσκω το δρόμο, προσανατολίζομαι,

era capaz de guiarse en la oscuridad, ήταν ικανός να βρίσκει το δρόμο του μέσα στο σκοτάδι

8. guiarse por, κυρ, μτφ, καθοδηγούμαι από, προσανατολίζομαι από,

se guiaban por la posición de los astros, προσανατολίζονται από τη θέση των άστρων,

Los animales se guían por el instinto, Τα ζώα καθοδηγούνται από το ένστικτο,

Cuando tomo una decisión, me guío por mis sentimientos,

Όταν παίρνω μια απόφαση, καθοδηγούμαι από τα συναισθήματα μου

no debes guiarte por las opiniones de otros,

δεν πρέπει να καθοδηγείσαι από τις απόψεις των άλλων

guion 1. α, παύλα μεταξύ λέξεων, Mi nombre, Mary-Ann, se escribe con guion,

Το όνομά μου, Μαίρη-Αν, γράφεται με παύλα

2. παύλα σε διάλογο, se llama guion largo (—), λέγεται παύλα μεγάλη (για διάλογο)

3. προσχέδιο, σχέδιο, Escribí el guión de mi exposición en media hora,

Έγραψα το σχέδιο της παρουσίασής μου σε μισή ώρα

4. κνμ, τηλ, σενάριο, el guión de la película, το σενάριο της ταινίας

5. θρη, σταυρός λιτανείας ή λάβαρο, επειδή άγεται από κάποιον

6. άτομο που ηγείται των δημοφιλών χορών που ονομάζονται cuadrillas

7. ναυ, μικρό τμήμα κοντάρι κουπιού μετά την λαβή

8. μτφ, πρόγραμμα, nadie conocía el guion del partido,

κανείς δεν ήξερε το πρόγραμμα του κόμματος

9. μσκ, νότα ή σημάδι που τοποθετείται στο τέλος μιας γραμμής για να αναγγείλει τη νότα που ξεκινά η επόμενη γραμμή

10. σκύλος που ηγείται σε αγέλη

11. μτφ, οδηγός, καθοδηγητής ατόμου

12. σνθ, guión de codornices, ζωλ, ορτυκομάνα

13. εκφ, no estar en el guiοn, μτφ, δεν είμαι στο πρόγραμμα, στα σχέδια, δεν προβλέπομαι,

La tormenta a mitad del viaje no estaba en el guion,

Η καταιγίδα στη μέση του ταξιδιού δεν ήταν στα σχέδια

guionista 1. α θ, κνμ, σεναριογράφος

acto πρχ ακτο> πρ-ακτέο= πράξη

1. α, πράξη ατόμου, sus actos no son buenos, οι πράξεις του δεν είναι καλές

Ese delincuente cometió un acto terrible que debe castigarse,

Αυτός ο εγκληματίας διέπραξε μια φρικτή πράξη που πρέπει να τιμωρηθεί

2. τελετή, εκδήλωση, Al final del acto, el presidente dijo unas palabras de agradecimiento, Στο τέλος της εκδήλωσης, ο πρόεδρος απηύθυνε ευχαριστήριες ευχές

3. συνεδρίαση

4. θτρ, πράξη, Hubo un intermedio en la obra al terminar el primer acto,

υπήρξε ένα διάλειμμα στο έργο με το που τελείωσε η πρώτη πράξη

5. φλφ, πράξη

6. σνθ, los Actos de los Apóstoles, οι Πράξεις των Αποστόλων

acto de liberación, εντολή αποφυλάκισης

acto inaugural, εναρκτήρια πράξη

acto posesorio, αγωγή περί διαταράξεως της νομής

acto carnal, σαρκική πράξη

acto de contrición, πράξη μετάνοιας

acto sexual, σεξουαλική πράξη

acto de desagravio, πράξη εξιλέωσης

acto de fe, ομολογία πίστεως

acto de habla, γλγ, γλωσσική πράξη

acto reflejo, αντανακλαστικό

7. εκφ, en el acto, επί της πράξης= αμέσως, ακαριαία, murió en el acto, πέθανε ακαριαία

hacer acto de presencia, κάνω πράξη της παρουσίας= παρίσταμαι, παρευρίσκομαι

acto seguido, αμέσως πράξη συνέχεια= μετά, vino y acto seguido, se fue,

ήρθε και, αμέσως μετά, έφυγε

en acto de servicio, κατά την εκτέλεση του καθήκοντος

dos agentes de policía murieron en acto de servicio,

δύο αστυνομικοί σκοτώθηκαν κατά την εκτέλεση του καθήκοντος

acta πρχ ακτα> πρ-ακτικά

1. θ, πράξη, πιστοποιητικό για επιβεβαίωση γεγονότος,

Mi nuevo empleo quiere que yo traiga una copia de mi acta de nacimiento,

Ο νέος μου εργοδότης θέλει να φέρω εγώ ένα αντίγραφο του πιστοποιητικού γέννησης μου

2. πρακτικά συνάντησης, συνεδρίου, acta de reunión

3. φάκελος με αναφορά για κάτι

4. πράξη για θέσπισμα, συμφωνία, el Acta de Adhesión a la Unión Europea,

Πράξη Ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση

acta de diputado, πράξη για εκλογή βουλευτή

5. σνθ, acta adicional πρόσθετη πράξη

acta arbitral, φύλλο αγώνα

acta de acusación, παραπεμπτικό βούλευμα, κατηγορητήριο

acta de peritaje, πόρισμα πραγματογνώμονα

acta fundacional, ιδρυτική πράξη

acta notarial, συμβολαιογραφική πράξη

acta de calidad, πιστοποιητικό ποιότητας

acta de diputado, βεβαίωση εκλογής (βουλευτή)

acta de nacimiento, ληξιαρχική πράξη γέννησης

acta de defunción, ληξιαρχική πράξη θανάτου

6. εκφ, levantar acta, κρατάω πρακτικά, καταγράφω στα πρακτικά

ή νομ, συντάσσω το πρακτικό μιας συνεδρίασης

actas 1. θ πλ, πρ-ακτικά= πράξεις, βίοι μάρτυρα, αγίων, actas de mártir, de santo

2. πρακτικά συνεδρίου, actas de congreso

3. έλεγχος βαθμολογίας σε διαγώνισμα

4. σνθ, actas taquigráficas, literales, πλήρη πρακτικά, πράξη συμβιβασμοί

actual πρχ πρ-ακτέο τώρα, αυτό τον καιρό, χρόνο

1. ε, επίκαιρος, -η, -o, τρέχων, -ουσα, -ον, σύγχρονος, -η, -ο, τωρινός, -ή, -ό,

La burbuja inmobiliaria causó la crisis económica actual,

Η φούσκα των ακινήτων προκάλεσε την τρέχουσα οικονομική κρίση

Nuestra empresa ofrece los equipos informáticos más actuales,

Η εταιρεία μας προσφέρει τον πιο σύγχρονο εξοπλισμό πληροφορικής

inactual 1. ε, ανεπίκαιρος, -η, -ο

actualidad 1. θ, επικαιρότητα, la actualidad económica, η οικονομική επικαιρότητα

una noticia de rabiosa actualidad, μια άκρως επίκαιρη είδηση

2. αυτήν την περίοδο, στιγμή, En la actualidad, trabajo para una empresa de software,

Αυτή τη στιγμή εργάζομαι για μια εταιρεία λογισμικού

3. εκφ, en la actualidad, επί του παρόντος

ser de actualidad, είμαι επίκαιρος, es un tema de actualidad, είναι ένα θέμα επικαιρότητας

de candente actualidad, καυτής επικαιρότητας

de viva actualidad, της τρέχουσας επικαιρότητας

actualizar πρχ κάνω πράξη τα τώρα δεδομένα

1. ρμ, ενημερώνω με πληροφορίες του σήμερα, επικαιροποιώ,

Al actualizar tu currículum vítae procura que destaque la experiencia que piden,

Όταν ενημερώνετε το βιογραφικό σας, φρόντισε να ξεχωρίσει η εμπειρία που ζητούν

2. αναπροσαρμόζω, ενημερώνω τιμές, δεδομένα, los precios ya están actualizados,

οι τιμές έχουν ήδη ενημερωθεί, αναπροσαρμοστεί

Tenemos que actualizar la base de datos de nuestros clientes,

Πρέπει να ενημερώσουμε τη βάση δεδομένων των πελατών μας

3. ενημερώνω βιβλίο, έργο, κείμενο, hemos actualizado el libro añadiéndole material nuevo,

