OÍR

OÍR= ΠΡΧ Ο’Ι’Ρ> ΩΡΙΛΑΣ> ΩΤΑ, ΑΥΤΙ, ΑΙΣΘΗΣΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

anestesia 1. θ, αναισθησία, está bajo los efectos de la anestesia,

είναι υπό την επήρεια της αναισθησίας

2. σνθ, anestesia epidural, επισκληρίδιος αναισθησία

anestesia general, γενική αναισθησία

anestesia local, τοπική αναισθησία

anestesiar 1. ρμ, αναισθητοποιώ

anestésico, ca 1. ε, αναισθητικός, -ή, -ό

anestésico 1. α, αναισθητικό

anestesiología 1. θ, ιατ, αναισθησιολογία

anestesiólogo, ga 1. α θ, ιατ, αναισθησιολόγος

anestesista 1. α θ, αναισθησιολόγος

disestesia 1. θ, ιατ, παθολογική αίσθηση, κακ-αισθησία

estesiómetro 1. α, αισθησιό-μετρο, δίσκος μέτρησης των αισθήσεων

esteta 1. α θ, εστέτ, λάτρης ωραίου

estética 1. θ, αισθητική σε τέχνη, στυλ, εμφάνιση

2. φλφ, αισθητική

estéticamente 1. επρ, αισθητικά

esteticién 1. α θ, αισθητικός

esteticismo 1. α, αισθητικισμός

esteticista 1. α θ, αισθητικός

estético, ca 1. ε, αισθητικός, -ή, -ó

estetismo 1. α, αισθητισμός

esthéticienne 1. θ, αισθητικός

parestesia 1. θ, ιατ, παραισθησία

sinestesia 1. θ, σε ρητορική, φυσιολογία, συναισθησία

cenestesia 1. θ, κοιν-αισθησία

cenestésico, ca 1. ε, κοιν-αισθητικός, -ή, -ό

cenestopatía 1. θ, ιατ, κοιν-αισθητική διαταραχή

audio πρχ αουτιο> αυτί = ήχος που ακούω

1. α, ήχος, sistema audio, ηχο-σύστημα

audiocasete 1. θ, κασέτα ήχου

audiofrecuencia 1. θ, ακουστική συχνότητα

audiograma 1. α, ιατ, ακουόγραμμα

audiolibro 1. α, ακουστικό βιβλίο

audiocirugía 1. θ, ιατ, ωτο-χειρουργική

audiometría 1. θ, ιατ, ακουομετρία

audiómetro 1. α, TV μετρητής τηλεθέασης

2. ιατ, ακουό-μετρο

audiotex 1. α, ηχο-τέξτ= τηλε-ηχο-πληροφόρηση

audiovisual 1. ε, οπτικο-ακουστικός, -ή, -ó, material audiovisual, οπτικοακουστικό υλικό

