PATIO= ΠΡΧ ΠΑΤΩ> ΠΑΤΩΜΑ> ΑΥΛΗ ΣΠΙΤΙΟΥ, ΠΡΧ ΠΛΑΤΥ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
patio πρχ πάτωμα ή πλατύς χώρος
1. α, αυλή σπιτιού, σχολείου, αίθριο, Los niños jugaban en el patio,
Τα παιδιά έπαιζαν στην αυλή,
Si hace sol, podemos almorzar en el patio,
Αν έχει ήλιο, μπορούμε να γευματίσουμε στο αίθριο
2. εσωτερική αυλή, Salgan al patio mientras preparo la comida,
Βγείτε στην εσωτερική αυλή ενώ ετοιμάζω το φαγητό
3. θτρ, πλατεία
4. σνθ, patio andaluz, εσωτερική αυλή ανδαλουσιανού τύπου
patio de armas, περίκλειστη αυλή κάστρου, φρουρίου
patio de recreo, προαύλιο (σχολείου)
patio interior, εσωτερική αυλή
patio de butacas, θτρ, πλατεία
patio de luces, φωταγωγός
patio de Monipodio, μτφ, αυλή μονο-ποδιου> πειρατές με ξύλινο πόδι= άντρο, καταγώγιο
5. εκφ, ¡cómo está el patio!, οικ, μτφ, πως είναι το πάτωμα= τι μπάχαλο!
patinejo 1. α, αυλίτσα σπιτιού
patinillo 1. α, αυλίτσα σπιτιού
traspatio 1. α, πρχ μετα-πάτωμα= πίσω αυλή