έχουμε ενημερώσει το βιβλίο προσθέτοντας υλικό νέο

4. πλφ, υλοποιώ

actualización 1. θ, ενημέρωση νέων πληροφοριών, επικαιροποίηση

2. προσθήκη, παράθεση σε έργο, βιβλίο

3. ενημέρωση τιμών

4. πλφ, υλοποίηση

actualizador 1. α, γλγ, προσδιορισμός σε τωρινή σημασία

actualmente 1. επρ, κατά την τρέχουσα περίοδο, επί του παρόντος

reactualizar 1. ρμ, ενημερώνω εκ νέου, καθιστώ επίκαιρο, ανανεώνω

reactualización 1. θ, ενημέρωση εκ νέου, ανανέωση, ενημέρωση

actor πρχ πρ-άκτορας > που πράττει σκηνή, πράξη σε έργο

1. α, ηθοποιός σινεμά, θεάτρου, actor de cine, teatro

ή μτφ, ηθοποιός

2. σνθ, actor de doblaje, ηθοποιός διπλού = αντικαταστάτης (ηθοποιού)

actor principal, primer actor, πρωταγωνιστής

actor secundario, de reparto, ηθοποιός β’ ρόλου

actor trágico, τραγωδός

actor, ra 1. α θ, νομ, ενάγων, -ουσα, προσφεύγων, -ουσα, αϊτών, -ούσα

actoral 1. ε, πρ-ακτορικό= σχετικός, -ή, -ό με ηθοποιία, ηθοποιό

actriz 1. θ, κυρ, μτφ, ηθοποιός γυναίκα

2. σνθ, actriz de doblaje, αντικαταστάτης (ηθοποιού)

actriz principal, primera actriz, πρωταγωνίστρια

actriz secundaria, de reparto, ηθοποιός β’ ρόλου

actriz trágica, τραγωδός

entreacto 1. α, πρχ ενδο-πρ-ακτο= διάλειμμα σε θέαμα, θέατρο

2. χορός σε διάλλειμα θεατρικό

actuar πρχ ακτουαρ> πρ-άκτω

1. ρα, για άτομο, πράγμα, πράττω σύμφωνα με την φύση μου, επιδρώ, δρω, ενεργώ,

él actua según sus ideas, αυτός πράττει σύμφωνα με τις ιδέες του,

este medicamento actua en seguida, αυτό το φάρμακο επιδρά αμέσως

Tenemos que actuar antes de que la situación empeore,

Πρέπει να δράσουμε πριν η κατάσταση χειροτερέψει

2. σε θέαμα, πράττω, παίζω, este actor actua muy bien,

αυτός ο ηθοποιός παίζει πολύ καλά

3. πράττω ως, ενεργώ ως, actuar de, como, el entrenador actuó de intermediario,

o προπονητής ενήργησε ως ενδιάμεσος

4. νομ, διενεργώ διαδικαστική πράξη, κινούμαι νομικά εναντίον,

Van a actuar contra la empresa constructora por negligencia,

Θα κινηθούν νομικά εναντίον της κατασκευαστικής εταιρείας για αμέλεια

5. ταυ, πράττω σε ταυρομαχία, ταυρομαχώ

actuación πρχ πρ-ακτέο> πράξη

1. θ, κνμ, θτρ, παίξιμο, ερμηνεία σε θέαμα, La actriz ha recibido numerosos premios por su actuación en cine y teatrο, Η ηθοποιός έχει λάβει πολλά βραβεία για τις ερμηνείες της στον κινηματογράφο και το θέατρο

2. θέαμα, νούμερο, παράσταση, la actuación de los malabaristas, το νούμερο των ζογκλέρ

La banda publicó las fechas de sus próximas actuaciones,

Το συγκρότημα δημοσίευσε τις ημερομηνίες των επερχόμενων παραστάσεων του

3. πράξη συμπεριφοράς, στάση, su actuación es muy mala, η στάση του είναι πολύ κακή

4. μτφ, ρόλος κάποιου σε κάτι, la actuación de la policía en la vida social,

o ρόλος της αστυνομίας στην κοινωνική ζωή

5. πράξη και αποτέλεσμα του actuar

6. σνθ, actuación pericial, πραγματο-γνωμοσύνη

actuaciones 1. θ πλ, νομ, διαδικασία δικαστική

actuante 1. ε, α θ, πρχ πρ-άττων> ενεργών, -ουσα, -όν τα απαραίτητα σε θέση, δημόσιο, διοίκηση, αρμόδιος, -α, -o

2. α θ, ηθοποιός

interactuar 1. ρα, αλληλεπιδρώ, Me gustan los deportes en los que se interactúa con otras personas, Μου αρέσουν τα αθλήματα όπου αλληλεπιδράς με άλλους ανθρώπους

sobreactuar 1. ρα, υπερ-πρ-άττω= υπερ-ερμηνεύω, ερμηνεύω ένα ρόλο υπερβολικά,

La obra no es mala, pero algunos de los actores tienen tendencia a sobreactuar,

Το έργο δεν είναι κακό, αλλά κάποιοι ηθοποιοί έχουν την τάση να υπερερμηνεύουν

2. υπεραντιδρώ σε κάτι

sobreactuación 1. θ, υπερβολική ερμηνεία ρόλου

sobreactuado, da 1. ε, που ερμηνεύει ένα ρόλο υπερβολικά

actuario πρχ πρ-ακτικάρης

1. α, νομ, γραμματέας του δικαστηρίου

2. σνθ, actuario de seguros, αναλογιστής πράξεων μαθηματικών, δεδομένων, στατιστικών

actuariado 1. α, αναλογιστικό τμήμα

actuarial 1. ε, αναλογιστικός, -ή, -ó, una técnica actuarial, μια αναλογιστική τεχνική

actitud 1. θ, πρ-ακτότητα ατόμου= στάση, συμπεριφορά,

Su actitud en clase no es aceptable, señorita,

Η συμπεριφορά σας στην τάξη είναι απαράδεκτη, δεσποινίς

2. στάση σώματος, El doctor me recomendó que me sentara en buena actitud mientras trabajo en la computadora, Ο γιατρός μου συνέστησε να κάθομαι σε καλή στάση σώματος ενώ εργάζομαι στον υπολογιστή

actitudinal 1. ε, συμπεριφορικός, -ή, -ó

activa 1. θ, ενεργητική φωνή, la voz activa, η ενεργητική φωνή

2. εκφ, por activa y por pasiva, δια ενεργητικής και παθητικής= με κάθε δυνατό τρόπο,

se lo he dicho por activa y por pasiva pero no quiere escuchar,

του το είπα με κάθε δυνατό τρόπο, αλλά δεν θέλει να ακούσει

activar πρχ πρ-ακτο-ποιώ κάτι> εν-εργο-ποιώ

1. ρμ, ενεργοποιώ μηχανισμό, Presiona el botón azul para activar el dispositivo inalámbrico,

Πατήστε το μπλε κουμπί για να ενεργοποιήσετε την ασύρματη συσκευή

2. μτφ, ενεργοποιώ, El gobierno busca activar la economía y crear nuevos puestos de trabajo

Η κυβέρνηση ψάχνει να ενεργοποιήσει την οικονομία και να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας

3. βάζω σε πράξη= ξεκινώ κάτι, el presidente activó las negociaciones,

o πρόεδρος ξεκίνησε διαπραγματεύσεις

4. χημ, ενεργοποιώ, El aumento de calcio activa la enzima,

Η αύξηση του ασβεστίου ενεργοποιεί το ένζυμο

5. ραντ, ενεργοποιούμαι, El sistema de seguridad se activa automaticamente,

Το σύστημα ασφαλείας ενεργοποιείται αυτόματα

activación 1. θ, κυρ, μτφ, ενεργοποίηση

2. ξεκίνημα, έναρξη σε κάτι, διαπραγμάτευση

activador 1. α, χημ, επιταχυντής

2. φσκ, ενεργοποιητής

activamente 1. επρ, ενεργά

actividad πρχ πρ-ακτότητα

1. θ, κυρμ ,μτφ, δραστηριότητα, ¿De qué se tratará toda la actividad en la plaza?

Τι θα αφορά όλη η δραστηριότητα στην πλατεία;

un cuaderno de actividades, ένα τετράδιο ασκήσεων

2. σνθ, actividad económica, οικονομική δραστηριότητα

actividad extraescolar, εξωσχολική δραστηριότητα

3. εκφ, desplegar mucha actividad, ξε-διπλώνω= ανα-πτύσσω μεγάλη δραστηριότητα,

en actividad, εν ενεργεία, volcán en actividad, ηφαίστειο εν ενεργεία

superactividad 1. θ, υπερ-δραστηριότητα

activismo 1. α, ακτιβισμός

activista 1. ε, α θ, ακτιβιστικός, -ή, -ό, ακτιβιστής, -ια

activo, va  1. πρχ πρ-ακτικό= που πράττει

ε, δραστήριος, -α, -ο, δυναμικός, -ή, -ό, δουλευταράς, ενεργός, -ή, -ó, ζωηρός, -ή, -ό,

La luz roja indica que el wifi no está activo,

Το κόκκινο φως υποδεικνύει ότι το Wi-Fi δεν είναι ενεργό,

es un niño muy activo, είναι πολύ ζωηρό, δραστήριο παιδί,

la población activa, ο ενεργός πληθυσμός

2. για φάρμακο, δραστικός, -ή, -ό

3. γεω, ενεργός, -ή, -ό, los volcanes activos de las Filipinas,

Τα ενεργά ηφαίστεια των Φιλιππίνων

4. γρμ, ενεργητικός, -ή, -ó, voz activa, ενεργητική φωνή

participio activo, ενεργητική μετοχή

5. εκφ, en activo, εν ενεργεία, militar, funcionario en activo

στρατιωτικός, δημόσιος υπάλληλος εν ενεργεία

activo 1. α, εμπ, ενεργητικό, κεφάλαιο

2. σνθ, activo circulante, κεφάλαιο κίνησης

activo disponible a corto plazo, βραχυ-πρόθεσμο κεφάλαιο

activo líquido, realizable, ρευστοποιήσιμο στοιχείο ενεργητικού

activo neto, καθαρό περιουσιακό στοιχείο

proactivo, a 1. ε, α θ, πρχ προ-ενεργό άτομο σε κατάσταση, που ενεργεί από πριν ή με πρόληψη, πρωτοβουλία, περιγράφει τον

άνθρωπο που δεν περιμένει απλώς να του τύχει ένα πρόβλημα για να αντιδράσει, αλλά προβλέπει τις καταστάσεις, παίρνει την

πρωτοβουλία των κινήσεων και ενεργεί εκ των προτέρων για να προλάβει, να διορθώσει κάτι= προενεργητικός, -ή, -ό,

