MUTAR

COMUNISMO= ΠΡΧ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ, ΠΡΧ ΡΙΖΑ ΜΕΤ-> ΜΕΤ-ΑΓΩ, ΜΕΤ-ΑΛΛΑΣΣΩ,

ΠΡΧ ΑΜΟΙΒΑΔΑ, ΠΡΧ ΚΟΙΝΟ, ΠΡΧ ΜΕΘ-ΕΓΕΙΡΩ, ΠΡΧ ΣΚΑΜΜΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

ameba 1. θ, αμοιβάδα

amiba 1. θ, αμοιβάδα

amebiano, na 1. ε, ζωλ, ιατ, αμοιβαδικός, -ή, -ó

amebiasis 1. θ, ιατ, αμοιβάδωση

meato 1. α, ανα, βοτ, πρχ στο-μιατο= κοιλότητα

2. σνθ, meato urinario, ανα, στόμιο ουρήθρας

meato auditivo, ανα, ακουστικός πόρος

comunismo 1. α, κομ-μουνισμός

poscomunismo, postcomunismo 1. α, ιστ, μετα-κομμουνισμός

poscomunista, postcomunista 1. ε, ιστ, μετα-κομμουνιστικός, -ή, -ó

comunista 1. ε, α θ, κομ-μουνιστικός, -ή, -ό, κομ-μουνιστής, -ια

comunistoide 1. ε, α θ, υτμ, κομ-μούνι, κομμουνι-στοειδές

común πρχ κομουν> κοινό, απο κομ-μουνισμό> κοινό για όλους

1. ε, που ανήκει ή αναφέρεται σε πολλούς, κοινός, -ή, -ó,

Ellos tienen una amiga común, por eso se conocieron,

Έχουν μια κοινή φίλη, γι’ αυτό γνωρίστηκαν

el bien común, το κοινό καλό,

interés común, κοινό ενδιαφέρον,

zonas comunes, κοινές ζώνες,

El patio es de uso común para todos los vecinos,

Η αυλή είναι με χρήση κοινή για όλους τους γείτονες

2. συνήθης, -ης, σύνηθες, συνηθισμένος, -η, -ο, κοινός, -ή, -ó, νορμάλ,

Es común ver a los niños jugando en el parque por las tardes,

Είναι συνηθισμένο να βλέπεις παιδιά να παίζουν στο πάρκο τα απογεύματα,

su actitud no tiene nada de común, η στάση του δεν έχει τίποτα το κοινό,

una expresión poco común, μια λίγο συνήθης, ασυνήθιστη έκφραση

Es común que llueva en esta época del año,

είναι σύνηθες να βρέχει σε αυτή την εποχή του χρόνου

3. για ποιότητα, κοινός, -ή, -ό, συνηθισμένος, -η, -ο, μέτριος, -α, -ο,

Su vestimenta era bastante común, nada fuera de lo normal,

Η ενδυμασία του ήταν αρκετά συνηθισμένη, τίποτα το ιδιαίτερο,

un vino común, ένα μέτριο κρασί

en esta tienda sólo venden telas de calidad común,

σε αυτό το μαγαζί μόνο πουλούν υφάσματα μέτριας ποιότητας

4. γρμ, κοινός, -ή, -ó, nombre común, κοινό ουσιαστικό

5. εκφ, común y corriente, κοινός, κοινότοπος

fuera de lo común, πέρα από τα συνηθισμένα

por lo común, δια του κοινού= γενικά, συνήθως, por lo común, no llueve en esta zona,

