PARECER= ΠΡΧ ΠΑΡΕΣΕΡ> ΠΑΡΟΥΣΙΑ, ΠΡΧ ΚΟΜ-ΠΑΡΣΟΣ> ΣΥΝ-ΕΜΦΑΝΙΣΗ, ΕΙΚΟΝΑ, ΟΨΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
comparsa πρχ κομπάρσος= ηθοποιός
1. θ, θτρ, θίασος
2. μασκαράτα σε καρναβάλι
3. α θ, θτρ, κομπάρσος
4. μτφ, κομπάρσος, soy la comparsa de esta familia,
είμαι ο κομπάρσος αυτής της οικογένειας
comparsería 1. θ, θτρ, σύνολο κομπάρσων
parecer πρχ παρεσερ> παρουσία, κομ-πάρσος= συν-εμφανιζόμενος > εικόνα, εμφάνιση
1. α, παρουσία, παρουσιαστικό, εμφάνιση ατόμου, όψη, hombre de buen parecer,
άνδρας με καλό παρουσιαστικό
2. μτφ, παρουσία γνώμης= άποψη, γνώμη, κρίση, a mi parecer estás equivocado,
κατά την τη γνώμη μου είσαι λάθος
3. νομ, γνωμοδότηση
4. εκφ, cambiar, mudar de parecer, αλλάζω γνώμη
según mi, tu, su κλπ, parecer κατά, σύμφωνα με τη γνώμη μου, σου, του, της
ser de buen, parecer είμαι εμφανίσιμος
ser de igual, del mismo parecer, (que alguien) έχω την ίδια γνώμη (με κάποιον)
ser del parecer que, είμαι της γνώμης ότι
parecer πρχ παρεσερ> παρουσιάζομαι σαν
1. ρα, έχω ίδια παρουσία, εμφάνιση, είμαι όπως, μοιάζω, un gato que parece un tigre,
ένας γάτος που μοιάζει με τίγρη
parecía un sueño, έμοιαζε σαν όνειρο
2. φαίνομαι, pareces cansado, φαίνεσαι κουρασμένος
parece que nevará, φαίνεται ότι θα χιονίσει
el día parece bueno, η ημέρα φαίνεται καλή
parece más grande, δείχνει μεγαλύτερος
parece buena persona, φαίνεται καλός άνθρωπος
3. ρα, πως μου παρουσιάζεται κάτι= κρίνω πως μου φαίνεται κάτι, θεωρώ,
me parece bien que lo hagas, μου φαίνεται καλό να το κάνεις
¿qué te parece? πώς σου φαίνεται;
a mí me parece que está bien, εμένα μου φαίνεται πως είναι καλά
parece que hay un pequeño malentendido, φαίνεται ότι υπάρχει μια μικρή παρεξήγηση
4. φαίνομαι, δείχνω, no parece tener la edad que tiene, δε φαίνεται να έχει την ηλικία του
parece que el perro está enfermo, φαίνεται ότι ο σκύλος είναι άρρωστος
5. παρουσιάζω ίδια γνώμη ή παρίσταμαι μαζί, συμφωνώ, comemos juntos si te parece,
τρώμε μαζί αν συμφωνείς
6. εμφανίζεται κάτι χαμένο, al fin pareció el famoso reloj extraviado,
τελικά εμφανίστηκε το διάσημο χαμένο ρολόι
7. ραντ, φαίνομαι ίδιος με κάποιον, σε όψη, χαρακτήρα, μοιάζω, ταιριάζω,
se parece mucho a su abuelo, μοιάζει πολύ στον παππού του
se parecen mucho en sus gustos, ταιριάζουν πολύ στα γούστα τους
8. εκφ, a lo que parece, al parecer, σε αυτό που παρουσιάζεται ή όπως παρουσιάζεται= φαινομενικά, κατά τα φαινόμενα, όπως φαίνεται, al parecer ella le vio salir,
φαινομενικά αυτή τον είδε να βγαίνει
como te, le parezca, όπως (σου φανεί καλό) > όπως θέλεις, θέλετε
parece que, φαίνεται ότι, parece que va a venir, φαίνεται ότι θα έρθει
parecer bien, φαίνεται εντάξει, καλό, ¿te parece bien la idea ?