ενεργητικός, -ή, -ό, ενεργός, -ή, -ό, προνοητικός, -ή, -ό, Las personas proactivas en la empresa se conocen por tener creatividad,

transformar las ideas en acciones, buscar nuevas oportunidades y anticipar, prevenir y resolver problemas,

Τα ενεργά άτομα στην εταιρεία γνωρίζονται επειδή έχουν δημιουργικότητα, μεταμορφώνουν τις ιδέες σε πράξεις, αναζήτουν νέες

ευκαιρίες και προβλέπουν, προλαμβάνουν και επιλύουν προβλημάτα

desactivar πρχ ξε-πρ-αττω κάτι

1. ρμ, απενεργοποιώ, Desactivé el Bluetooth de mi celular,

Απενεργοποίησα το Bluetooth στο κινητό μου

2. απενεργοποιώ διαδικασία φυσικο-χημική, ακυρώνω

3. πλφ, απενεργοποιώ

desactivación 1. θ, απενεργοποίηση

2. απενεργοποίηση συναγερμού, desactivación de alarma

3. ακύρωση διαδικασίας

4. πλφ, φσκ, απενεργοποίηση

desactivador, ra 1. ε, απ-ενεργοποιητικός, -ή, -ό, που απενεργοποιεί

2. α θ, ναρκ-αλιευτής, ναρκο-συλλέκτης

inactivar 1. ρμ, αδρανοποιώ

2. ραντ, αδρανοποιούμαι

inactivación 1. θ, αδρανοποίηση

inactividad 1. θ, αδράνεια, απραξία

inactivo, va 1. ε, ανενεργός, -ή, -ό, εκτός λειτουργίας, αδρανής, -ής, -ές,

Hubo un problema con el servidor y ha estado inactivo por más de dos horas,

Υπήρξε πρόβλημα με τον διακομιστή και ήταν εκτός λειτουργίας για πάνω από δύο ώρες

2. για ηφαίστειο, volcán, ανενεργός, -ή, -ό

3. για άτομο, νωθρός, -ή, -ό

interactivo, va 1. ε, διαδραστικός, -ή, -ό

interactividad 1. θ, διαδραστικότητα, αλληλεπιδραστικότητα

reactivar 1. ρμ, επανενεργοποιώ, επαναδραστηριοποιώ, επανεκκινώ, ζωντανεύω,

el director reactivó la empresa, ο διευθυντής επανεργοποίησε την εταιρεία

reactivación

1. θ, ανάκαμψη, plan de reactivación industrial, σχέδιο βιομηχανικής ανάκαμψης

2. επανεργοποίηση, τόνωση σε δραστηριότητα, επανεκκίνηση, αναβίωση, ζωντάνεμα,

La reactivación del sector automovilístico se debe a un aumento en la demanda,

Η αναβίωση του κλάδου της αυτοκινητοβιομηχανίας οφείλεται στην αύξηση της ζήτησης

3. αναζωπύρωση σε κάτι, έξαρση, υποτροπή, una reactivación del conflicto armado, αναζωπύρωση της πολεμικής σύρραξης

4. ανάκαμψη χρηματιστηρίου

reactivo, va 1. ε, αντιδραστικός, -ή, -ό, materiales reactivos, αντιδραστικά υλικά

reactivo 1. α, διεγερτικό

2. χημ, αντιδραστήριο

retroactivo, va 1. ε, ρετρο-πρ-ακτικό= αναδρομικός, -ή, -ó, ley de efecto retroactivo,

νόμος με αναδρομικό χαρακτήρα

retroactividad 1. θ, αναδρομικότητα

retroactivamente 1. επρ, αναδρομικά

irretroactividad 1. θ, νομ, μη αναδρομικότητα, la irretroactividad de las leyes,

η μη αναδρομικότητα των νόμων

acción πρχ αξιον> πρ-άξη, δράση, ενέργεια

1. θ, δραστηριότητα, δράση, πράξη, ενέργεια, επίδραση,

película de acción, ταινία δράσης, περιπέτειας

Lo echaron al calabozo por sus acciones viles,

Τον έριξαν στη φυλακή για τις άθλιες πράξεις του

2. πράξη σε ιστορία, υπόθεση, πλοκή, la acción transcurre en Atenas,

η ιστορία διαδραματίζεται στην Αθήνα

3. θεατρική έκφραση

4. νομ, προσφυγή, αγωγή, νομική ενέργεια, El acoso persistente por parte de este individuo me ha hecho recurrir a la acción judicial, Η συνεχής παρενόχληση από αυτό το άτομο με οδήγησε να καταφύγω σε νομική ενέργεια

5. οκν, πράξη, μετοχή, acción al portador, μετοχή εις τον κομιστήν

6. στρ, ενέργεια, La acción militar sería el último remedio para resolver el conflicto,

Η στρατιωτική δράση θα ήταν η έσχατη λύση για την επίλυση της σύγκρουσης

7. επφ, κνμ, δράση= πάμε!

8. σνθ, acción de guerra, πολεμική ενέργεια

acción militar, στρατιωτική δράση

acción de armas μάχη, πολεμική επιχείρηση

acción civil, πολιτική αγωγή

acción de gracias, πράξη ευχαριστίας

acción directa, άμεση δράση

acción liberada, εξοφλημένη μετοχή

acción penal, ποινική αγωγή

9. εκφ, eludir la acción de la justicia, νομ, αποφεύγω την αγωγή

entrar en acción, μπαίνω σε δράση= ενεργώ

ponerse en acción, τίθομαι σε δράση= δραστηριο-ποιούμαι

accionar πρχ πρ-αξη ποιώ= θέτω σε δράση

1. ρμ, ενεργοποιώ, θέτω σε λειτουργία, El cohete accionó el mecanismo de defensa,

Ο πύραυλος ενεργοποίησε τον αμυντικό μηχανισμό

2. πλφ, εκτελώ κάποια ενέργεια, πατώ ένα πλήκτρο ή κουμπί, κάνω κλικ

3. ρα, κάνω πράξη με το χέρι, χειρονομώ, los italianos accionan mucho cuando hablan,

οι Ιταλοί χειρονομούν πολύ όταν μιλούν

accionamiento 1. α, πρ-άξημα= ενεργοποίηση μηχανισμού, θέτω σε λειτουργία μηχανισμό

accionable 1. ε, ενεργοποιήσιμος, -η, -ο, για μηχανισμό

accionario, ria 1. ε, μετοχικός, -ή, -ό, που αναφέρεται στις μετοχές

2. α θ, μέτοχος

accionista 1. α θ, πρχ πρ-αξιστής= άτομο με μετοχές, μέτοχος

2. σνθ, accionista beneficiario, δικαιούχος μέτοχος

accionista mayoritario, minoritario, πλειοψηφών, μειοψηφών μέτοχος

accionariado 1. α, οκν, πρχ όσοι έχουν πρ-άξεις= μέτοχοι

accionarial 1. ε, οκν, μετοχικός, -ή, -ό

coacción πρχ κατα-πρ-αξη σε κάτι με το ζόρι, ή συν-πρ-αξη σε κάτι

1. θ, κατ-αναγκασμός μέσω δύναμης, βία, εξαναγκασμός,

La intimidación y las amenazas terminaron en coacción,

Ο εκφοβισμός και οι απειλές κατέληξαν σε εξαναγκασμό

2. βιο, αλληλ-ενέργεια, αλληλ-επίδραση

coaccionar 1. ρμ, εξαναγκάζω, υποχρεώνω κάποιον να κάνει κάτι,

coaccionar a alguien a, para hacer algo, εξαναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι,

El mafioso coaccionó al testigo clave para que declarara a su favor,

Ο μαφιόζος εξανάγκασε τον βασικό μάρτυρα να καταθέσει υπέρ του

coactivo, va 1. ε, εξ-αναγκαστικός, -ή, -ό, κατ-αναγκαστικός, -ή, -ό

exacción πρχ εκ-πρ-αξη= εισ-πρ-αξη ή από-πρ-αξη χρημάτων

1. θ, οκν, εισφορά χρημάτων, προ-είσπραξη, φορολογική επιβάρυνση, φορολόγηση

2. απόσπαση χρημάτων με τη χρήση βίας χρημάτων μη οφειλομένων ή περισσοτέρων από τα οφειλόμενα, υπερβολική αξίωση

3. σνθ, exacción de exportación, εμπ, εισφορά κατά την εξαγωγή

exacción de impuestos, πρ-άξη επι-θετούμενων= φορο-λόγηση

inacción 1. θ, πρχ άνευ-πράξης= αδράνεια, απραξία

reacción παρα-πρ-αξη= πράξη αντίθετη σε άλλη

1. θ, αντίδραση, La reacción del actor ante las preguntas del periodista fue muy criticada,

Η αντίδραση του ηθοποιού στις ερωτήσεις του δημοσιογράφου επικρίθηκε έντονα

2. αντανακλαστικό, la capacidad de reacción del jugador,

η ικανότητα αντίδρασης, τα αντανακλαστικά του παίκτη

3. αντίδραση σε νεωτερισμούς

4. σνθ, reacción en cadena, αλυσιδωτή αντίδραση

reacción nuclear, termonuclear, πυρηνική, θερμοπυρηνική αντίδραση

reacción química, χημική αντίδραση

reacción rédox, οξειδ-αναγωγική αντίδραση

reaccionar 1. ρα, αντιδρώ, Los sindicatos reaccionaron en contra de los recortes salariales,

