PANZA= ΠΡΧ ΠΑΝΣ-ΕΤΑ> ΧΟΙΡΙΝΗ ΚΟΙΛΙΑ> ΚΟΙΛΙΑ, ΠΡΧ ΠΑΤΣΑΣ> ΣΑΝ ΚΟΙΛΙΑ ΜΕΓΑΛΗ,
ΠΡΧ ΜΠΑΚΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
panza 1. θ, οικ, μπάκα, tiene esa panza tan enorme porque bebe mucha cerveza,
έχει αυτή την μπάκα τόσο μεγάλη γιατί πίνει πολλή μπύρα
2. κοιλιά μυρηκαστικών, panza de rumiantes
3. μτφ, μέρος κοίλο σε δοχείο ή κύτος αεροπλάνου, panza de avión,
la jarra tiene poca panza, η κανάτα έχει λίγο κοίλο μέρος
4. σνθ, panza de burra, μτφ, μπάκα του γαιδουριού = μολυβένιος ουρανός
panza en gloria, μτφ, μπάκα σε κλέος= άτομο πολύ ήρεμο
5. εκφ, con la panza llena, vacía, οικ, με την κοιλιά γεμάτη, άδεια
llenarse la panza, οικ, γεμίζω την μπάκα μου, την τυλώνω
panza abajo, arriba, οικ, μπάκα κάτω, απάνω= μπρούμυτα, ανάσκελα
panzada 1. θ, χτύπημα με την κοιλιά ή δεχόμενο στην κοιλιά
2. πτώση με την κοιλιά στο νερό, me di una panzada al tirarme a la piscina,
έδωσα ένα χτύπο με την κοιλιά όταν έπεσα στην πισίνα
3. οικ, γέμισμα κοιλιάς από φαί, φούσκωμα, nos dimos una gran panzada de comida,
είχαμε ένα φούσκωμα από το πολύ φαΐ!
ή μτφ, υπερβολική δόση, μπούχτισμα από κάτι που κάνω, μια δραστηριότητα,
¡menuda panzada de reír nos dimos viendo a los cómicos!
τι μπούχτισμα γέλιου που πήραμε βλέποντας τους κωμικούς!
4. εκφ, darse una panzada, οικ, τρώω μια στην κοιλιά
ή πέφτω με την κοιλιά στο νερό
ή μπουχτίζω, φουσκώνω από το φαΐ
panzón, ona, panzudo, da 1. ε, οικ, κοιλαράς, -ού, -άδικο,
está panzón porque no hace deporte, είναι κοιλαράς γιατί δεν κάνει άθληση
2. για πράγμα, ζώο, μτφ, στρογγυλεμένος, -η, -o
El oficial de servicio era un hombre mayor, algo panzón,
Ο αξιωματικός υπηρεσίας ήταν ένας ηλικιωμένος άντρας, κάπως στρογγυλεμένος
3. α, μπάκα μεγάλη, menudo panzón está echando desde que se casó,
τι μπάκα που ρίχνει από τότε που παντρεύτηκε
4. α, με πρθ a y de, μτφ, υπερβολή σε δραστηριότητα, ¡qué panzón a estudiar!
τι μπούχτισμα από διάβασμα!
5. εκφ, darse un panzón, μτφ, μπουχτίζω, φουσκώνω από κάτι που κάνω> σκάω,
nos dimos un panzón de andar buscando el refugio y al llegar no quedaban camas,
ξεποδιαριαστήκαμε ψάχνωντας το καταφύγιο και όταν φτάσαμε δεν έμεναν κρεβάτια
panzuda 1. ε, οικ, μτφ, γκαστρωμένη
pancita 1. θ, οικ, μπακίτσα, κοιλίτσα
pancista 1. ε, οικ, που κοιτάει την μπάκα του, του βολέματος
pancera 1. θ, ιστ, πρχ μπακ-ιερα= ζωστήρας πανοπλίας
panceta 1. θ, πανσέτα
pancho 1. α, οικ, μπάκα
2. ζωλ, ψάρι μικρός χάνος
pancilla 1. θ, τυπ, μεγάλος ρωμαϊκός χαρακτήρας
2. α θ, οικ, βολεψάκιας
arrepanchigarse 1. ραντ, οικ, πρχ περι-> απλώνω την μπάκα μου σε κάθισμα ή καναπέ,
πέφτω φαρδύς-πλατύς για ξεκούραση, lleva toda la tarde arrepanchigándose en el sofá,
έχει όλο το απόγευμα με απλωμένη την μπάκα του στον καναπέ
repantigarse, repanchingarse 1. ραντ, οικ, arrepanchigarse
despachurrar, despanchurrar πρχ ξε-πατσουρεύω ή ξε-παστρεύω κάτι, σαν να το πιέζω
1. ρμ, οικ, συνθλίβω, πολτοποιώ, ten cuidado al coger el pastel que vas a despachurrarlo,
πρόσεχε όταν πιάσεις την πάστα γιατί θα την πολτοποιήσεις
despachurró los tomates en la bolsa, πολτοποίησε τις ντομάτες στη σακούλα
2. μτφ, σκάω, σπάω, el niño despachurró los globos, το παιδάκι έσκασε τα μπαλόνια
3. μτφ, ξε-παστρεύω μια διήγηση, ιστορία= μπερδεύω, μπλέκω, χαλάω,
despachurró la historia con tantas tonterías, χάλασε την ιστορία με τόσες χαζομάρες
4. μτφ, ξε-παστρεύω μυαλό κάποιου= εκπλήσσω, αφήνω άναυδο,
me has despachurrado con tus argumentos, με άφησες άναυδο με τα επιχειρήματα σου
despachurramiento 1. α, οικ, σύνθλιψη, πολτοποίηση υλικού
2. κόμπιασμα σε ομιλία, μπέρδεμα στα λόγια, con tu despachurramiento no entiendo nada,
με το κόμπιασμα σου δεν καταλαβαίνω τίποτα
3. ξεπάστρεμα μυαλού> σύγχυση, deberías ver su despachurramiento por mi respuesta,
έπρεπε να δεις την σύγχυση του από την απάντηση μου
espachurrar 1. despachurrar
despanzurrar 1. ρμ, οικ, πρχ ξε-μπακιάζω άτομο, ζώο= ξε-κοιλιάζω
2. μτφ, για φρούτο, φαγητό, ζουλάω, πολτοποιώ
3. για πράγμα, ξεκοιλιάζω, σπάω με θόρυβο, ανοίγω βίαια,
despanzurró el jarrón con gran estruendo, έσπασε το βάζο με μεγάλο θόρυβο
4. ραντ, πολτοποιούμαι
5. για πράγμα, ξεκοιλιάζομαι, ξεσχίζομαι, el sillón se despanzurró por la caída,
η πολυθρόνα ξεκοιλιάστηκε από την πτώση
6. για άτομο, ζώο, ξεκοιλιάζομαι