NOMBRE

NOMBRE= ΠΡΧ ΟΝΟΜΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

anónimamente 1. επρ, ανώνυμα, ανωνύμως

anonimato 1. α, ανωνυμία

2. εκφ, permanecer en el anonimato παραμένω = διατηρώ την ανωνυμία

salir del anonimato, βγαίνω από την ανωνυμία

vivir en el anonimato, ζω στην ανωνυμία

anónimo, ma 1. ε, ανώνυμος, -η, -o, una sociedad anónima

ανώνυμη, ανώνυμος εταιρεία

anónimo 1. α, για γραπτό, ανώνυμη επιστολή, recibió un anónimo,

έλαβε μια ανώνυμη επιστολή

ignominia 1. θ, πρχ αγνόηση ονόματος= προσβολή ονόματος, τιμής δημόσια, ατίμωση, όνειδος, El alcalde nunca superará la ignominia después del escándalo,

Ο δήμαρχος δεν θα ξεπεράσει ποτέ την ατιμία μετά το σκάνδαλο

ignominioso, sa 1. ε, ατιμωτικός, -ή, -ó, επονείδιστος, -η, -o, un suplicio ignominioso,

ένα ατιμωτικό μαρτύριο

ignominiosamente 1. επρ, ατιμωτικά

evónimo 1. α, βοτ, ευώνυμο

metonimia 1. θ, λγτ, μετωνυμία

metonímico, ca 1. ε, λγτ, μετωνυμικός, -ή, -ó

onomástica 1. θ, λογ, ονομαστική εορτή Αγίου

2. επιστήμη ονοματολογίας

onomástico, ca 1. ε, ονομαστικός, -ή, -ó, fiesta onomástica, ονομαστική εορτή

paronomasia 1. θ, γλγ, παρονομασία

paronimia 1. θ, παρωνύμια

paronímico, ca 1. ε, παρωνυμικός, -ή, -ó

parónimo, ma 1. ε, παρώνυμος, -η, -o

parónimo 1. α, παρώνυμο

paronomasia 1. θ, γλγ, σε ρητορική, παρονομασία

agnominación 1. θ, παρονομασία

sinonimia 1. θ, συνωνυμία

sinonímico, ca 1. ε, συνωνυμικός, -ή, -ó

sinónimo, ma 1. ε, συνώνυμος, -η, -o, estas dos palabras no son sinónimas,

αυτές οι δύο λέξεις δεν είναι συνώνυμες

Ιa falta de educación puede ser sinónima de violencia,

η έλλειψη αγωγής μπορεί να είναι συνώνυμη με τη βία

sinónimo 1. α, γλγ, συνώνυμο

antonimia 1. θ, αντωνυμία

antónimo, ma 1. ε, αντώνυμος, -η, -ο

antónimo 1. α, αντώνυμο

antonomasia 1. θ, γλγ, αντονομασία

2. εκφ, por antonomasia, κατ’ αντονομασίαν, κατ’ εξοχή

antonomástico, ca 1. ε, αντονομαστικός= σχετικός, -ή, -ό με την αντονομασία

nombre πρχ όνομα

1. α, όνομα, ονομασία για άτομο, ζώο, πράγμα, el nombre de mi madre es María,

το όνομα της μητέρας μου είναι Μαρία

2. μικρό, βαπτιστικό όνομα, en esta casilla pon tu nombre y apellidos,

γράψε το ονοματεπώνυμό σου σ’ αυτό το πεδίο

3. μτφ, όνομα στην κοινωνία, υπόληψη, φήμη,

aquel escándalo puso en entredicho el nombre de la empresa,

εκείνο το σκάνδαλο έθεσε σε αμφιβολία το όνομα της εταιρίας

este restaurante tiene mucho nombre, αυτό το εστιατόριο είναι πολύ φημισμένο

¡Voy a mudarme a Nueva York y hacerme un nombre!

Θα μετακομίσω στη Νέα Υόρκη και θα φτιάξω όνομα!