2. α, οπτικο-ακουστική συσκευή

audiovisuales 1. α πλ, οπτικοακουστικό μέσα, estudia audiovisuales,

σπουδάζει οπτικοακουστικό μέσα

audífono 1. α, πρχ αυτί-φωνο = ακουστικό βαρηκοΐας

audímetro 1. α, TV μετρητής τηλεθέασης

2. ιατ, ακουό-μετρο

audible 1. ε, ακουστός, -ή, -ό

audibilidad 1. θ, ακουστότητα

inaudible 1. ε, αν-ακούσιμος, -η, -ο= που δεν ακούγεται

inaudito, ta 1. ε, αν-ήκουστος, -η, -o

audición 1. θ, ακρόαση, la audición de los testigos, η ακρόαση των μαρτύρων

2. ακοή, tiene un problema de audición, έχει πρόβλημα ακοής

3. για συναυλία, ρεσιτάλ, concierto, recital, una audición de música clásica,

μια συναυλία κλασικής μουσικής

4. οντισιόν, una audición para actores, μια οντισιόν για ηθοποιούς

audiencia πρχ αυτί-τητα= αυτοί που ακούν

1. θ, ακροατήριο, la audiencia del concierto, το ακροατήριο της συναυλίας

2. ακρόαση, ακροαματικότητα, horario de máxima audiencia, ζώνη υψηλής ακρόασης

3. ακρόαση= υποδοχή ατόμου, los fans recibieron al jugador en audiencia,

οι φανς δέχτηκαν τον παίκτη με ακρόαση = όλοι μαζί

4. ακρόαση = δικαστήριο, επειδή ακούει, la audiencia dictó sentencia,

το δικαστήριο εξέδωσε απόφαση

5. ακρόαση δικαστική= συνεδρίαση, audiencia a puerta cerrada,

συνεδρίαση κεκλεισμένων των θυρών

6. δικαστικό μέγαρο

7. σνθ, Audiencia Nacional, νομ, εθνικό ανώτατο δικαστικό ίδρυμα

audiencia oral, νομ, ακρόαση

audiencia provincial, δικαστήριο με δικαιοδοσία σε μια επαρχία της Ισπανίας

audiencia pública, δημόσια συνεδρίαση

audiencia territorial, περιφερειακό δικαστήριο

8. εκφ, dar, conceder audiencia, δέχομαι σε ακρόαση

auditar πρχ αυτι-στήνω = κάνω ακρόαση σε κάτι

1. ρμ, πραγματοποιώ οικονομικό έλεγχο, ελέγχω

Encontramos algunas inconsistencias cuando auditamos las cuentas,

Διαπιστώσαμε ορισμένες ασυνέπειες κατά τον έλεγχο των λογαριασμών

auditor, ra 1. ε, οκν, ακροαστικός σε έλεγχο = ελεγκτικός, -ή, -ό,

una empresa auditora, μια ελεγκτική εταιρεία

2. α θ, οικονομικός ελεγκτής για λογαριασμούς

3. ακροατής, -ια για συνέντευξη, έργο θεατρικό

4. για στρατό, στρατιωτικός δικαστικός λειτουργός μέλος του σώματος νομικών των ενόπλων δυνάμεων της Ισπανίας

5. σνθ, auditor contable, οκν, λογιστικός ελεγκτής

auditor externo, εξωτερικός ελεγκτής

auditor interno, εσωτερικός ελεγκτής

auditor 1. α, μέλος του ιερού Ρωμαϊκού Εκκλησιαστικού δικαστηρίου

2. ακουστικά σε δισκάδικα, quiero escuchar el disco en el auditor,

θέλω να ακούσω τον δίσκο στα ακουστικά

auditora 1. θ, οκν, εταιρεία οικονομικού ελέγχου

auditoría 1. θ, οκν, έλεγχος, οικονομικός, λογιστικός έλεγχος, επαλήθευση λογαριασμών

2. δικαστήριο

3. γραφείο ελεγκτών

4. οκν, επάγγελμα οικονομικού ελεγκτή

5. σνθ, auditoría contable, οκν, δημοσιονομικός, λογιστικός έλεγχος

auditoría externa, εξωτερικός έλεγχος

auditoría interna, εσωτερικός έλεγχος

auditorio 1. α, ακροα-τήριο, el auditorio del teatro, το ακροατήριο του θεάτρου

2. αίθουσα συναυλιών, αμφιθέατρο

3. αίθουσα συνεδριάσεων

auditórium 1. α, αίθουσα συναυλιών, αμφιθέατρο

auditivo, va 1. ε, ακουστικός, -ή, -ó, problema auditivo, πρόβλημα ακοής

oído πρχ ώτα ή αυτί

1. α, αυτί, una infección en el oído, μια φλεγμονή του αυτιού

2. ακοή

3. για όπλο, καψούλι, el oído del fusil, το καψούλι του τουφεκιού

4. σνθ, oído interno, externo, medio, ανα, έσω, έξω, μέσο αυτί

5. εκφ, abrir, aguzar el oído, τεντώνω τα αυτιά μου

dar, prestar oídos a, μτφ, δίνω, προστέκω αυτί σε= δίνω προσοχή ή πιστεύω κάτι

de oído, μσκ, με το αυτί, χωρίς παρτιτούρα

entrar por un oído y salir por el otro, από το ένα αυτί μπαίνει και από το άλλο βγαίνει,