Τα συνδικάτα αντέδρασαν στις μειώσεις μισθών

2. χημ, κάνω αντίδραση, El oxígeno reacciona con el hidrógeno para dar agua,

Το οξυγόνο αντιδρά με το υδρογόνο για να δώσει νερό

reaccionario, ria 1. ε, α θ, αντιδραστικός, -ή, -ó, El periódico es conocido por su retórica reaccionaria, Η εφημερίδα είναι γνωστή για την αντιδραστική ρητορική της

reacio, cia 1. ε, πρχ από reaccion = ενάντιος, -α, -o, αντίθετος, -η, -ο

soy reacio a las fiestas, είμαι ενάντιος σε γιορτές

reactante 1. ε, χημ, αντιδραστήριος, -ος, -o

reactor πρχ αντι-δραστήρ

1. α, αεροπλάνο, αεριωθούμενο με αντιδραστήρα

2. φσκ, μχν, αντιδραστήρας

3. σνθ, reactor de despegue vertical, μχν, αεριωθούμενο κάθετης απογείωσης

reactor nuclear, φσκ, πυρηνικός αντιδραστήρας

birreactor 1. α, πρχ αμφι-αντι-δραστήρ= δικινητήριο αεροπλάνο

cuatrirreactor 1. ε, α τετρα-κινητήριος, -α, -o, τετρακινητήριο

reactancia 1. θ, ηκλ, πρχ αντι-πραξία= άεργη αντίσταση

retroacción πρχ ρετρο-δράση

1. θ, μτφ, πισωγύρισμα, las negociaciones han sufrido una retroacción,

Οι διαπραγματεύσεις έχουν υποστεί ένα πισωγύρισμα

2. βιο, ανατροφοδότηση

3. νομ, αναδρομικότητα

transacción 1. θ, εμπ, πρχ μετα-πράξη μεταξύ 2 πλευρών= συν-αλλαγή, δοσο-ληψία

El servidor del banco se cayó y no se pudo completar la transacción,

Ο διακομιστής της τράπεζας έπεσε και η συναλλαγή δεν ολοκληρώθηκε

2. σνθ, transacción bancaria, τραπεζική συναλλαγή

transacción comercial, εμπορική συναλλαγή

transacción electrónica, ηλεκτρονική συναλλαγή

agible 1. ε, πρχ αγήσιμος, που μπορεί να γίνει= δυνατός, -ή, -ό, εφικτός, -ή, -ό

agibílibus 1. α, πρχ αγότητα σε κάτι= επι-δεξιότητα, καπατσοσύνη

agílibus 1. α, επι-δεξιότητα, τεχνο-γνωσία για να άγω κάτι

ágil πρχ ευ-άγητο= που άγει γρήγορα

1. ε, σωματικά ευκίνητος, -η, -ο, ζωηρός, -ή, -ó, ευέλικτος, -η, -ο,

anda con paso ágil, προχωρά με ζωηρό βήμα

está muy ágil a pesar de su edad, είναι ευκίνητος παρά την ηλικία του

El base de nuestro equipo es bajo, pero ágil,

Ο πόιντ γκαρντ της ομάδας μας είναι κοντός, αλλά ευέλικτος

2. εύστροφος, -η, -o, es muy ágil respondiendo, είναι πολύ εύστροφος στις απαντήσεις του

3. λγτ, δυναμικός, -ή, -ό, ζωηρός, -ή, -ό, Este poema fue escrito en un estilo ágil y divertido,

Αυτό το ποίημα γράφτηκε με ζωηρό και διασκεδαστικό στιλ

4. για διαδικασία, γρήγορος, -η, -o, el proceso ha sido muy ágil,

η διαδικασία έχει γίνει ταχύτατη

agilidad 1. θ, για κίνηση, άτομο, ευκινησία, ευελιξία, la agilidad de un atleta,

η ευκινησία ενός αθλητή

2. για γλώσσα, νου, άνεση λόγου, οξύνοια, οξυδέρκεια, ευστροφία,

agilidad narrativa, άνεση λόγου

agilidad mental, πνευματική ευστροφία

3. ταχύτητα σε διαδικασία, agilidad en los trámites,

ταχύτητα σε διεκπεραίωση διαδικασιών

agilizar 1. ρμ, ραντ, οξύνω νοητικά, Si quieres agilizar la mente, debes ejercitarla,

Αν θέλεις να οξύνεις το μυαλό σου, πρέπει να το εξασκήσεις

2. κάνω ή γίνομαι ευκίνητος, ευέλικτος, María hace gimnasia para agilizarse,

Η Μαρία κάνει γυμναστική για να είναι ευκίνητη

3. επιταχύνω, επισπεύδω διαδικασίες, agilizar los trámites, επιταχύνω τις διαδικασίες,

Debemos agilizar la producción para satisfacer la demanda,

Πρέπει να επιταχύνουμε την παραγωγή για να καλύψουμε τη ζήτηση

agilización 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του agilizar

2. επιτάχυνση, επίσπευση διαδικασίας

ágilmente 1. επρ, ευκίνητα, ευέλικτα, γρήγορα

2. ζωηρά, εύστροφα νοητικά

agio πρχ εξ-άγημα από κάτι

1. α, εμπ, όφελος, επικαταλλαγή, κέρδος, προμήθεια, En estos momentos, el cambio de dólares a euros está sujeto a un agio de entre un 4% y un 5%, Επί του παρόντος, η συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ δολαρίων και ευρώ υπόκειται σε προμήθεια 4% έως 5%

tener agio, διαφορά υπέρ το άρτιο

2. πρχ αγιο-γδύτης= κερδοσκοπία, El agio es el causante de la subida del precio de los alimentos de primera necesidad, Η κερδοσκοπία είναι η αιτία της αύξησης των τιμών των βασικών τροφίμων

agitar 1. ρμ, πρχ άγω έντονα, πέρα-δώθε= κουνάω, ανακινώ,

el público agitaba los pañuelos, οι θεατές κουνούσαν τα μαντήλια

el viento agita los árboles, o αέρας κουνάει τα δέντρα

El bartender agitó la coctelera, Ο μπάρμαν κούνησε το σέικερ για κοκτέιλ

2. μτφ, άγω πέρα-δώθε ψυχικά= αναστατώνω, προκαλώ ανησυχία,

el accidente agitó a las personas, το ατύχημα προκάλεσε ανησυχία στα άτομα

3. ραντ, κινούμαι, σείομαι, las sillas se agitaban por el viento,

οι καρέκλες κινούνταν από τον αέρα

4. μτφ, ταράζομαι ψυχικά, εκνευρίζομαι, me agito con tantos insultos,

ταράζομαι με τόσες προσβολές

5. μτφ, αναστατώνομαι πολιτικά, κοινωνικά

agitación 1. θ, κούνημα σε πράγματα, υλικά, ανακίνηση, ανάδευση,

La agitación del agua y el aceite no consigue mezclar ambas sustancias,

Η ανάδευση του νερού και του λαδιού δεν καταφέρνει να αναμίξει και τις δύο ουσίες

2. αναταραχή, αναστάτωση ψυχική, ¿a qué viene tanta agitación? γιατί τόση αναστάτωση; El retraso del vuelo provocó gran agitación entre los pasajeros,

Η καθυστέρηση της πτήσης προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στους επιβάτες

3. αναταραχή κοινωνίας, la agitación social, κοινωνική αναταραχή

4. σνθ, agitación térmica, φσκ, θερμική διέγερση

agitado, da 1. ε, ταραγμένος, -η, -o, αναστατωμένος, -η, -ο, No sé qué había ocurrido, pero Mauricio parecía agitado, hablaba muy rápido, Δεν ξέρω τι είχε συμβεί, αλλά ο Μαουρίσιο φαινόταν ταραγμένος, μιλούσε πολύ γρήγορα,

“Cálmate”, dijo mi marido al ver lo agitada que estaba. “Todo se resolverá”,

«Ηρέμησε», είπε ο άντρας μου, όταν είδε πόσο αναστατωμένη ήμουν. «Όλα θα πάνε καλά».

2. για φωνή, συγκινημένος, -η, -o

3. για αναπνοή, respiración, γρηγορότερος, -η, -o

4. για θάλασσα, ταραγμένος, -η, -o, κυματώδης, -ης, -ες, τρικυμιώδης, -ες, -η,

El mar estaba tan agitado que el capitán casi pierde el control del barco,

Η θάλασσα ήταν τόσο τρικυμιώδης που ο καπετάνιος παραλίγο να χάσει τον έλεγχο του πλοίου

5. για πλήθος, ταραγμένος, -η, -o

6. μτφ, έντονος, -η, -ο, Mi hermana es médica y lleva una vida muy agitada entre el trabajo y los hijos, Η αδερφή μου είναι γιατρός και ζει μια πολύ έντονη ζωή μεταξύ δουλειάς και παιδιών

agitador, ra 1. ε, α θ, ταραχοποιητικός, -ή, -ó, ταραχοποιός κοινωνίας, πολιτικής ζωής

agitador 1. α, χημ, αναδευτήρας

agachar πρχ αγ(κ)ατσαρ> άγω-κάτω> σκύβω ή να κάτσω> σκύψω

1. ρμ, σκύβω το κεφάλι, μέρος πάνω του σώματος, agachó la cabeza por la reprimenda, έσκυψε το κεφάλι λόγω της επίπληξης

2. ραντ, σκύβω το σώμα, κεφάλι προς τα κάτω, agáchate para peinarte,

σκύψε για να σε χτενίσω

3. μτφ, σκύβω, υποχωρώ, Con la administración anterior, te tenías que agachar o sufrir regaños continuos, Υπό την προηγούμενη διοίκηση, έπρεπε είτε να υποκύψεις είτε να υποφέρεις από συνεχείς επιπλήξεις

agachada 1. θ, σκύψιμο σώματος, κεφαλιού

agachadiza 1. θ, ορν, μπεκατσίνι

gacho, cha πρχ γκατσο> να κάτσω> κάτω= για κάτι κατεβασμένο

1. κυρτός, -ή, -ό, el perro tenía las orejas gachas, o σκύλος είχε τα αυτιά κυρτά

