MUÑECA= ΠΡΧ ΜΟΥΝΙΕΚΑ> ΜΑΝΙΚΙ, ΜΑΝΕΚΕΝ, ΚΟΥΚΛΑ, ΠΡΧ ΜΑΛΛΙΝ> ΚΟΤΣΟΣ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
moño πρχ μονιο> μα-λλίν
1. α, κότσος μαλλιού, Se recogió el pelo en un elegante moño,
Μάζεψε τα μαλλιά της σε έναν κομψό κότσο
2. λοφίο πτερών σε πτηνά
3. φιόγκος, El regalo tenía un moño rojo gigante, Το δώρο είχε έναν γιγάντιο κόκκινο φιόγκο
4. εκφ, hacerse el moño, φτιάχνω το μαλλίν= χτενίζομαι
οικ, agarrarse, tirarse del moño, πιάνομαι μαλλί-μαλλί, μαλλιοτραβιέμαι, μαλώνω,
se agarraron del moño por una tontería, πιάστηκαν από το μαλλί για μια χαζομάρα,
estar hasta el moño, είμαι μέχρι εδώ, έχω φτάσει στα όρια μου, έχω μπουχτίσει,
estoy hasta el moño de oír sus quejas, έχω μπουχτίσει με το να ακούω τα παράπονα τους,
ponérsele algo a alguien en el moño, πρχ μονιο> μυαλό(ν) ή νιονιό,
μπαίνει επίμονα ιδέα σε μυαλό κάποιου, του κολλάει στο μυαλό, κεφάλι,
se le ha puesto en el moño irse de vacaciones a Finlandia,
της έχει μπει στο κεφάλι να πάει διακοπές στη Φινλανδία,
quitar moños a alguien, πρχ κόπτω το μαλλίν σε κάποιον= κόβω τον αέρα
moños 1. α πλ, μτφ, σα μαλλιάν= μπιχλιμπίδια, στολίδια γυναικεία υπερβολικά
moñudo, da 1. ε, που έχει λοφίο
desmoñar 1. ρμ, ραντ, οικ, πρχ ξε-μαλλιά(ν)ζω= χαλάω τον κότσο
moña 1. θ, οικ, πρχ μονια> μεθύων ή μτφ μουνί από αλκοόλ= μεθύσι,
¡menuda moña has pillado! τι μεθύσι έχεις κάνει!
2. κορδέλα, φιόγκος, Malena se recogió el pelo con una moña,
Η Μαλένα έπιασε τα μαλλιά της με ένα φιόγκο
3. κούκλα παιχνίδι, no le gusta jugar con moñas, prefiere los coches,
δεν του αρέσει να παίζει με κούκλες, προτιμά τα αυτοκίνητα
4. ταυ, στολίδι από κορδέλες, φτερά ή λουλούδια
ή μαύρες κορδέλες που φορά στα μαλλιά ο πικαδόρ
5. εκφ, οικ, coger, agarrar, pillar una (buena) moña, μεθάω, γίνομαι τύφλα στο μεθύσι
Si sigues bebiendo de esa manera te vas a coger una moña,
Αν συνεχίσεις να πίνεις έτσι, θα μεθύσεις, γίνεις τύφλα στο μεθύσι
llevar una (buena moña), είμαι στουπί, λιώμα
muñeca πρχ μανεκέν, κούκλα, πρχ μανίκι> καρπός
1. θ, καρπός, el tenista sufrió una grave lesión en la muñeca,
Ο τενίστας υπέστη σοβαρό τραυματισμό στον καρπό
lleva un reloj en la muñeca izquierda, φοράει ένα ρολόι στο αριστερό μανίκι> καρπό
2. κούκλα παιχνίδι, las niñas juegan con las muñecas, τα κορίτσια παίζουν με τις κούκλες
3. οικ, κούκλα, ¿Quién es esa muñeca que está bailando con él?
Ποια είναι αυτή η κούκλα που χορεύει μαζί του;
ή σα προσφώνηση, Hola muñeca, ¿te apetece que quedemos para tomar un café?