σου φαίνεται καλή η ιδέα;
parecer mal, μου φαίνεται άσχημο, κακό, no me parece mal que venga,
δε μου φαίνεται κακό να έρθει
ή δε με ικανοποιεί, todo le parece mal, δεν τον ικανοποιεί τίποτα
parece ser, φαίνεται να είναι έτσι, parece ser que sus familias se conocen,
φαίνεται πως οι οικογένειες τους γνωρίζονται
según parece, όπως φαίνεται
parecido, da πρχ παρεσιδο> με παρουσία ίδια
1. ε, για πράγμα, παρόμοιος, -α, -o,
su última película es parecida a la primera,
η τελευταία του ταινία είναι παρόμοια στην πρώτη
ese vestido es parecido al tuyo, αυτό το φόρεμα είναι παρόμοιο με το δικό σου
2. όμοιος, -α, -ο, ομοιάζων, -ουσα, -ον, un chico bastante parecido a su padre,
ένα παιδί που αρκετά όμοιο στον πατέρα του
3. εκφ, bien parecido, εμφανίσιμος, -η, -ο, ευπαρουσίαστος, -η, -ο,
no es guapo pero sí bien parecido, Δεν είναι όμορφος αλλά είναι εμφανίσιμος
mal parecido, με κακή παρουσία, άσχημο, está mal parecido escupir en público,
είναι άσχημο, φαίνεται άσχημο να φτύνεις δημόσια
ser parecido a, είμαι όμοιος σε, μοιάζω με, σε κάποιον
parecido 1. α, ομοιότητα, cualquier parecido es pura coincidencia,
οποιαδήποτε ομοιότητα είναι εντελώς συμπτωματική
el parecido entre los primos es asombroso,
η ομοιότητα μεταξύ των εξαδελφών είναι εκπληκτική
2. σνθ, parecido de familia, οικογενειακή ομοιότητα
parecidos razonables, φανερές ομοιότητες
3. εκφ, tener parecido con alguien, έχω ομοιότητα με, μοιάζω με κάποιον
aparecer πρχ α-παρεσερ> συμ-παρουσιά-ζομαι ή κομ-πάρσος= εμ-φανίζομαι
1. ρα, εμφανίζεται κάτι, ha aparecido una nueva tendencia musical,
έχει εμφανιστεί μια νέα τάση μουσική
2. εμφανίζομαι, δίνω παρουσία, Juan y sus amigos aparecieron casi al final de la fiesta.
Ο Χουάν και οι φίλοι του εμφανίστηκαν σχεδόν στο τέλος του πάρτι,
3. εμφανίζομαι στο κοινό, εκδίδομαι, el libro apareció después de la muerte de su autor,
το βιβλίο εκδόθηκε μετά τον θάνατο του συγγραφέα
4. βρίσκομαι, παρουσιάζομαι, ¡Por fin apareció mi anillo!
Επιτέλους εμφανίστηκε το δαχτυλίδι μου!
todavía no ha aparecido mi bolso, ακόμα δεν βρέθηκε η τσάντα μου
5. κνμ, θτρ, εμφανίζομαι, aparece en películas de ficción,
εμφανίζεται σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας
6. ρμ, εμφανίζω, El mago apareció una paloma, o μάγος εμφάνισε ένα περιστέρι
7. ραντ, εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι, Dios se apareció a Moisés,
o Θεός παρουσιάστηκε στον Μωυσή
aparecido 1. α, φάντασμα
desaparecer 1. ρα, ρμ, δεν-παρουσιάζομαι= εξαφανίζω, εξαφανίζομαι από την όραση,
el mago hizo desaparecer un reloj, ο μάγος έκανε να εξαφανιστεί ένα ρολόι
ha desaparecido mi encendedor, έχει εξαφανιστεί ο αναπτήρας μου
¡No lo perdí, desapareció! Δεν το έχασα, εξαφανίστηκε!
La policía encontró a un adolescente que desapareció el año pasado,
Η αστυνομία βρήκε έναν έφηβο που εξαφανίστηκε πέρυσι
2. εξαφανίζομαι για πόνο
3. αγνοούμαι σε πόλεμο, ατύχημα, mi hermano desaparece, ο αδερφός μου αγνοείται
4. εξαφανίζομαι σαν ύπαρξη, con las guerras desaparecieron diferentes etnias,
Με τους πολέμους εξαφανίστηκαν διάφορες εθνότητες
5. ραντ, ¡Se desapareció mi pluma! – Amigo, la traes en la mano,
¡Εξαφανίστηκε ο στυλός μου! – Φίλε, το έχεις στα χέρια σουc
6. desaparecer de, εξαφανίζομαι από, χάνομαι από,