γενικά δεν βρέχει σε αυτή την ζώνη

tener algo en común (con alguien), έχω κάτι κοινό (με κάποιον),

tenemos una casa en común, έχουμε ένα σπίτι από κοινού,

Tienen en común su amor por el arte moderno,

έχουν κοινό την αγάπη τους για την μοντέρνα τέχνη

en común, από κοινού, hicimos el trabajo en común, κάναμε τη δουλειά από κοινού

Denominador común, κοινός παρονομαστής

común 1. α, κοινότητα, el ayuntamiento gestiona los impuestos del común,

το δημαρχείο διαχειρίζεται τους φόρους της κοινότητας

2. μτφ, κοινός χώρος= αποχωρητήριο, μπάνιο, τουαλέτα

3. εκφ, el común de, el común de los mortales, κοινός θνητός,

en el común de los casos, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων

el común de las gentes, το κοινό του κόσμου, η πλειοψηφία του κόσμου

por lo común, γενικά, συνήθως

acomunar 1. ρμ, ραντ, κομμουνίζω για κάποιο σκοπό= ενώνω, ενώνομαι, συμμαχώ με,

los ideales son capaces de acomunar a los hombres de todas las latitudes,

τα ιδανικά είναι ικανά να ενώσουν τους ανθρώπους απ’ όλα τα γεωγραφικά πλάτη

comuna 1. θ, οκν, κοινότητα, συνεταιρισμός ατόμων με κοινά συμφέροντα,

comuna agrícola, αγροτική κοινότητα

2. κοινότητα ατόμων, κοινόβιο με δικούς τους κανόνες συμβίωσης,

una comuna hippy, μια κοινότητα χίπηδων

3. πολ, κομούνα, en China, la comuna popular es la base de la sociedad comunista,

στην Κίνα, η λαϊκή κομούνα είναι η βάση της κομμουνιστικής κοινωνίας

4. εκφ, la Comuna de París, ιστ, η Κομούνα του Παρισιού

comunal 1. ε, για το κοινό, κοινοτικός, -ή, -ó, κοινόχρηστος, -η, -ο, terrenos comunales, κοινοτική γη, κοινόχρηστος, κοινοτικός βοσκότοπος

bienes comunales, αγαθά κοινοτικά

2. του κομμουνισμού= λαϊκός, -ή, -ó, el movimiento comunal, το λαϊκό κίνημα

comuña 1. θ, αγρ, μτφ, σμιγάδι, σαν κοινό προϊόν

2. μτφ, σύμφωνο παραχώρησης ζώων προς φύλαξη κ.λπ. έναντι συμμετοχής στα κέρδη

descomunal πρχ δεν είναι κοινό σε μέγεθος, ποιότητα, ποσότητα, κ.λπ

1. ε, για ποσότητα, μέγεθος, υπέρμετρος, -η, -o, τεράστιος, -α, -o, θεόρατος, -η, -o,

La montaña que se veía a lo lejos era de un tamaño descomunal,

Το βουνό που φαινόταν από μακριά ήταν ενός μεγέθους τεράστιου,

estatura descomunal, θεόρατο ανάστημα,

tiene una fuerza descomunal, έχει τεράστια δύναμη

2. για ποιότητα, καταπληκτικός, -ή, -ó, una película descomunal, μια καταπληκτική ταινία

3. μτφ, για σημασία, ένταση, τεράστιος, -α, -ο, φοβερός, -ή, -ό, απίστευτος, -η, -ο,

nos contó una mentira descomunal, μας είπε ένα απίστευτο ψέμα

tiene una soberbia descomunal, έχει μια υπερηφάνεια τεράστια,

Hicieron un esfuerzo descomunal para terminar el proyecto a tiempo,

Κατέβαλαν μια υπερβολική προσπάθεια για να ολοκληρώσουν το έργο εγκαίρως,

tengo un hambre descomunal, έχω μια πείνα τρομερή, απίστευτη, σα λύκος

descomunalmente με τρόπο πέραν του κοινού

1. επρ, για μέγεθος, ποσότητα, ποιότητα, μτφ, υπερβολικά, άμετρα, χωρίς μέτρο,

era descomunalmente grande, ήταν υπερβολικά ψηλός

bebe y come descomunalmente, πίνει και τρώει άμετρα, χωρίς μέτρο

comunidad 1. θ, κοινότητα ατόμων με κοινά ενδιαφέροντα,

La comunidad científica trabaja en colaboración para resolver problemas globales,

Η επιστημονική κοινότητα συνεργάζεται για την επίλυση παγκόσμιων προβλημάτων

2. κοινότητα ατόμων, σύνολο κατοίκων σε περιοχή,

el estado recauda los impuestos de la comunidad,

το κράτος συγκεφαλαιώνει τους φόρους της κοινότητας,

3. θρη, κοινότητα, La comunidad religiosa celebra juntas sus festividades cada año,