2. γυρτός, -ή, -ó, tenía la cabeza gacha, είχε το κεφάλι γυρτό

3. για ταύρο, κυρτός, -ή, -ό, με κυρτά κέρατα (προς τα κάτω), una vaca gacha,

μια αγελάδα με κυρτά κέρατα

caché πρχ κασέ

1. α, αμοιβή καλλιτέχνη, κασέ

2. μτφ, κομψότητα, κύρος, σαν κασέ, Su caché la llevó a ser una modelo tan cotizada,

Η κομψότητα της την οδήγησε στο να γίνει ένα τόσο περιζήτητο μοντέλο

3. πλφ, κρυφή, ενδιάμεση μνήμη κεντρικής μονάδας επεξεργασίας,

256 Kb de caché, 256 κιλομπάιτ ενδιάμεσης μνήμης

en caché, σε ενδιάμεση μνήμη

4. ε, κρυφός, -ή, -ó, memoria caché, κρυφή μνήμη

archivo caché, κρυφό αρχείο

cachetón 1. α, αμοιβή καλλιτέχνη

2. κομψότητα, κύρος, σαν κασέ

cachear 1. ρμ, πρχ κατσεαρ> κατσ-ιάζω, ερευνώ, πιάνω ψάχνοντας κάποιον για παράνομη κατοχή πραγμάτων, Cuando la policía cacheó al sospechoso encontró que llevaba un arma,

Όταν η αστυνομία έκανε έρευνα στον ύποπτο, βρήκε ότι έφερε όπλο

cacheo 1. α, έρευνα, ψάξιμο σωματικό, αναζήτηση για κατοχή παρανόμων πραγμάτων

coagular πρχ κο-αγουλαρ> συν-άγω υλικό

1. ρμ, σχηματίζω θρόμβο στο αίμα

2. πήζω γάλα, Mi abuela me enseñó cómo coagular la leche,

Η γιαγιά μου με έμαθε πώς να πήζω το γάλα

3. ραντ, σχηματίζεται θρόμβος στο αίμα

4. πήζεται γάλα

coágulo 1. α, θρόμβος αίματος

2. πηγμένη μάζα

coagulación 1. θ, θρόμβωση

2. πήξη

coagulador, ra 1. ε θρομβώδης, -ης, -ες

2. πηκτικός, ή, ό

coaguloso, sa 1. ε, πηκτικός, -ή, -ó

coagulante 1. ε, θρομβώδης, -ης, -ες

2. α, πηκτικό, πηκτική ουσία

incoagulable 1. ε, άπηκτος, -η, -ο

descoagular 1. ρμ, ξε-συν-άγω υλικό> ξε-πήζω= ρευστοποιώ, τήκω

descoagulante 1. ε, ρευστοποιητικός, -ή, -ό, τηκτικός, -ή, -ό

2. α, ρευστοποιητικό μέσο

cuajo πρχ συν-αγο-μενο= πήγμα από κάτι

1. α, πυτιά

2. οικ, μτφ, πήξιμο σε κινήσεις, σκέψεις= μτφ, αμεριμνησία, νωχέλεια, ψυχραιμία,

Admiro el cuajo de Dave en una situación estresante,

Θαυμάζω την ψυχραιμία του Ντέιβ σε μια αγχωτική κατάσταση

3. ζωλ, ήνυστρο

4. εκφ, arrancar de cuajo, ξε-ριζώνω από το πήγμα> βάση= εξαλείφω

για δέντρο, árbol= ξεριζώνω

για μπράτσο, κεφάλι, brazo, cabeza, εκ-ριζώνω

tener buen, mucho cuajo, οικ, έχει καλό, πολύ πήξιμο νου= υπομονή,

δεν ιδρώνει το αυτί του

cuajado, da 1. ε, για γάλα, πηχτός, -ή, -o

2. για αίμα, θρομβωμένος, -η, -ο, πηγμένος, -η, -ο

3. για λάδι, λίπη, υλικό, aceite, grasas, στερεοποιημένος, -η, -ο

4. μτφ, συν-αγμένος, -η, -ο από κάτι= γεμάτος, -η, -o

una vida cuajada de éxitos, μια ζωή γεμάτη επιτυχίες

5. οικ, μτφ, για άτομο, σαν πηγμένος από έκπληξη= έκπληκτος, -η, -ο, εμβρόντητος, -η, -ο, άφωνος, -η, -ο

6. οικ, μτφ, αποκοιμισμένος, -η, -ο, ακίνητος, -η, -ο, ασάλευτος, -η, -ο

cuajado 1. α, συν-αγμένο= είδος φαγητού με κιμά, χορταρικά, φρούτα, αβγά και ζάχαρη

cuajadura 1. θ, πήγμα γάλακτος, κόψιμο

2. θρόμβος, πήξη αίματος

3. μτφ, σύν-αγμα σαν αποτέλεσμα σε πράξη= επίτευξη ενός πράγματος

cuajaleche 1. α, βοτ, κολλητσίδα

cuajar 1. α, ζωλ, ήνυστρο

cuajar συν-άγω

1. ρμ, πήζω, κόβω γάλα

2. σχηματίζω θρόμβους, πήζω στο αίμα

3. στερεοποιώ λάδι, λίπη

4. μτφ, συν-άγω λεπτομέρειες σε κάτι, στολίζω υπερβολικά, (παρα)γεμίζω, διανθίζω,

cuajar el cuarto de fotos, παραγεμίζω το δωμάτιο με φώτο

cuajó el árbol de Navidad de guirnaldas κάλυψε το χριστουγεννιάτικο δέντρο με γιρλάντες

5. ρα, μτφ, συν-άγω κάτι= το πετυχαίνω, για σχέδιο, πράξη, su negocio no cuajó,

η δουλειά του δεν πέτυχε, προχώρησε

6. μτφ, συν-άγω= καταλήγω σε συμφωνία

7. μτφ, συν-άγω με κάποιον, κάτι, ταιριάζω

8. ραντ, πήζεται κάτι, κόβω

9. σχηματίζω θρόμβους, πήζει το αίμα

10. cuajarse de, συν-άγομαι από κάτι= γεμίζω, πλημμυρίζω

el estadio se cuajó de hinchas, το στάδιο γέμισε από οπαδούς

cuajamiento 1. α, πήξιμο, κόψιμο γάλακτος

2. θρόμβωση αίματος

cuajarón 1. α, πήγμα υγρού

2. θρόμβος αίματος

descuajar πρχ δεν> απο-συν-άγω

1. ρμ, ξε-πήζω στερεά ουσία, διαλύω, λειώνω, ρευστοποιώ

2. μτφ, αποκαρδιώνω, No poder conseguir trabajo está empezando a descuajarme,

Να μην μπορώ να βρω δουλειά αρχίζει να με αποκαρδιώνει

3. αγρ, ξεριζώνω, εκριζώνω φυτό

4. ραντ, ξε-συνάγομαι για ουσία στερεά, διαλύομαι, ρευστο-ποιούμαι

descuaje 1. α, αγρ, ξερίζωμα, εκρίζωση

descuajo 1. α, αγρ, ξε-ρίζωμα, εκ-ρίζωση

cogitar 1. ρα, συν-άγω σκέψεις, στοχάζομαι

cogitación 1. θ, στοχασμός

cogitativo, va 1. ε, συν-αγω-τικός σε σκέψεις= στοχαστικός, -ή, -ó

cogitabundo, da 1. ε, συν-αγώδες στις σκέψεις= στοχαστικότατος, -η, -ο

cuidar πρχ κηδεύω= φροντίζω

1. ρμ, φροντίζω άρρωστο, γέρο, Él cuida de su padre durante el verano,

Αυτός φροντίζει τον πατέρα του το καλοκαίρι

2. φροντίζω, προσέχω παιδί, ζώο, φυτό, cuidar el jardín, φροντίζω τον κήπο,

la niñera cuida a la niña, η κοπέλα προσέχει το κοριτσάκι

¿Puedes cuidar a los niños mientras hago la cena?

Μπορείς να προσέχεις τα παιδιά όσο ετοιμάζω δείπνο;

3. φροντίζω το σπίτι

4. προσέχω, φροντίζω ρούχο, εμφάνιση, λεπτομέρειες, si no cuidas las camisas no te duran, αν δεν φροντίζεις τις μπλούζες σου, δεν θα κρατήσουν,

¡cuida tus palabras! πρόσεχε τα λόγια σου!

Cuida su apariencia porque trabaja de cara al público,

Προσέχει την εμφάνισή του επειδή εργάζεται μπροστά στο κοινό

5. cuidar de, φροντίζω, προσέχω, cuidar de su salud, προσέχω την υγεία μου

6. βάζω προσοχή σε κάτι, προσέχω, cuida de que no digas tonterías,

πρόσεξε να μην πεις καμιά βλακεία

7. ραντ, προσέχω την υγεία μου,¡cuídate mucho! πρόσεχε τον εαυτό σου!

