PASÓTE= ΠΡΧ ΝΑ Σ-ΠΑΣΩ ΤΟ ΟΡΙΟ Ή ΠΕΡΑΣΤΟ> ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΟ ΘΕΤΙΚΑ Ή ΑΡΝΗΤΙΚΑ
pasóte 1. α, οικ, κάτι υπερβολικά καλό ή κακό, es un pasóte de película,
αυτή η ταινία είναι σκέτη υπερβολή ή δεν υπάρχει
que te cobren ese dinero es un pasóte,
το να σε χρεώσουν τόσα λεφτά είναι απ’ τα άγραφα