Η θρησκευτική κοινότητα γιορτάζει μαζί τις γιορτές κάθε χρόνο

ή κοινόβιο, vive en una comunidad religiosa, ζεί σε ένα κοινόβιο θρησκευτικό

4. πολ, περιφέρεια, La Comunidad de Madrid, Η Περιφέρεια της Μαδρίτης

5. κοινωνία ατόμων

6. βιο, κοινότητα

7. σνθ, comunidad de bienes gananciales, οκν, κοινο-κτημοσύνη

comunidad de propietarios, νομ, συν-ιδιοκτησία, κοινή ιδιοκτησία

comunidad de vecinos, νομ, συν-ιδιοκτησία

comunidad lingüística, γλωσσική κοινότητα

la Comunidad Británica de Naciones, ιστ, Βρετανική Κοινοπολιτεία

la Comunidad Económica Europea, η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα

la comunidad internacional, η διεθνής κοινότητα

8. εκφ, de, en comunidad, από κοινού, poseer en comunidad unas tierras,

να κατέχω κάποιες γαίες από κοινού

comunidades 1. θ πλ, ιστ, κοινότητες

Comunidad Autónoma 1. θ, Αυτοδιοικούμενη Περιφέρεια στην Ισπανία

comunitario, ria 1. ε, κοινοτικός, -ή, -ό, κοινόχρηστος, -η, -ο,

Los bienes comunitarios deben estar disponibles para todos en todo momento,

Τα κοινοτικά αγαθά πρέπει να είναι διαθέσιμα σε όλους ανά πάσα στιγμή

intracomunitario, ria 1. ε, ενδο-κοινοτικός, -ή, -ó

extracomunitario, ria 1. ε, εξω-κοινοτικός, -ή, -ό

supracomunitario, ria 1. ε, πολ, υπερ-κοινοτικός, -ή, -ó

comunero, ra 1. ε, κοινοτικός, -ή, -ó, tierras comuneras, κοινοτική γη, κοινόχρηστα εδάφη

2. α θ, νομ, συν-ιδιοκτήτης, -ια

3. κομουνέρος, κομουνάριος άτομο που ανήκε στις κομούνες της Καστίλλης, οι οποίες το 1520 εναντιώθηκαν στις φορολογικές απαιτήσεις του Καρόλου Ε’

comunión 1. θ, κοινωνία, ένωση ατόμων, πραγμάτων, viven en perfecta comunión,

ζουν σε τέλεια κοινωνία, ένωση

necesitaba la comunión con sus hijos, χρειαζόταν την κοινωνία με τα παιδιά του

2. κοινή σκέψη, ιδέα για κάτι, συμφωνία, κοινωνία, comunión de pensamiento,

συμφωνία σκέψης

3. κοινότητα ατόμων ίδιας πίστης, ιδεολογίας

4. θρη, Θεία Κοινωνία, Μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων

5. εκφ, hacer la primera comunión, κάνω την πρώτη μετάληψη

excomunión 1. θ, θρη, πρχ εξω-κοινωνία= αφορισμός

2. εκφ, dictar, decretar la excomunión de alguien, θρη, διατυπώνω, απαγγέλω τον αφορισμό levantar la excomunión a alguien, αίρω τον αφορισμό κάποιου

poscomunión, postcomunión 1. θ, θρη, λόγος που εκφωνείται στη Θεία Λειτουργία μετά τη θεία μετάληψη

procomún, procomunal 1. α, πρχ υπέρ-του κοινού συμφέροντος= κοινή ωφέλεια

comúnmente 1. επρ, που γίνεται συχνά, συνήθως, κατά το κοινόν,

Comúnmente, la gente prefiere quedarse en casa los domingos por la tarde,

κατά το κοινόν, συνήθως, ο κόσμος προτιμά να μένει στο σπίτι τις Κυριακές το απόγευμα

Los errores de este tipo son comúnmente cometidos por principiantes,

Τα λάθη αυτού του είδους γίνονται συνήθως από αρχάριους

2. γενικά, Comúnmente se cree que los gatos son animales solitarios,

γενικά πιστεύεται πως οι γάτοι είναι ζώα μοναχικά

comunicar 1. ρμ, πρχ κοινο-ποιώ, επι-κοινωνώ, ανα-κοινώνω, γνωστο-ποιώ, μεταδίδω,

le comuniqué mi deseo de irme, του κοινοποίησα την επιθυμία μου να φύγω,

el entrenador comunicó su decisión, o προπονητής ανακοίνωσε την απόφασή του,

lamentamos tener que comunicarle esta noticia,

λυπούμαστε που είμαστε αναγκασμένοι να σας μεταδώσουμε αυτήν την είδηση

2. μτφ, μεταδίδω, εκπέμπω, su mirada comunica amor, το βλέμμα του εκπέμπει αγάπη,

es un tipo que comunica optimismo, είναι ένας άνθρωπος που εκπέμπει αισιοδοξία

3. για μέρος, χώρο, φέρνω σε κοινωνία= ενώνω, συνδέω,

esta carretera comunica los dos pueblos, αυτός o δρόμος συνδέει τα δύο χωριά

4. φσκ, μεταδίδω, cuando la bola de billar choca con otra le comunica el movimiento,