8. cuidarse de, προσέχω, φροντίζω για κάτι, cuídate de lo que dices, πρόσεχε τι λες

9. νοιάζομαι, ανησυχώ για κάτι, me cuido de mi trabajo, νοιάζομαι για την δουλειά μου

10. ασχολούμαι με κάτι, κοιτάζω, ¡cuídate de tu vida! ασχολήσου με τη ζωή σου!

cuidado πρχ κηδεία για κάτι= φροντίδα

1. α, προσοχή όταν κάνω κάτι, επιμέλεια, Debes lavar la ropa de lana con cuidado,

Πρέπει να πλένεις τα μάλλινα ρούχα με προσοχή,

2. φροντίδα, περιποίηση ατόμων, αντικειμένων,

el cuidado de un anciano, η φροντίδα ενός ηλικιωμένου,

el cuidado de la casa es cosa suya, yo me ocupo de los niños,

η φροντίδα του σπιτιού είναι δική σου δουλειά, εγώ απασχολούμαι με τα παιδιά

3. έγνοια, ανησυχία για κάτι, vivir libre de cuidados, ζω χωρίς έγνοιες

no tengas cuidado, que yo se lo diré, Μην έχεις έγνοια, εγώ θα του το πω

4. σνθ, libre de cuidado, εκτός κινδύνου

5. εκφ, bajo el cuidado de, υπό την κηδεμονία= επιμέλεια, φροντίδα

de (mucho) cuidado, για πολλή φροντίδα= πρέπει να προσεχθεί, επικίνδυνο

un hombre de cuidado, ένας άνθρωπος επικίνδυνος= μην εμπιστεύεσαι

enfermo de cuidado, σοβαρά άρρωστος

estar al cuidado de, είμαι στην κηδεμονία= υπεύθυνος, επιμελούμαι

no hay cuidado, δεν υπάρχει ανησυχία, κίνδυνος

no pasar cuidado, δεν ανησυχώ

poner cuidado en, προσέχω

quedar al cuidado de, μένω στην κηδεμονία= φροντίζω, αναλαμβάνω κάτι

salir de cuidado, για έγκυος, βγαίνω από φροντίδα= γεννώ, María salió de cuidado antes de lo previsto, Η Μαρία γέννησε νωρίτερα από το αναμενόμενο

ή για αρρώστια= εκτός κινδύνου

tener cuidado, έχω προσοχή, ten cuidado con los coches cuando cruces la acera,

έχε προσοχή, πρόσεχε με τα αυτοκίνητα όταν διασχίσεις το πεζοδρόμιο

ir o andar con cuidado, πάω, βαδίζω με προσοχή, προσέχω

traer sin cuidado, οικ, τραβώ άνευ κηδέματος= δε με νοιάζει κάτι, αδιαφορώ για κάτι.

cuidado 1. επφ, για να ειδοποιήσω, προσοχή! ¡Cuidado! ¡Viene un carro!

Προσοχή! Έρχεται αυτοκίνητο!

2. χρήση εμφατική, το νου σου, ¡Cuidado que es listo el muchacho!

το νου σου, διότι είναι ξύπνιος ο τύπος!

cuidados 1. α πλ, ιατρική βοήθεια, el hombre del accidente ha recibido los cuidados,

ο άντρας του ατυχήματος έλαβε ιατρική βοήθεια

2. σνθ, cuidados intensivos, εντατική θεραπεία, εντατική παρακολούθηση, εντατική

cuidado, da πρχ κηδευμένο

1. ε, για κάτι, προσεγμένος, -η, -o, φροντισμένος, -η, -o,

una revista cuidada, ένα προσεγμένο περιοδικό

2. για άτομο, προσεκτικός, -ή, -ó, es muy cuidado con su trabajo,

είναι πολύ προσεκτικός στη δουλειά του

cuidador, ra πρχ κηδευτής σε κάτι

1. α θ, φροντιστής, -ια ατόμων, cuidadores de ancianos, φροντιστής ηλικιωμένων

2. για ζώο, cuidador de delfines, φροντιστής δελφινιών

3. φύλακας σε μέρος, el cuidador del estadio, o φύλακας του σταδίου

4. αθλ, προπονητής στο μποξ, ποδηλασία

5. ε, φροντιστικός, -ή, -ό

cuidadosamente 1. επρ, προσεκτικά, με προσοχή,

lea cuidadosamente las instrucciones, διαβάστε προσεκτικά τις οδηγίες

cuidadoso, sa 1. ε, προσεκτικός, -ή, -ó με τις πράξεις του, εμφάνιση, αντικείμενα,

es muy cuidadoso con la ropa, είναι πολύ προσεκτικός με τα ρούχα

2. για λεπτομέρειες, σχολαστικός, -ή, -ó, este libro necesita una revisión cuidadosa,

αυτό το βιβλίο θέλει σχολαστικό έλεγχο

descuidar πρχ δε-κηδεύω> δεν προσέχω

1. ρμ, παρα-μελώ, descuidó su aspecto, παραμέλησε την εμφάνιση του,

Trabaja duro, pero no descuides a tus hijos,

Δούλεψε σκληρά, αλλά μην παραμελείς τα παιδιά σου

2. ρα, μένω ήσυχος, δεν ανησυχώ, descuida, que yo me encargo,

μείνε ήσυχος, θα το φροντίσω εγώ

3. ραντ, παραμελώ εμένα, se ha descuidado mucho, έχει παραμελήσει πολύ τον εαυτό του

4. αφαιρούμαι, δεν προσέχω, me descuidé y tropecé, αφαιρέθηκα και έπεσα

5. εκφ, en cuanto te descuidas, με το που θα αφαιρεθείς

si te descuidas, αν δεν προσέξεις

descuido 1. α, ατημελησία, el descuido de su aspecto, η ατημελησία στην εμφάνιση του

2. παραμέληση, εγκατάλειψη, Tras años de descuido, el edificio ya se va a restaurar,

Μετά από χρόνια εγκατάλειψης, το κτίριο πλέον θα ανακαινιστεί

3. έλλειψη προσοχής, απροσεξία, αμέλεια, en un descuido se me cayó la cartera,

σε μια στιγμή απροσεξίας, μου έπεσε το πορτοφόλι,

no cerró bien la caja fuerte y este descuido le costó el trabajo,

δεν έκλεισε καλά το χρηματοκιβώτιο και αυτή η αμέλεια του κόστισε τη δουλειά του,

por descuido, από αμέλεια, απροσεξία

4. λάθος σε βιβλίο, κείμενο, τυπογραφικά λάθη,

hay muchos descuidos en este libro, υπάρχουν πολλά τυπογραφικά λάθη σε αυτό το βιβλίο

5. έλλειψη ενδιαφέροντος, αδιαφορία, el descuido de la vida social,

η αδιαφορία για την κοινωνική ζωή

descuidado, da α-κηδευμένο= αφρόντιστος

1. ε, παραμελημένος, -η, -ο, ατημέλητος, -η, -o, αφρόντιστος, -η, -o, απεριποίητος, -η, -o

El estudiante tenía el pelo descuidado, Ο μαθητής είχε ατημέλητα μαλλιά

El ayuntamiento está tan descuidado que parece abandonado,

Το δημαρχείο είναι τόσο παραμελημένο που μοιάζει εγκαταλελειμμένο

2. απροετοίμαστος, -η, -ο, αμελής, -ής, -ές, La pregunta la agarró descuidada,

Η ερώτηση την έπιασε απροετοίμαστη

3. χωρίς προσοχή, απρόσεκτος, -η, -ο, Johnny es muy descuidado a la hora de manejar,

Ο Τζόνι είναι πολύ απρόσεκτος την ώρα που οδηγάει

4. α θ, αμέριμνος, -η για έννοιες

5. αδιάφορος, -η για τα γύρω του

6. ατημέλητος, -η, αφρόντιστος, -η εμφανισιακά

7. εκφ, coger, pillar descuidado, πιάνω κάποιον απροετοίμαστο,

αιφνιδιάζω κάποιον

descuidadamente 1. επρ, απρόσεκτα στο χειρισμό

2. απερίσκεπτα, επιπόλαια, ασυλλόγιστα

3. ανέμελα, αμέριμνα

descuidero, ra 1. α θ, οικ, μτφ, πορτοφολάς, επειδή κλέβει αυτούς που δεν προσέχουν

cuita 1. θ, λγτ, πρχ κουιτα> τα κάτω-ψυχικά= πόνος, θλίψη, πρόβλημα, έγνοια,

El caballero le confió sus cuitas a su madre, y esta lo escuchó atentamente,

Ο ιππότης εμπιστεύτηκε τα προβλήματά του στη μητέρα του, και εκείνη τον άκουσε προσεκτικά

acuitar 1. ρμ, πρχ κατα-θλίπτω κάποιον, πικραίνω, στενοχωρώ ή πρχ κόπτω ψυχικά,

Me acuita enterarme de esta tan triste noticia,

Με κόπτει, στεναχωρεί να μάθω για αυτήν την τόσο λυπηρή είδηση

2. ραντ, κατα-θλίβομαι, στενοχωριέμαι, se acuitaba por no saber nada de sus hijos,

Στεναχωριόταν που δεν ήξερε τίποτα για τα παιδιά του

acuitadamente 1. επρ, κατα-θλιμμένα, λυπηρά

cuitado, da 1. ε, πρχ κατα-θλιμμένος, -η, -o

exigir πρχ εξ-ιγιρ> εξ-άγω κάτι από κάποιον, κάτι= ζητώ επίμονα

1. ρμ, απαιτώ, ζητώ, exigimos una explicación, απαιτούμε μια εξήγηση

El mundo exige justicia por los estudiantes de Ayotzinapa,

Ο κόσμος απαιτεί δικαιοσύνη για τους φοιτητές της Αγιοτζιναπά

2. ζητώ κάτι με ένταση, ορμή, exigo silencio, απαιτώ σιωπή

3. μτφ, απαιτεί, la camisa blanca exige corbata negra,

το λευκό πουκάμισο απ-αιτεί μαύρη γραβάτα

La paz exige diálogo, Η ειρήνη απαιτεί διάλογο

exigencia 1. θ, ανάγκη, απαίτηση, Me siento agobiado por las exigencias de mi trabajo,