todo el dinero ha desaparecido de la cartera, όλα τα χρήματα χάθηκαν από το πορτοφόλι
desaparecieron de la ciudad, εξαφανίστηκαν από πόλη
desaparición 1. θ, εξαφάνιση ατόμου, πράγματος, αίσθησης πόνου
2. ευφ, απώλεια θανόντος
desaparecido, da 1. ε, εξαφανισμένος, -η, -ο, αγνοούμενος, -η, -ο, χαμένος, -η, -o
2. ευφ, εκλιπών, -ούσα, -óv
3. α θ, αγνοούμενος σε πόλεμο, ατύχημα, καταστροφή
reaparecer 1. ρα, πρχ περι-παρεσερ= ξαναπαρουσιάζομαι, επανεμφανίζομαι
el manuscrito perdido reapareció en la biblioteca de un convento,
Το χαμένο χειρόγραφο εμφανίστηκε ξανά σε μια βιβλιοθήκη μοναστηριού
2. επανέρχομαι για αρτίστα, πολιτικό, κάνω επανεμφάνιση,
El actor reapareció por sorpresa durante la entrega de premios,
Ο ηθοποιός έκανε μια επανεμφάνιση-έκπληξη κατά την απονομή των βραβείων
reaparición 1. θ, επανεμφάνιση
2. επάνοδος αρτίστα, πολιτικού
comparecer πρχ συν-παρουσιάζομαι
1. ρα, νομ, παρίσταμαι προ του δικαστή, El acusado volverá a comparecer el mes que viene,
Ο κατηγορούμενος θα παρουσιαστεί, εμφανιστεί ξανά τον επόμενο μήνα
orden de comparecer, κλήση προς παράσταση στο δικαστή, εμφάνιση
comparecer ante el notario, παρίσταμαι προ του συμβολαιογράφου
2. παρουσιάζομαι, compareció en la sala de prensa,
παρουσιάστηκε στην αίθουσα Τύπου
comparecimiento 1. α, νομ, παρουσία, παράσταση, εμφάνιση
comparecencia 1. θ, νομ, παρουσία, παράσταση, εμφάνιση στο δικαστή
2. εμφάνιση σε χώρο
incomparecencia 1. θ, νομ, μη παρουσία, εμφάνιση υποχρεωτική, αδυναμία εμφάνισης,
su incomparecencia retrasará el proceso,
Η αδυναμία εμφάνισης του θα καθυστερήσει τη διαδικασία
2. αθλ, εύκολη νίκη, σαν χωρίς εμφάνιση
comparición 1. θ, νομ, εμφάνιση, παράσταση, orden de comparición,
κλήση προς εμφάνιση
compareciente 1. ε, α θ, παριστάμενος, -η, -ο σε δικαστήριο, διάδικος
comparendo 1. α, νομ, κλήση, κλητήριο θέσπισμα
apariencia 1. θ, πρχ παρ-ουσία, εξωτερική εμφάνιση ατόμου, πράγματος,
no te fijes solo en su apariencia, μην στέκεσαι μόνο στην παρουσία του
2. μτφ, παρουσία ψευδής, internacionalmente el país tenía la apariencia de progresista,
διεθνώς η χώρα είχε την ψευδή παρουσία της προοδευτικής
3. επίφαση, su generosidad es pura apariencia, η γενναιοδωρία του είναι καθαρή επίφαση
4. σνθ, apariencia falsa, απατηλά φαινόμενα
5. εκφ, tener la apariencia de, έχω την παρουσία, εμφάνιση, όψη του= φαίνομαι, δείχνω,
tiene apariencia de buen hombre, δείχνει καλός άνθρωπος
en apariencia, φαινομενικά, se llevaban bien sólo en apariencia,
τα πήγαιναν καλά μόνο φαινομενικά
apariencias 1. θ πλ, παρουσίες= ενδείξεις, las apariencias parecen indicar que triunfará,
Οι ενδείξεις δείχνουν ότι θα θριαμβεύσει
2. εκφ, guardar, salvar, cubrir las apariencias, φυλάω, σώζω, κρατώ τα προσχήματα
fiarse de las apariencias, βασίζομαι στις ενδείξεις
juzgar por las apariencias, κρίνω από τα φαινόμενα
las apariencias engañan, τα φαινόμενα απατούν
aparición 1. θ, παρουσία, εμφάνιση ατόμου, πράγματος, μεταφυσικού πλάσματος,
El Presidente hizo una breve aparición en público
Ο Πρόεδρος έκανε μια σύντομη δημόσια εμφάνιση
las apariciones de la Virgen, οι εμφανίσεις της Παρθένου
la aparición de nuevas tecnologías, η εμφάνιση νέων τεχνολογιών
¿Por qué estás asustado? ¿Viste algún fantasma o alguna aparición?
