PAPAGAYO

PAPAGAYO= ΠΡΧ ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ

papagayo 1. α, ορν, παπαγάλος

2. ζωλ, σκάρος

3. μτφ, χαρταετός

4. εκφ, hablar como un papagayo, μιλάω σα παπαγάλος= δε βάζω γλώσσα μέσα μου

ή παπαγαλίζω λόγια

Scroll to Top