μπαινάκης-βγαινάκης

estar mal del oído, είμαι μελανός από αυτί= βαρ-ήκοος

hacer oídos de mercader, κάνω αυτιά του έμπορου= κάνω πως δεν ακούω

hacer oídos sordos, κάνω αυτιά κουφά= κάνω πως δεν ακούω, δεν δίνω σημασία

halagar el oído, γαλιφιάζω= χαϊδεύω τα αυτιά

lastimar los oídos, τρυπάω τα αυτιά κάποιου

llegar a (los) oídos de alguien, φτάνει κάτι στα αυτιά κάποιου

machacar los oídos, οικ, παίρνω τα αυτιά

no dar oídos a, δεν δίνω ακοή σε= αρνούμαι να ακούσω

regalarle el oído a alguien, οικ, του δωρίζω= χαϊδεύω τα αυτιά κάποιου

(ser) duro de oído, είμαι ντούρος= περήφανος στ’ αυτιά

ser fino de oídos, είμαι φίνος= έχω καλή, οξεία ακοή

ser todo oídos, είμαι όλος αυτιά

taparse los oídos, ταπάρω = βουλώνω, κλείνω τα αυτιά μου

tener buen oído, έχω καλό αυτί

tener el oído fino, έχω φίνα= καλή, οξεία ακοή

zumbarle a alguien los oídos, βουίζουν τα αυτιά μου

oídas, de oídas 1. εκφ, εξ ακοής, ακουστά, lo conozco de oídas, τον έχω ακουστά

oír πρχ ωριλά> ώτα= αυτί, σημαίνει ακούω

1. ρμ, ακούω ήχο, no puedo oír, δεν μπορώ να ακούσω

2. μτφ, μαθαίνω κάτι, he oído muchas cosas buenas de ti,

έχω ακούσει πολλά καλά πράγματα για σένα

3. ακούω κάτι με προσοχή, δίνω σημασία, no oyó sus advertencias,

δεν άκουσε τις ειδοποιήσεις του

4. νομ, ακούω στο δικαστήριο= εξετάζω, εκδικάζω

5. ραντ, ακούγομαι, No se oía nada por el ruido del avión,

Δεν ακουγόταν τίποτα από τον θόρυβο του αεροπλάνου

6. εκφ, como lo oyes, lo que oyes όπως το ακούς

se han divorciado, así como lo oyes έχουν χωρίσει, όπως το ακούς

como quien oye llover, όπως όποιος ακούει να βρέχει= να κάνεις πως δεν ακούς

¡lo que hay que oír! τι ακούει κανείς!

¿me oyes? στο τηλέφωνο, σε απόσταση, μ’ ακούς; ή έγινα αντιληπτός;

¡me va a oír! οικ, θα μ’ ακούσει!

no querer ni oír hablar de algo, alguien, δεν θέλω ούτε να ακούω για κάτι, κάποιον

¡no se oye! δεν ακούγεται!

hacerse oír, καταφέρνω να ακουστώ

¡oiga! για να με προσέξει, ακούστε! ¡oiga, por favor! με συγχωρείτε παρακαλώ!

ή στο τηλέφωνο, εμπρός!

oír, ver y callar ακούω, βλέπω και σιωπώ= μένω απλός θεατής

oye… οικ, άκου ή σημαίνει κάτσε ρε, έ!, pero, oye, ¿qué te has creído?

ε, ποιος νομίζεις πως είσαι;

oyente 1. α θ, ακροατής, -ια σε ράδιο

2. ελεύθερος φοιτητής, φοιτήτρια, επειδή πάει σε όποιο ακροατήριο θέλει

3. σνθ, oyente libre, ελεύθερος φοιτητής, όχι γραμμένος σε μάθημα

desoír 1. ρμ, πρχ δεν-ακούω= παρ-ακούω, δεν δίνω σημασία, αγνοώ,

desoí las advertencias de mi padre, δεν έδωσα σημασία στις ειδοποιήσεις του πατέρα μου

Desoyó los consejos de sus amigοs y comenzó a salir con el matón de la escuela,

Αγνόησε τις συμβουλές των φίλων της και άρχισε να βγαίνει με τον νταή του σχολείου

entreoír 1. ρμ, πρχ μέσ-ακούω κάτι, μισ-ακούω,

La puerta estaba cerrada, pero pude entreoír lo que decían de todos modos

Η πόρτα ήταν κλειστή, αλλά μπόρεσα μισακούσω ό, τι έλεγαν όπως και να’ χει

trasoír 1. ρμ, πρχ παρ-ακούω, ακούω λάθος κάτι,

Debe haber trasoído el nombre, no es Paula, es Laura,

Πρέπει να άκουσε λάθος το όνομα, δεν είναι Πάουλα, είναι Λάουρα

oíslo 1. α θ, μτθ οί-σλο> φί-λος ή αυτός που ακούω = σύζυγος, αγαπημένος, -η, φίλος, -η,