Γιατί είσαι φοβισμένος; Είδες κάποιο φάντασμα ή κάποια εμφάνιση;
2. εμφάνιση= έκδοση βιβλίου, se espera la aparición de su biografía,
αναμένεται η έκδοση βιογραφίας του
3. εκφ, hacer alguien su aparición, κάνω την εμφάνισή μου
transparencia, trasparencia πρχ μετα-φάνεια= δια-φάνεια
1. θ, διαφάνεια υγρού, υλικού, transparencia de líquido, material
2. διαφάνεια εκλογών, διαδικασίας, transparencia de elecciones, proceso,
falta de transparencia, έλλειψη διαφάνειας, αδιαφάνεια
3. διαφάνεια προτζέκτορα
4. κνμ, διαφάνεια
5. σνθ, transparencia fiscal, φορολογική διαφάνεια
transparentar, trasparentar πρχ μετα-παρουσιάζω> μετα-φαίνω= αφήνω να διαφανεί
1. ρμ, παρουσιάζω, αποκαλύπτει, No quería que su mirada transparentara su miedo,
Δεν ήθελε το βλέμμα του να αποκαλύψει τον φόβο του,
El poema que escribió Jacobo transparenta el amor que siente por Martha,
Το ποίημα που έγραψε ο Τζακόμπο αποκαλύπτει την αγάπη που νιώθει για τη Μάρθα
2. ρα, ραντ, είμαι, γίνομαι διαφανής, la gasa transparenta, η γάζα είναι διαφανής
La tela de los vestidos de las damas transparentaba demasiado,
Το ύφασμα των γυναικείων φορεμάτων ήταν πολύ διάφανο
3. μτφ, διαφαίνομαι στις σκέψεις, προθέσεις, se transparentan sus intenciones, διαφαίνονται οι προθέσεις του
4. μτφ, για υλικό φθαρμένο, διαφαίνεται, estas cortinas se transparentan,
αυτές οι κουρτίνες διαφαίνονται, λόγω φθοράς
5. οικ, μτφ, διαφαίνομαι, είμαι πολύ λεπτός, αδύνατος
transparente, trasparente 1. ε, για υλικό, υγρό, διαφανής, -ής, -ές,
El agua está tan transparente que se ven los peces nadando,
Το νερό είναι τόσο διάφανο που μπορείς να φαίνονται τα ψάρια να κολυμπούν
2. μτφ, διαφανής, -ής, -ές, ξεκάθαρος, -η, -o για άτομο, προθέσεις, χειρονομία,
Luis fue transparente desde el primer momento y eso me hizo confiar en él,
Ο Λουίς ήταν διαφανής από την αρχή και αυτό με έκανε να τον εμπιστευτώ
3. διαφανής, -ής, -ές για εκλογές
4. α, χαρτί, ύφασμα, διαφανές σε παράθυρο, λάμπα για το φώς
La luz del sol era demasiado brillante y por eso puse un transparente en la ventana,
Το φως του ήλιου ήταν πάρα πολύ έντονο και για αυτό έβαλα ένα διαφανές στο παράθυρο
5. ατκ, κρύσταλλο διαφανές σε εκκλησία
aparentar πρχ παρ-ιστάνω ή εμφανίζω κάτι ψευδές
1. ρμ, προσποιούμαι, παριστάνω, aparentó que no me conocía,
παρίστανε πως δεν με γνώριζε
2. φαίνομαι ηλικιακά, aparenta unos treinta años, φαίνεται περίπου 30 χρονών
3. ρα, παρίσταμαι για να με δούν, κάνω επίδειξη, επιφαίνομαι, επιδεικνύομαι,
Se viste como jugador de polo solo para aparentar,
Ντύνεται σαν παίκτης του πόλο μόνο για να επιδεικνύεται, επίδειξη
a esta mujer le gusta mucho aparentar, σε αυτή τη γυναίκα αρέσει πολύ να επιδεικνύεται
aparentador, ra 1. ε, α θ, παριστάνων ψευδή εικόνα, προσποιητός, -ή, -ó
2. επιδεικτικός, -ή, -ό, καυχησιάρικος, -η, -ο, καυχησιάρης, -α
aparente 1. ε, φαινομενικός, -ή, -ό, su mal humor es aparente, ya le conocerás,
η κακή του διάθεση είναι φαινομενική, θα τον γνωρίσεις,
2. εμφανής, -ής, -ές, el fiebre es el síntoma más aparente de la enfermedad,
ο πυρετός είναι το σύμπτωμα πιο εμφανές της αρρώστιας
3. φανερός, -ή, -ό, προφανής, -ές, -ή, esto es aparente para el caso,
αυτό είναι φανερή ευκαιρία για την περίπτωση
La aparente locura del hombre que arrestaron se ha puesto en duda,
Η προφανής παραφροσύνη του άνδρα που συνέλαβαν έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση
4. στυλάτος, -η, -ο, χτυπητός, -ή, -ό, φανταχτερός, -ή, -ó, lleva un vestido muy aparente, φορά ένα πολύ φανταχτερό φόρεμα
5. εμφανίσιμος, -η, -ο, Tara es una mujer muy aparente. Debería trabajar como modelo
Η Τάρα είναι μια πολύ εμφανίσιμη γυναίκα. Θα έπρεπε να δουλέψω ως μοντέλο,
6. ωραίος, -α, -ο, Comimos sushi en un restorán aparente,
Φάγαμε σούσι σε ένα ωραίο εστιατόριο
aparentemente 1. επρ, φαινομενικά