Νιώθω καταβεβλημένος από τις απαιτήσεις της δουλειάς μου

actua según las exigencias del momento, ενεργεί ανάλογα με τις απαιτήσεις της περίστασης

2. προϋπόθεση, Una de las exigencias para este puesto es ser ciudadano estadounidense,

Μία από τις προϋποθέσεις για αυτή τη θέση είναι να είναι κανείς Αμερικανός πολίτης

3. εκφ, venirle a alguien con exigencias, του έρχομαι σε κάποιον με απαιτήσεις=

επιβάλλω όρους σε κάποιον

exigente 1. ε, απαιτητικός, -ή, -ó, un carácter exigente, ένας απαιτητικός χαρακτήρας

exigible 1. ε, απαιτούμενος, -η, -ο, απαιτητός, -ή, -ό

exigibilidad 1. θ, απαιτητικότητα

inexigible 1. ε, μη απαιτητός, -ή, -ó

inexigibilidad 1. θ, μη απαιτητικότητα

exiguo, gua 1. ε, για κάτι που δεν άγει αρκετά= ελάχιστος, -η, -ο, πενιχρός, -ή, -ό,

ανεπαρκής, -ης, -ές, un sueldo exiguo, ένας πενιχρός μισθός

exigüidad 1. θ, ανεπάρκεια, έλλειψη, la exiguedad de dinero, η έλλειψη χρημάτων

transigir πρχ μετ-άγω με κάποιον σε ιδέες, γνώμη, αν και αντίθετες

1. ρα, συμβιβάζομαι, υποχωρώ, ανέχομαι, no transigiré con esta injusticia,

δε θα ανεχτώ αυτήν την αδικία

transigente 1. ε συμβιβαστικός, -ή, -ό, διαλλακτικός, -ή, -ό, υποχωρητικός, -ή, -ό

2. ανεκτικός, -ή, -ό

transigencia 1. θ, πνεύμα διαλλακτικότητας, υποχωρητικότητα

2. ανεκτικότητα

intransigente 1. ε, ασυμβίβαστος, -η, -o, αδιάλλακτος, -η, -o

intransigencia 1. θ, αδιαλλαξία

exacto, ta πρχ εξ-πρ-ακτέο= ακριβής, πρ-άττω στα όρια

1. ε, για ποσότητα, μέτρηση, ακριβής, -ής, -ές, las medidas exactas, οι ακριβείς διαστάσεις

la cantidad exacta, η ακριβής ποσότητα

2. για ομοιότητα, ακριβής, -ή, -ές, ίδιος, -α, -ο, una copia exacta, ένα ακριβές αντίγραφο

tengo un amigo exacto a ti, έχω έναν φίλο που είναι ίδιος εσύ

3. εκφ, para ser exactos, για να είμαστε ακριβείς= για την ακρίβεια

exacto 1. επρ, ακριβώς, ¡exacto, eso es! ακριβώς, αυτό είναι!, έτσι ακριβώς!

exactitud 1. θ, ακρίβεια σε κάτι, σιγουριά, no lo sé con exactitud, δεν το ξέρω με ακρίβεια

exactamente 1. επρ, ακριβώς

exactas 1. θ πλ, θετικές επιστήμες, γιατί είναι ακριβείς στις μετρήσεις τους

inexacto, ta 1. ε, ανακριβής, -ής, -ές, αναληθής, -ής, -ές

inexactitud 1. θ, ανακρίβεια

inexactamente 1. επρ, ανακριβώς, λανθασμένα

examen πρχ εξ-άγημα, συμπέρασμα από κάτι

1. α, εξέταση σε κάτι, διαγώνισμα, examen de español, διαγώνισμα ισπανικών

2. εξέταση σε κάτι, εξ-άγημα από υλικό, γεγονός, μετά από παρατήρηση, έρευνα,

un examen detenido del caso, μια λεπτομερής εξέταση της περίπτωσης

3. σνθ, examen final, τελικές εξετάσεις

examen médico, ιατρική εξέταση

examen oral, escrito, προφορική, γραπτή εξέταση

examen parcial, πρόοδος

examen psicotécnico, ψυχοτεχνική εξέταση

libre examen, θρη, ελεύθερος στοχασμός, η ερμηνεία της Βίβλου με προσωπικά κριτήρια και όχι σύμφωνα με την Εκκλησία.

examen de conciencia, αυτοκριτική

examen de conducir, εξετάσεις οδήγησης

examen de fin de curso, απολυτήριες εξετάσεις

examen de ingreso, εισαγωγικές εξετάσεις

examen de repesca, επανεξέταση, μετεξέταση των μη επιτυχόντων στην πρώτη εξέταση examen de testigos, νομ, εξέταση μαρτύρων

examen eliminatorio, εξετάσεις

4. εκφ, aprobar, suspender un examen, περνάω, μένω στις εξετάσεις

hacer examen de conciencia, κάνω την αυτοκριτική μου

hacer un examen, δίνω εξετάσεις, εξετάζομαι

poner un examen a alguien, εξετάζω κάποιον, βάζω διαγώνισμα σε κάποιον

presentarse a un examen, παρουσιάζομαι σε εξέταση, δίνω εξετάσεις

someter algo a examen, υποβάλλω κάτι σε εξέταση

examinar 1. ρμ, εξετάζω κάτι προσεκτικά, ζήτημα, αντικείμενο,

Examina el problema en profundidad antes de tomar una decisión,

Εξετάστε το πρόβλημα σε βάθος, διεξοδικά πριν πάρετε μια απόφαση

2. ιατ, εξετάζω, El médico examinó al paciente y le recetó analgésicos,

Ο γιατρός εξέτασε τον ασθενή και του συνταγογράφησε παυσίπονα

3. εξετάζω μαθητή, υποψήφιο για κάτι

4. ραντ, εξετάζομαι, δίνω εξετάσεις, ¿cuándo te examinas? πότε δίνεις εξετάσεις;

reexaminar 1. ρμ, επανεξετάζω

examinador, ra 1. α θ, εξ-εταστής, -ια

examinando, da 1. α θ, εξεταζόμενος, -η, -o

examinante 1. ε, α θ, εξεταστικός, -ή, -ό, εξεταστής, -ια

ensayo πρχ εν-σαγιο> εν-άγω σε δοκιμή, εν-άγημα σε κάτι> δοκιμή από κάτι

1. α, δοκιμή σε θέαμα, πρόβα, Nos queda un ensayo más antes del estreno,

Μας μένει μια πρόβα ακόμα πριν την πρεμιέρα

2. λγτ, δοκίμιο

3. χημ, δοκιμή

4. σνθ, ensayo clínico, κλινική δοκιμή

ensayo general, πρόβα τζενεράλε, γενική δοκιμή

ensayar πρχ εν-άγω σε δοκιμή

1. ρμ, δοκιμάζω, La compañía está ensayando un método para cargar baterías más rápido

Η εταιρεία δοκιμάζει μια μέθοδο για να φορτίζει μπαταρίες πιο γρήγορα

2. κάνω πρόβα, δοκιμή σε θέαμα, El violinista ensayaba antes del concierto,

Ο βιολιστής έκανε πρόβα πριν από τη συναυλία

3. αναλύω μέταλλα

4. αθλ, στο ράγμπι, σημειώνω τέρμα, εν-άγω την μπάλα

5. ραντ, ensayarse a, εν-άγομαι σε κάτι, δοκιμάζω να, αποπειρώμαι να

ensayador, ra 1. α θ, πρχ εν-αγητής= αναλυτής, -ια μετάλλων

ensaye 1. α, χημ, χημική ανάλυση μεταλλεύματος

ensayismo 1. α, λγτ, δοκιμιογραφία

ensayista 1. α θ, δοκιμιογράφος

ensayístico, ca 1. ε, δοκιμιακός, -ή, -ó

reensayar 1. ρμ, ξαναδοκιμάζω, επαναλαμβάνω

reensayo 1. α, δεύτερη δοκιμή σε μηχανή

2. θτρ, νέα πρόβα

embajada πρχ εμβ-αχαδα> αμφι-άγω= πράττω για 2 μέρη

1. θ, πρεσβεία, Si pierdes el pasaporte, tienes que informar a la embajada de tu país,

Εάν χάσετε το διαβατήριό σας, πρέπει να ενημερώσετε την πρεσβεία της χώρας σας

2. καθήκοντα πρεσβευτή

3. πρεσβεία, αποστολή μηνύματος για θέμα κρατικό

embajador, ra 1. α θ, κυρ, μτφ, πρεσβευτής

2. εκφ, embajador cerca de la Santa Sede, πρέσβης παρά τη Αγία Έδρα

epacta 1. θ, επακτή

2. θρη, λειτουργικό ημερολόγιο

indagar πρχ ινδ-αγαρ> ενδο-άγω σε κάτι, ψάχνω πολύ, σε βάθος

1. ρμ, διερευνώ, ερευνώ, La policía continúa indagando el caso de homicidio,

Η αστυνομία συνεχίζει ερευνώντας την υπόθεση ανθρωποκτονίας

2. νομ, εξετάζω, ανακρίνω

indagación 1. θ, διερεύνηση, έρευνα

2. νομ, εξέταση, ανάκριση

indagador, ra 1. ε, νομ, ανακριτικός, -ή, -ó

2. α θ, ανακριτής, -ια

indagatorio, ria 1. ε, νομ, προ-ανακριτικός, -ή, -ό, comisión indagatoria,

προανακριτική επιτροπή

indagatoria 1. θ, νομ, ανωμοτί δήλωση του κατηγορουμένου κατά την (προ)ανάκριση

prodigar πρχ υπερ-δι-άγω κάτι, το άγω άφθονα

1. ρμ, επιδαψιλεύω, σκορπίζω άφθονα, σπαταλώ, είμαι γενναιόδωρος,

Ernesto prodigó la fortuna que heredó de sus padres,

Ο Ερνέστο σπατάλησε την περιουσία που κληρονόμησε από τους γονείς του,

Una madre nunca deja de prodigar su amor en sus hijos,

Μια μητέρα δεν σταματά ποτέ να σκορπά την αγάπη της στα παιδιά της

2. ραντ, προ-άγομαι σε όλους= επιδεικνύομαι στους άλλους,

le gusta prodigarse, του αρέσει να επιδεικνύεται

3. prodigarse en, υπερ-άγομαι σε κάτι, prodigarse en elogios, το παρακάνω σε επαίνους

