PANTALÓN

PANTALÓN= ΠΡΧ ΠΑΝΤΑΛΟΝΙ, ΠΡΧ ΤΑΛΟΝ> ΤΑΚΟΥΝΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

pantalón 1. α, παντελόνι, Sami siempre lleva puesto un pantalón negro,

Η Σάμι φοράει πάντα μαύρο παντελόνι

2. σνθ, pantalón abotinado, tubo pantalón, παντελόνι σωλήνας

pantalón bombacho, φουφούλα, βράκα για άνδρα, γυναίκα, ή παντελόνι γκολφ

pantalón tejano, vaquero παντελόνι τζιν

pantalón corto, κοντό παντελόνι για παιδί ή σορτς, βερμούδα για ενήλικα, σορτς αθλητικό

pantalón de campana, de pinzas, παντελόνι καμπάνα, με πιέτες

pantalón de pana, παντελόνι κοτλέ

pantalón de peto, ολόσωμη φόρμα, σαλοπέτα

pantalón (de) pitillo, παντελόνι σωλήνα

pantalón largo, pirata μακρύ, κάπρι παντελόνι

pantalón de chandal, παντελόνι φόρμας γυμναστικής

pantalón de esquí, παντελόνι φόρμας σκι

pantalón de montar, παντελόνι ιππασίας

3. εκφ, bajarse los pantalones, μτφ, κατεβάζω τα παντελόνια, βρακιά μου, υποκύπτω

llevar los pantalones, οικ, μτφ, κάνω κουμάντο, επειδή φοράω παντελόνια,

es ella quien lleva los pantalones en casa, είναι αυτή που κάνει κουμάντο στο σπίτι

ponerse alguien los pantalones, φορά κάποιος τα παντελόνια= επιβάλλει το δικό του

pantalonero, ra 1. α θ, που φτιάχνει ή ράβει πανταλόνια, παντελονάς, παντελονού

panty, panti 1. α, πρχ παντι (λονι)= καλσόν

Pantalón 1. ονο, Πανταλόνε

talón πρχ, μτφ, παν-ταλόνι= επι-πτερνον> ταλον> πτέρνα,

πρχ τακόν> τακούνι και οι μεταφορές της

1. α, φτέρνα ποδιού, παπουτσιού, talón de pie, calzado,

No puedo caminar porque me lastimé el talón mientras jugaba al baloncesto,

Δεν μπορώ να περπατήσω επειδή χτύπησα τη φτέρνα μου ενώ έπαιζα μπάσκετ

2. μτφ, επιταγή, σαν πέλμα το χαρτί, Mi esposa depositó el talón en mi cuenta bancaria,

Η γυναίκα μου κατέθεσε την επιταγή στον τραπεζικό μου λογαριασμό

3. εμπ, στέλεχος απόδειξης, επιταγής, talón de resguardo, comprobante

4. οκν, νομισματική βάση

5. αυτ, πτύχωση ελαστικού

6. ατκ, καλούπι

7. ναυ, άκρη της καρίνας του πλοίου

8. μσκ, άκρη του βιολιού

9. σνθ, talón de Aquiles, Αχίλλειος πτέρνα

talón nominativo, εμπ, ονομαστική επιταγή

talón reforzado, ενισχυμένο τακούνι, κάλτσες με ενισχυμένη φτέρνα

10. εκφ, extenderle un talón a alguien, εμπ, εκδίδω μια επιταγή σε κάποιον

pisarle a alguien los talones, πατάω σε κάποιον τα τακούνια= τον ακολουθώ κατά πόδας

ir, estar pegado a los talones de alguien, οικ, μτφ, είμαι μπηγμένος στα τακούνια κάποιου= δεν ξεκολλάω από κάποιον

talonada 1. θ, ιππ, τακουν-ιάδα= χτύπημα με τις φτέρνες

talonar 1. ρμ, αθλ, μτφ, σαν τακούνι, κάνω κίνηση χούκερ στο ράγμπυ

talonador 1. α, αθλ, χούκερ στο ράγμπυ

talonaje 1. α, αθλ, κίνηση του χούκερ

talonario 1. α, οκν, στέλεχος, δεσμίδα

2. μπλοκ με στέλεχος

3. σνθ, talonario de cheques, μπλοκ επιταγών

talonario, ria 1. ε, πρχ σαν τακούνι= σαν μπλοκ, μπλοκάτος, -ο, -η, σε δεσμίδες

talonear 1. ρα, οικ, πρχ τακουνάρω> πάω τα τακούνια γρήγορα= περπατώ γρήγορα

destalonar 1. ρμ, ξε-τακουνάρω= φθείρω το τακούνι

2. κόβω, αποσπώ από το μπλοκ απόδειξη

3. κτν, ξε-τακουνάρω= κόβω τις οπλές του αλόγου

talonazo 1. α, πρχ τακουν-άτο= χτύπημα με τη φτέρνα

talar 1. ε, λογ, που φτάνει μέχρι τις φτέρνες, una toga talar, μια τήβεννο μέχρι τις φτέρνες

talares 1. α πλ, λγτ, φτερωτά πέδιλα Ερμή, de Mercurio

Scroll to Top