όταν η μπίλια του μπιλιάρδου χτυπά κάποια άλλη της μεταδίδει την κίνηση

5. χειρίζομαι από κοινού μια υπόθεση, συζητάω με άλλους από κοινού κάτι,

comunicó el proyecto con el consejo de administración,

χειρίστηκε από κοινού το πρότζεκτ με το συμβούλιο της διοίκησης

6. ρα, μτφ, είναι σε επικοινωνία> για τηλέφωνο, μιλάει, είναι απασχολημένο,

siempre que te llamo estás comunicando, πάντα όταν σε καλώ μιλάς

está comunicando, μιλάει, είναι απασχολημένο

7. για χώρο, επικοινωνώ, cuartos que comunican, δωμάτια που επικοινωνούν

8. για χώρο, comunicar con, επικοινωνώ με, el pasillo comunica con el salón,

o διάδρομος επικοινωνεί με το σαλόνι

9. comunicar con, επικοινωνώ με, βρίσκομαι σε επικοινωνία με, έρχομαι σε επικοινωνία με, no hay forma de comunicar con él, δεν υπάρχει τρόπος να έρθεις σε επικοινωνία μαζί του

10. ραντ, επικοινωνώ, έρχομαι σε επαφή με κάποιον, comunicarse por teléfono, επικοινωνούν μέσω τηλεφώνου

11. για μέρος, χώρο, επικοινωνούν, ενώνονται, συνδέονται,

las islas se comunican a través de un puente, τα νησιά συνδέονται μέσω μιας γέφυρας,

las dos casas se comunican por una puerta, τα δύο σπίτια επικοινωνούν μέσω μιας πόρτας

12. μτφ, για γνώση, ιδέες, μεταδίδομαι, las tradiciones se comunican de padres a hijos,

οι παραδόσεις μεταδίδονται από γενιά σε γενιά

13. μτφ, κάτι κοινοποιείται= μεταδίδεται, διαδίδεται κάτι, επεκτείνεται,

el fuego se ha comunicado a toda la zona, η φωτιά έχει επεκταθεί σε όλη την περιοχή

comunicación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του comunicar, comunicarse

2. επικοινωνία, mantenían una comunicación intensa, διατηρούσαν μια έντονη επικοινωνία

3. επικοινωνία χώρων, σύνδεση, ένωση, comunicación por cable, σύνδεση μέσω καλωδίου comunicación por carretera, επικοινωνία μέσω λεωφόρου

4. μέσο επικοινωνίας μεταξύ 2, el helicóptero es su única comunicación cuando nieva,

το ελικόπτερο είναι η μοναδική επικοινωνία του όταν χιονίζει

5. ανακοίνωση, ανακοινωθέν, ya ha llegado la comunicación del traslado,

ήδη έχει φτάσει η ανακοίνωση της μετάθεσης,

el ministro leyó una comunicación urgente del presidente,

o υπουργός διάβασε μια επείγουσα ανακοίνωση του πρωθυπουργού

6. επικοινωνία είδησης, μετάδοση, la comunicación de la noticia causó mucha tristeza,

η μετάδοση της είδησης προκάλεσε πολλή λύπη

7. για ΜΜΜ, συγκοινωνία, hay buena comunicación entre nuestras ciudades,

υπάρχει καλή συγκοινωνία μεταξύ των πόλεων μας

8. τχν, επικοινωνία, σύνδεση, γραμμή, se cortó la comunicación,

κόπηκε η γραμμή

9. σνθ, comunicación (no) verbal, (μη) λεκτική επικοινωνία

10. εκφ, estar en comunicación con, βρίσκομαι σε επικοινωνία με

ponerse en comunicación con, επικοινωνώ με, έρχομαι σε επαφή με

comunicaciones 1. θ πλ, τχν, επικοινωνίες, συστήματα επικοινωνιών,

la tormenta de nieve paró las comunicaciones, η χιονο-θύελλα σταμάτησε τις επικοινωνίες