Mi oíslo cocinó mi plato favorito, Ο σύζυγος μου μαγείρεψε το αγαπημένο μου πιάτο

obedecer πρχ υπ-αυτίζω ή υπ-ωτίζω= υπ-ακούω

1. ρμ, υπακούω, obedecer las órdenes, υπακούω στις διαταγές

2. ρα, είμαι υπάκουος, procura obedecer, φρόντισε να είσαι υπάκουος

3. για κάτι που υπακούει στην λειτουργία του, ανταποκρίνομαι,

los frenos ya no obedecen, τα φρένα πλέον δεν πιάνουν

4. obedecer a, για άτομο, ανταποκρίνομαι, el paciente no obedece al tratamiento,

o ασθενής δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία

obediencia 1. θ, υπακοή, La obediencia de los alumnos sorprendió al nuevο maestro,

Η υπακοή των μαθητών εξέπληξε τον νέο δάσκαλο

2. υποταγή

3. θρη, εξουσία, πλήρωμα στην Καθολική Εκκλησία

4. σνθ, obediencia ciega, τυφλή υποταγή, υπακοή

obediencia debida, προσήκουσα υπακοή

obediencial 1. ε, θρη, σχετικός, -ή, -ό με την εξουσία, το πλήρωμα, επειδή υπακούει

letras obedienciales, φύλλο πορείας κληρικού

obediente 1. ε, υπάκουος, -η, -o, El hijo de Lucas es muy obediente,

Ο γιος του Λούκας είναι πολύ υπάκουος

obedientemente 1. επρ, υπάκουα

inobediencia 1. θ, αν-υπακοή

inobediente 1. ε, αν-υπάκουος, -η, -ο

desobedecer πρχ δεν,υπ-ακούω

1. ρα, παρ-ακούω, α-πειθαρχώ, los alumnos no deben desobedecer,

οι μαθητές δεν πρέπει να παρ-ακούν

los soldados desobedecieron las órdenes, οι στρατιώτες παράκουσαν τις διαταγές

desobediencia 1. θ, αν-υπακοή, απειθαρχία

2. σνθ,desobediencia civil, pacífica, απείθεια κατά της αρχής, ειρηνική διαμαρτυρία

desobediente 1. ε, αν-υπάκουος, -η, -ο, απείθαρχος, -η, -ο

escucha 1. θ, πρχ εσκουτσα> να ακούσω= πράξη του να ακούω, άκουσμα, ακρόαση,

la escucha de un discurso, η ακρόαση μιας ομιλίας

2. μυστική ακρόαση ιδιωτικής συζήτησης

3. θρη, μοναχή-συνοδός παριστάμενη στις επισκέψεις που έχουν οι άλλες μοναχές

για να ακούει την συνομιλία

4. υπηρέτρια που κοιμόταν κοντά στο δωμάτιο της κυρίας της για να ακούει διαταγές

5. παράθυρο μικρό στην αίθουσα του παλατιού για να ακούει ο βασιλιάς χωρίς να τον δουν

6. α, προκεχωρημένος σκοπός

7. α θ, ακροατής, άτομο που ακούει τα προγράμματα σε ράδιο τηλεόραση και σημειώνει ελαττώματα

8. σνθ, escucha telefónica, τηλεφωνική υποκλοπή

9. εκφ, estar, ponerse, seguir a la escucha, είμαι σε ακρόαση, στήνω αυτί προσεκτικά

για κάτι που ακούω, estaba a la escucha para ver si se enteraba de lo que pasaba,

βρισκόταν σε ακρόαση για να δει αν καταλάβαινε αυτό που συνέβαινε

escuchar 1. ρμ, πρχ εσκουτσαρ> να ακούσω= ακούω, escuchan música, ακούνε μουσική, ¿escuchas ese ruido? ακούς αυτό τον θόρυβο;

2. ακούω θεληματικά, με προσοχή κάτι, no has escuchado lo que te he dicho,

δεν έχεις ακούσει αυτό που σου έχω πει

escuchaba tras la puerta, άκουγε πίσω από την πόρτα

3. ακούω παράκληση, συμβουλή, ειδοποίηση, escuchó sus súplicas,

άκουσε τις παρακλήσεις του

4. ραντ, με ακούω και σαγηνεύομαι από τη φωνή μου, καμαρώνω με τα λόγια μου,

le encanta escucharse, του αρέσει να ακούει τον εαυτό του να μιλάει

Scroll to Top