OPIO= ΠΡΧ ΟΠΙΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
opio 1. α, όπιο
2. εκφ, el opio del pueblo, το όπιο του λαού
opiomanía 1. θ, οπιομανία
opiómano, na 1. ε, α θ,οπιομανής, -ής, -ές
opiáceo, a 1. ε, οπιούχος, -α, -o
opiáceo 1. α, οπιούχο
opiado, da 1. ε, οπιούχος, -α, -o
opiata 1. θ, φρμ, οπιοειδές, ναρκωτικό
opobálsamo 1. α, φρμ, οποβάλσαμο, βάλσαμο της Μέκκας
opoterapia 1. θ, ιατ, οποθεραπεία, οργανοθεραπεία
anfión 1. α, όπιο