2. συγκοινωνίες, υποδομές συγκοινωνιών, barrio con buenas, malas comunicaciones, γειτονιά με καλή, κακή συγκοινωνία

3. επικοινωνίες, συνδέσεις μεταξύ περιοχών, las comunicaciones aéreas,

οι αεροπορικές συνδέσεις

comunicacional 1. ε, επικοινωνιακός, -ή, -ό

comunicable 1. ε, επικοινωνήσιμος, -η, -ο, μεταδόσιμος, -η, -o

comunicabilidad 1. θ, μεταδοσιμότητα

incomunicable 1. ε, μη-επικοινωνήσιμος, -η, -ο, μη-μεταδόσιμος, -η, -o

incomunicabilidad 1. θ, μη-μεταδοτικότητα

comunicado, da 1. ε, με συγκοινωνία, συγκοινωνιακός, -ή, -ό, συνδεδεμένος, -η, -o,

προσβάσιμος, -η, -ο, ha comprado una casa en una zona muy bien comunicada,

έχω αγοράσει ένα σπίτι σε μια ζώνη πολύ καλά συνδεδεμένη από συγκοινωνίες,

barrio bien, mal comunicado, γειτονιά με καλή, κακή συγκοινωνιακή σύνδεση

El dormitorio está comunicado con la biblioteca por un pasadizo secreto,

Το υπνοδωμάτιο είναι συνδεδεμένο με τη βιβλιοθήκη μέσω ενός μυστικού περάσματος

comunicado 1. α, ανακοίνωση, ανακοινωθέν,

El comunicado de la policía confirma que el detenido es un terrorista,

Η ανακοίνωση της αστυνομίας επιβεβαιώνει ότι ο κρατούμενος είναι τρομοκράτης

2. σνθ, comunicado a la prensa, de prensa, δελτίο Τύπου

comunicado oficial, επίσημο ανακοινωθέν

comunicador, ra 1. ε, επικοινωνιακός, -ή, -ό

2. ε, α θ, για άτομο με καλή επικοινωνία, επικοινωνιακός, -ή, μεταδίδων, -ουσα, -ον,

μεταδοτικός, -ή, Alfredo es un buen comunicador, Ο Αλφρέντο είναι καλός στην επικοινωνία

comunicología 1. θ, επικοινωνιολογία

comunicólogo, ga 1. α θ, επικοινωνιολόγος

comunicante 1. ε, επικοινωνών, -ουσα, -όν, συγκοινωνών, -ουσα, -όν

2. ανα, συγκοινωνών, -ουσα, -όν

3. φσκ, συγκοινωνών, -ουσα, -όν , Los vasos comunicantes, τα συγκοινωνούντα δοχεία

4. α θ, που επι-κοινωνεί, που συγ-κοινωνεί, ομιλητής, -ια, συν-ομιλητής, -ια,

El comunicante explicó claramente su punto de vista en la reunión,

Ο ομιλητής εξήγησε με σαφήνεια την άποψή του στη συνάντηση

Los comunicantes deben tener habilidades efectivas para transmitir sus ideas,

Οι ομιλητές πρέπει να έχουν αποτελεσματικές δεξιότητες για να μεταδίδουν τις ιδέες τους

5. πληροφοριοδότης, -ια

comunicativo, va 1. ε, επικοινωνιακός, -ή, -ό, μεταδοτικός, -ή, -ό

comunicatividad 1. θ, μεταδοτικότητα

incomunicar πρχ αν-επικοινωνώ> αφήνω χωρίς επικοινωνία κάποιον

1. ρμ, απομονώνω, αποκλείω, Las inundaciones incomunicaron varios pueblos costeros,

Οι πλημμύρες απέκλεισαν αρκετές παράκτιες πόλεις

2. νομ, βάζω στην απομόνωση, incomunicaron al detenido y le prohibieron las visitas,

έβαλαν στην απομόνωση τον κρατούμενο και του απαγόρευσαν τις επισκέψεις

3. ραντ, απομονώνομαι από κόσμο, επικοινωνία με άλλους,

el pintor se incomunica para crear sus obras,

ο ζωγράφος απομονώνεται για να δημιουργήσει τα έργα του

incomunicación 1. θ, έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ ατόμων,

la incomunicación entre los cónyuges fue la raíz del divorcio,

η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των συζύγων υπήρξε η αιτία του διαζυγίου