Γεια σου κούκλα, σου κάνει κέφι να κανονίσουμε για να πιούμε καφέ;
4. μανεκέν κούκλα για ρούχα
5. πώμα για υγρό
6. οδοδείκτης πέτρινος
7. πανάκι λουστραρίσματος, La muñeca se utiliza como sustitución de los pinceles cuando se quiere dar una capa uniforme, Το πανάκι λουστραρίσματος χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο των πινέλων όταν θέλετε να εφαρμόσετε ένα ομοιόμορφο στρώμα
8. σνθ, muñeca de trapo, πάνινη κούκλα
9. εκφ, menear alguien las muñecas, πρχ μανουβράρω> κινώ τα μανίκια= δουλεύω πολύ
muñeco 1. α, κούκλα παιχνίδι, tiene en la mano un muñeco, έχει στο χέρι μια κούκλα,
ή ομοίωμα κούκλα, quemaron un muñeco del presidente en la manifestación,
έκαψαν ένα ομοίωμα του προέδρου στη διαδήλωση
2. κυρ, μαριονέτα με χορδές ή εγγαστρίμυθου,
el ventrílocuo usa dos muñecos en sus actuaciones,
Ο εγγαστρίμυθος χρησιμοποιεί δύο μαριονέτες στις παραστάσεις του
3. μτφ, μαριονέτα, υποχείριο, Es un muñeco en manos de su jefe,
Είναι μια μαριονέτα στα χέρια του αφεντικού του
4. μανεκέν κούκλα για ρούχα, Los muñecos del escaparate, Οι κούκλες της βιτρίνας
5. για παιδί, κουκλί, ¿Ese niño con el trajecito es tu hijo? ¡Qué muñeco!
Αυτό το αγοράκι με το κουστουμάκι είναι ο γιος σου; Τι κουκλί!
6. οικ, κούκλος, su hermano es un muñeco, ο αδερφός της είναι ένας κούκλος
7. οικ, μτφ, γυναικωτός, τοιούτος, a mí me parece un muñeco, εμένα μου φαίνεται τοιούτος
8. σνθ, muñeco de nieve, χιονάνθρωπος, Hicimos un muñeco de nieve en el jardín,
Φτιάξαμε έναν χιονάνθρωπο στον κήπο,
muñeco de trapo, πάνινη κούκλα, siempre duerme con uno de sus muñecos de trapo,
κοιμάται πάντα με μία από τις πάνινες κούκλες του
9. εκφ, vestir el muñeco, ντύνω το μανεκέν= ωραιοποιώ, εξωραΐζω, καλλωπίζω κατάσταση,
El informe económico era desastroso, pero el consultor fue contratado para vestir el muñeco ante los accionistas, Η οικονομική έκθεση ήταν καταστροφική, αλλά ο σύμβουλος προσλήφθηκε για να ωραιοποιήσει την κατάσταση ενώπιον των μετόχων
tener muñecos en la cabeza, έχω μανεκέν στο κεφάλι= έχω φαντασιώσεις, αέρα στο μυαλό,
Dejó el trabajo porque tenía muñecos en la cabeza y creía que sería rico en un mes,
Άφησε τη δουλειά γιατί είχε φαντασιώσεις και νόμιζε ότι θα γινόταν πλούσιος σε ένα μήνα
No le hagas caso, es muy joven y tiene muñecos en la cabeza,
Μην τον ακούς, είναι πολύ νέος και έχει αέρα στο κεφάλι
amuñecado, da 1. ε, σα μανεκέν, κουκλίστικος, -η, -o, χαριτωμένος, -η, -o,
rostro amuñecado, κουκλίστικο πρόσωπο
2. μτφ, σα μανεκέν στολισμένος, -η, -o, κουκλίστικος, -η, -o,
El actor lucía demasiado amuñecado en el traje de terciopelo y corbatín, como un maniquí, Ο ηθοποιός φαινόταν πολύ κουκλίστικος στο βελούδινο κοστούμι και το παπιγιόν, σαν μανεκέν
muñequera πρχ μανικ-ιερα
1. θ, περικάρπιο, se rompió la muñeca y tiene que usar muñequera para jugar al tenis,
έσπασε τον καρπό του και πρέπει να φοράει περικάρπιο για να παίζει τένις
2. δερμάτινο περικάρπιο
3. μπρασελέ ρολογιού
muñequilla 1. θ, πανάκι λουστραρίσματος
2. εκφ, dar con la muñequilla a algo, ταπώνω κάτι
muñón 1. α, πρχ μανικιά= κολόβωμα σε ακρωτηρίαση
2. στρ, στήριγμα περιστροφής κανονιού
muñonera 1. θ, στρ, πρχ μανικιερα= εντοίχιση για στήριγμα περιστροφής κανονιού
sobremuñonera 1. θ, στρ, ημι-κυλινδρικό μεταλλικό πλαίσιο που συγκρατεί το κανόνι στη θέση του