4. γρμ, όνομα ουσιαστικό

5. σνθ, nombre artístico, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο

nombre científico, επιστημονική ονομασία

nombre comercial, εμπορική επωνυμία

nombre completo, ονοματ-επώνυμο

nombre de guerra, πολεμικό ψευδώνυμο

nombre de pila, μικρό, βαπτιστικό όνομα

nombre de soltera, πατρώνυμο

nombre de usuario, πλφ, όνομα χρήστη

nombre ficticio, fingido, ψευδώνυμο

nombre postizo, παρατσούκλι, υποκοριστικό, παρωνύμιο

nombre propio, κύριο όνομα

6. εκφ, a nombre de, στο όνομα του, ha llegado una carta a nombre de Juan,

ήρθε ένα γράμμα στο όνομα του Χουάν

atender al nombre de, ακούω στο όνομα…

de nombre, ονόματι, un chico, de nombre Juan, ένα αγόρι ονόματι Χουάν

en nombre de, εν ονόματι, στο όνομα, en nombre del Rey, εν ονόματι του Βασιλέως

en nombre mío, tuyo κ.λπ, επ’ ονόματι μου, σου

hacerse, labrarse un nombre, μου φιάχνω όνομα, γίνομαι διάσημος, επώνυμος

llamar a alguien por el nombre, φωνάζω κάποιον με το μικρό του όνομα

manchar el (buen) nombre de algo, alguien κηλιδώνω την υπόληψη κάποιου

no tener nombre, δεν έχει όνομα= είναι ανήκουστο, αχαρακτήριστο,

lo que has hecho no tiene nombre αυτό που έκανες είναι ανήκουστο

poner de nombre, el nombre de, ονοματίζω, βαπτίζω, βγάζω,

mis padres me pusieron de nombre Nikos, οι γονείς μου με έβγαλαν Νίκο

tener buen, mal nombre, έχω καλή, κακή φήμη

responder al nombre de, ακούω στο όνομα

tener sólo el nombre, ειρ, μόνο κατ’ όνομα

sobrenombre 1. α, παρ-ωνύμιο, παρα-τσούκλι

innombrable 1. ε, α-κατ-ονόμαστος, -η, -o, es un tema innombrable,

είναι ένα ακατονόμαστο ζήτημα

nombradla 1. θ, επμ, φήμη, περιωπή, de gran nombradla, μεγάλης φήμης

nombrar 1. ρμ, ονομάζω σε συζήτηση, αναφέρω όνομα, κατονομάζω,

cuando hables con el director, ni se te ocurra nombrarme,

όταν θα μιλήσεις με τον διευθυντή, μη διανοηθείς να αναφέρεις το όνομά μου

2. ονομάζω, ονοματίζω κάτι, ονοματοδοτώ,

¿qué criterios se utilizan para nombrar a los nuevos inventos?

ποια κριτήρια χρησιμοποιούνται για την ονομασία των νέων εφευρέσεων;

3. μτφ, ονοματίζω σε αξίωμα, εργασία= διορίζω, la nombraron embajadora,

την διόρισαν πρεσβευτή

4. λέω το όνομα απο κάτι, κάποιον, nómbrame los cabos de España,

ονομάτισε μου τα ακρωτήρια της Ισπανίας

nombramiento 1. α, ονοματοδοσία, ονοματοθεσία

2. αναφορά ονόματος, El alumno se levanto tras el nombramiento de su apellido,

Ο μαθητής σηκώθηκε μετά την αναφορά του επωνύμου του

3. διορισμός, El comité ejecutivo se hará cargo del nombramiento del nuevo gerente,

Η εκτελεστική επιτροπή θα είναι υπεύθυνη για τον διορισμό του νέου διευθυντή

nombrado, da 1. ε, αναφερόμενος, -η, -o, κατονομαζόμενος, -η, -o,

ha sido nombrado antes, έχει γίνει κατ-ονομαζόμενος πριν

2. με όνομα φημισμένο, ονομαστός, -ή, -ό, διάσημος, -η, -o,

fue un actor muy nombrado en su época, ήταν διάσημος ηθοποιός στην εποχή του

prenombre 1. α, ιστ, αρχ Ρώμη, προ-όνομα, όνομα που προηγούνταν του οικογενειακού

pronombre 1. α, γρμ, πρχ προ-όνομα= αντωνυμία

2. σνθ, pronombre demostrativo, δεικτική αντωνυμία

pronombre indefinido, αόριστη αντωνυμία

pronombre interrogativo, ερωτηματική αντωνυμία

pronombre personal, προσωπική αντωνυμία

pronombre posesivo, κτητική αντωνυμία

pronombre relativo, αναφορική αντωνυμία

pronominal 1. ε, γρμ, αντωνυμικός, -ή, -ó verbos pronominales, αντωνυμικά, μέσα ρήματα

2. α, γρμ, αντωνυμική έκφραση

renombrar 1. ρμ, πλφ, μετονομάζω

2. μετονομάζω, δίνω παρατσούκλι σε κάποιον

El nuevo dueño decidió renombrar el estadio en memoria del famoso director técnico,

Ο νέος ιδιοκτήτης αποφάσισε να μετονομάσει το γήπεδο στη μνήμη του διάσημου τεχνικού διευθυντή