se prodiga en regalos, υπερ-άγεται δίνοντας αφειδώς δώρα

prodigalidad 1. θ, σπατάλη αλόγιστη

2. ασωτία, Pedro era famoso por su prodigalidad,

Ο Πέδρο ήταν διάσημος για την ασωτία του

3. αφθονία, En la cultura moderna, la prodigalidad de imágenes es increíble,

Στη σύγχρονη κουλτούρα, η αφθονία των εικόνων είναι απίστευτη

pródigamente 1. επρ, σπάταλα

2. άσωτα

pródigo, ga πρχ υπερ-, προ-αγόμενο σε κάτι

1. ε, σπάταλος, -η, -o,

2. άσωτος, -η, -o

3. γενναιόδωρος, -η, -o, αφειδής, -ής, -ές, se mostró muy pródigo,

φάνηκε πολύ γενναιόδωρος

4. άφθονος, -η, -ο, un país pródigo en recursos naturales,

μια χώρα με άφθονους φυσικούς πόρους

redactar πρχ ρε-ντακταρ> παρα-τακτω> συν-τακτώ γράμματα= συν-τάσσω

1. ρμ, συντάσσω κάτι γραπτά, γράφω, redactar un articulo, συντάσσω ένα άρθρο

Tengo que redactar un ensayo para mi clase de literatura,

Πρέπει να γράψω ένα δοκίμιο για το μάθημα μου της λογοτεχνίας

2. συντάσσω συμβόλαιο, εκπονώ θεσπίσματα, νόμους,

Redactó un contrato que es válido para ambas partes,

Συνέταξε ένα συμβόλαιο που είναι έγκυρο και για τα δύο μέρη

redacción 1. θ, σύνταξη, La redacción del informe es impecable,

Η σύνταξη της έκθεσης είναι άψογη

2. έκθεση

3. γραφείο σύνταξης, El incidente ocurrió justo enfrente de la redacción del periódico,

Το περιστατικό συνέβη ακριβώς μπροστά στο γραφείο σύνταξης της εφημερίδας

4. σύνολο συντακτών

redactor, ra 1. α θ, συντάκτης, -ια

2. σνθ, redactor jefe, τυπ, αρχι-συντάκτης

fatiga ηχμ με ουφ-άγω ή από ουφ-τιγκα= κούραση πολλή, ξε-φύσημα για κάτι

πρχ φ> π-άταγος σωματικός> κούραση

1. θ, κούραση, εξάντληση, la fatiga de un animal, η εξάντληση ενός ζώου

Después de caminar varios kilómetros pude sentir la fatiga en mi cuerpo,

Αφού περπάτησα αρκετά χιλιόμετρα, ένιωσα την κούραση στο σώμα μου

2. λαχάνιασμα, δύσπνοια, δυσφορία, la fatiga es uno de los síntomas del asma,

η δύσπνοια είναι ένα από τα συμπτώματα του άσθματος

3. μχν, μτφ, κόπωση του μετάλλου

4. ναυτία

5. εκφ, dar fatiga, οικ, δίνω ουφ πριν κάνω κάτι= διστάζω, έχω συστολή να κάνω κάτι,

le da fatiga pedir dinero prestado, διστάζει να ζητήσει δανεικά χρήματα

ή προκαλώ σε κάποιον ούφ= ενοχλώ, πειράζω

fatigas 1. θ πλ, βάσανα, καημοί, σαν ουφ της ζωής ή πάταγος,

las fatigas del corazón, τα βάσανα της καρδιάς

2. εκφ, pasar fatigas, περνάω ουφ= υποφέρω

fatigar 1. ρμ, κουράζω, este trabajo me fatiga mucho, αυτή η δουλειά με κουράζει πολύ

la lectura intensa me fatiga mucho la vista, η έντονη ανάγνωση με κουράζει πολύ τα μάτια

2. ραντ, κουράζομαι, κοπιάζω, se fatigó en el gimnasio, κουράστηκε στo γυμνάσιο

3. κάνω ουφ-ουφ= λαχανιάζω, se fatiga al subir las escaleras,

λαχανιάζει όταν ανεβαίνει τις σκάλες

fatigosamente 1. επρ, κοπιαστικά, δύσκολα, respiraba fatigosamente,

ανέπνεε δύσκολα

fatigado, da 1. ε, κουρασμένος, -η, -ο, εξαντλημένος, -η, -ο

fatigante 1. ε, κουραστικός, -ή, -ό, εξαντλητικός, -ή, -ό

Ser profesora de primaria debe ser fatigante,

Το να είσαι δάσκαλος δημοτικού πρέπει να είναι κουραστικό

fatigoso, sa 1. ε, κουραστικός, -ή, -ó, κoπιαστικός, -ή, -ó, εξαντλητικός, -ή, -ό,

trabajo fatigoso, κοπιαστική δουλειά

2. λαχανιασμένος, -η, -ο, La fatigosa respiración de mi abuelo se debe a su cáncer de pulmón

Η λαχανιασμένη αναπνοή του παππού μου οφείλεται στον καρκίνο του πνεύμονα

infatigable 1. ε, ακούραστος, -η, -ο

infatigablemente 1. επρ, ακούραστα

sobar πρχ σο> ζο-μπαρ> ζου-μπώ κάτι, το αγγίζω με επανάληψη, πασπατεύω

1. ρμ, για μάζα, κερί, ζυμώνω, πλάθω, Hay que sobar la masa hasta que esté flexible,

Πρέπει να ζυμώσετε τη ζύμη μέχρι να γίνει ελαστική

2. για δέρματα, κατεργάζομαι

3. οικ, για αντικείμενο, ψηλαφώ, πιάνω ή το πιέζω, κινώ συνεχώς,

Sobé todas las telas a ver cuál era la más suave,

Ψηλάφησα όλα τα υφάσματα για να δω ποιο ήταν το πιο μαλακό

4. οικ, για άτομο, πασπατεύω, χουφτώνω, Juan estaba sobando a su novia,

Ο Χουάν πασπάτευε την κοπέλα του

5. οικ, μτφ, για άτομο, τον ζουμπάω με το χέρι= ξυλοφορτώνω, πλακώνω

Su padre lo sobaba de pequeño por sacar malas calificaciones,

Ο πατέρας του τον πλάκωνε ως παιδί επειδή έπαιρνε κακούς βαθμούς

sobe 1. α, οικ, σο-μπε> ζού-μπηγμα= πασπάτεμα, χούφτωμα

soba πρχ ζού-μπη-γμα

1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του sobar, ζύμωμα, πλάσιμο υλικού

2. κατεργασία δέρματος

3. πασπάτεμα, χούφτωμα

4. οικ, μτφ, ξυλοκόπημα, πλάκωμα

sobadero 1. α, τχν, βυρσοδεψείο, εργαστήριο κατεργασίας δερμάτων, γναφείο

sobado, da 1. ε, οικ, μτφ, για αντικείμενο, άτομο πολυ-ζου-μπηγμένο= φθαρμένος, -η, -o El cuello de tu camisa azul ya está muy sobado,

Ο γιακάς του μπλε πουκαμίσου σου είναι ήδη πολύ φθαρμένος

2. οικ, για θέμα, ιστορία, τετριμμένος, -η, -ο, χιλιοειπωμένος, -η, -ο,

Esa historia ya está sobada. ¡Cuéntanos otra!

Αυτή η ιστορία είναι ήδη χιλιοειπωμένη. Πες μας άλλη μία!

3. για δέρμα, κατεργασμένος, -η, -o

4. ζυμωμένος, -η, -o, πλασμένος, -η, -o, για υλικό

sobadura 1. θ, ζύμωμα υλικού, μάζας

2. τχν, επεξεργασία δέρματος, γνάφευση

3. οικ, ζούμπηγμα αντικειμένου= πασπάτεμα

sobador 1. α, τχν, ζου-μπηχτήρι= πρέσα, θλιπτήριο

sobajar 1. ρμ, ζουμπάω κάποιον ή κάτι με δύναμη, πασπατεύω, ψαχουλεύω

sobajamiento 1. α, ζύμωμα

2. μάλαξη

sobajear 1. ρμ, sobar

sobajeo 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του sobajear

sobao 1. α, τσουρεκάκι με προσθήκη ξύσματος λεμονιού, γλυκάνισου ή ρουμιού

sobeo 1. α, ιμάντας για τράβηγμα ζυγού-κάρου

sobetear 1. ρμ, sobar

sobeteo 1. α, οικ, πράξη και αποτέλεσμα του sobetear

sobón, ona 1. ε, α θ, οικ μτφ πρχ ζου-μπάρης= χαδιάρης, -α, -ικο, μουρντάρης, -α

resobado, da 1. ε, οικ, πρχ περι-ζου-μπηγμένο= τετριμμένος, -η, -ο, χιλιοειπωμένος, -η, -ο

tanagra 1. θ, ορν, τανάγρα

2. τεχ, ιστ, ταναγραία

Scroll to Top