renombre 1. α, πρχ περι-όνομα= φήμη, διασημότητα,

un actor de renombre, ένας φημισμένος, διάσημος ηθοποιός

2. παρατσούκλι, παρόνομα, su renombre es Cholo, το παρατσούκλι του είναι Τσόλο

3. επώνυμο

trasnombrar 1. ρμ, μετονομάζω

nómina πρχ όνομα

1. θ, λίστα, κατάλογος με ονόματα, προσωπικό εταιρίας,

su nombre está primero en la nómina de esta empresa,

το όνομά του είναι πρώτο στην κατάσταση προσωπικού

2. όνομα σε λίστα μισθωτού= μισθός, cobrar la nómina, παίρνω μισθό

tiene una nómina de mil euros mensuales, έχει ενα μισθό των 1000 ευρώ μηνιαίως

3. χαρτί μισθοδοσίας, βεβαίωση αποδοχών

4. σνθ, nómina de salarios, κατάσταση μισθοδοσίας

5. εκφ, estar en nómina, συγκαταλέγομαι στο προσωπικό

nominal 1. ε, ονομαστικός, -ή, -ό

2. α οκν, ονομαστική αξία

nominalismo 1. α, φλφ, νομιναλισμός, ονοματοκρατία

nominalista 1. ε, α θ, νομιναλιστικός, -ή, -ό, νομιναλιστής, ια

adnominal 1. ε, γρμ, πρχ επ-ονοματικός= επιθετικός, -ή, -ό

uninominal 1. ε, μονώνυμος, -η, -ο

trasnominación 1. θ, ρητ, μετωνυμία

nominar πρχ ονομάζω

1. ρμ, ονομάζω, ονοματίζω κάτι

2. ονοματίζω για βραβείο κάποιον, ανακηρύσσω υποψήφιο

3. ορίζω, διορίζω, εγκαθιστώ, προτείνω σε αξίωμα, δουλειά, θέση

le han nominado socio honorífico del club,

Τον έχουν προτείνει ως επίτιμο μέλος του συλλόγου

nominación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του nominar

2. ονομάτιση= ανακήρυξη υποψηφιότητας

su última película tiene cinco nominaciones para los premios Goya,

η τελευταία του ταινία έχει 5 υποψηφιότητες για τα βραβεία Γκόγια

nominativo, va 1. ε, ονομαστικός, -ή, -ó

nominativo 1. α, γρμ, ονομαστική

nominado, da 1. ε, υποψήφιος, -α, -o, una película nominada a los Oscar,

μια ταινία υποψήφια για Όσκαρ

nominilla 1. θ, οκν, αποδεικτικό έγγραφο, παραστατικό

denominar 1. ρμ, ραντ, κατονομάζω με τίτλο κάποιον, κάτι και το ξεχωρίζω, ονομάζω, ονοματίζω, La palabra "chavo" denomina a un muchacho en México, pero no en Puerto Rico,

Η λέξη "chavo" ονομάζει ένα αγόρι στο Μεξικό, αλλά όχι στο Πουέρτο Ρίκο

denominar un nuevo concepto, ονοματίζω μια νέα έννοια

Aprendí hace años que a los animales que nacen de huevos se les denomina ovíparos,

Έμαθα πριν από χρόνια ότι τα ζώα που εκκολάπτονται από αυγά ονομάζονται ωοτόκα

denominación 1. θ, κατονομασία, ονομασία σε κάτι, όνομα,

El creador de la bebida le dio su denominación,

Ο δημιουργός του ποτού του έδωσε το όνομά του

2. ονομασία για οίνο, τυρί, denominación de vino, queso,

3. θρη, ομολογία, las denominaciones protestantes, οι προτεσταντικές ομολογίες

4. σνθ, denominación de origen, ονομασία προέλευσης

denominación social, εταιρική επωνυμία

denominador 1. α, παρονομαστής

2. σνθ, denominador común, κυρ, μτφ, κοινός παρονομαστής

máximo común denominador, μέγιστος κοινός παρονομαστής

mínimo común denominador, ελάχιστος κοινός παρονομαστής

denominal 1. ε, γλγ, εξ-ονοματικός, -ή, -ó, που σχετίζεται με το όνομα,

παραγόμενος, -η, -ο από ουσιαστικό

denominativo, va 1. ε, κατονομαστικός, -ή, -ó, ονομαστικός, -ή, -ό,

listó los términos denominativos de la taxonomía,

καταλόγησε τους ονομαστικούς όρους της ταξινόμησης

2. γρμ, εξονοματικός, -ή, -ό, προερχόμενο απο όνομα,

torear es una voz denominativa porque proviene del sustantivo toro,

ταυρομαχώ είναι ενα όνομα εξονοματικό γιατί προέρχεται απο το ουσιαστικό ταύρο

innominable 1. ε, ακατονόμαστος, -η, -ο

innominado, da 1. ε, ανώνυμος, -η, -ο

nomenclátor, nomenclador 1. α, πρχ ονοματο-κλησία= ονοματο-λογία

2. ορο-λογία επιστήμης

nomenclatura 1. θ, ονοματολογία ατόμων, πραγμάτων

2. επιστημονική ορολογία

3. σύνολο λέξεων του λεξικού

nomenklatura 1. θ, πολ, νομενκλατούρα

onomatopeya 1. θ, γλγ, ονοματοποιία

onomatopéyico, ca 1. ε, γλγ, ονοματοποίητος, -η, -o

nuncupación 1. θ, νομ, πρχ ονομα-καπάρο= προφορική δήλωση

nuncupativo, va 1. ε, νομ, προφορικός, -ή, -ó, testamento nuncupativo, προφορική διαθήκη

Scroll to Top