2. απομόνωση, αποκλεισμός σε χώρο

3. νομ, απομόνωση σε κρατούμενο

incomunicado, da 1. ε, για χώρο, άτομο, απομονωμένος, -η, -o

2. νομ, ευρισκόμενος, -η, -o στην απομόνωση

3. νομ, α θ, κρατούμενος, -η σε απομόνωση

intercomunicar 1. ρμ, ενδοεπικοινωνώ, επικοινωνώ μέσω εσωτερικού δικτύου

intercomunicación 1. θ, επικοινωνία μέσω εσωτερικού τηλεφώνου, δι-επικοινωνία,

ενδοεπικοινωνία

intercomunicador 1. α, ενδο-> τηλέφωνο ενδο-επικοινωνίας

comulgar 1. ρα, θρη, κοινωνώ, μεταλαμβάνω

2. ρμ, θρη, μεταδίδω, κοινωνώ με κάποιον

3. comulgar con, en, μτφ, συμ-μερίζομαι, συμφωνώ με,

no comulgo con sus principios, δεν συμμερίζομαι τις αρχές του

tus hermanos comulgan en los mismos principios,

τα αδέρφια σου συμφωνούν στις ίδιες αρχές

comulgante 1. ε, α θ, μεταλαμβάνων, -ουσα, -ον, κοινωνός των Αχράντων Μυστηρίων

2. μτφ, συμμερίζων, -ουσα, -ον, συμφωνών, -ουσα σε κάτι

3. εκφ, comulgar con ruedas de molino, συμφωνεί με τρόπο αφελή σε κάτι, τα χάφτει όλα

comulgatorio πρχ κοινων-ητήριο

1. α, κιγκλίδωμα που χωρίζει την Αγία Τράπεζα από τον υπόλοιπο ναό, μπροστά από το οποίο λαμβάνουν την θεία κοινωνία γονατιστοί οι πιστοί

2. παραθυράκι σε μοναστήρι για να κοινωνήσουν οι μοναχοί

descomulgar 1. ρμ, θρη, δεν-κοινωνώ> απο-κοινωνώ= αφορίζω

descomulgado, da 1. ε, απο-κοινωνημένος, -η, -ο, αφορισμένος, -η, -o

2. ε, α θ, μτφ, για χαρακτήρα, κακοήθης, -ης, -ες, μοχθηρός, -ή, -ό, φαύλος, -η, -ο,

διεστραμμένος, -η, -ο, διαολεμένος, -η, -ο

3. α θ, αφορεσμένος, αφορεσμένη

excomulgar 1. ρμ, πρχ εξω-κοινωνώ= αφορίζω, excomulgar a un hereje,

αφορίζω έναν αιρετικό

excomulgado, da 1. ε, α θ, θρη, αφορισμένος, -η, -o

migrar πρχ μεθ-εγείρω> μετα-κινούμαι προς άλλο τόπο

1. ρα, μεταναστεύω, αποδημώ, ξενιτεύομαι, Mis padres migraron a Francia,

Οι γονείς μου μετανάστευσαν στην Γαλλία

2. ζωλ, μεταναστεύω, αποδημώ, las cigüeñas han dejado de migrar a Marruecos,

οι πελαργοί έχουν σταματήσει να αποδημούν στο Μαρόκο

migración 1. θ, μετανάστευση, αποδημία

2. ζωλ, μετανάστευση, αποδημία

migratorio, ria 1. ε, ζωλ, αποδημητικός, -ή, -ó

2. μεταναστευτικός, -ή, -ó, política, corrientes migratorios, πολιτική, ροές μεταναστευτικές

migra 1. θ, μτφ, υτμ, la migra, η συνοριοφυλακή των ΗΠΑ

emigrar 1. ρα, μεταναστεύω, αποδημώ, ξενιτεύομαι, emigró en busca de trabajo,

μετανάστευσε σε αναζήτηση εργασίας

2. ζωλ, μεταναστεύω, αποδημώ

emigración 1. θ, πρχ μεθ-έγερση= μετανάστευση, αποδημία

2. ζωλ, αποδημία, μετανάστευση, μετακίνηση

emigrado, da 1. ε, α θ, πρχ μεθ-εγειρόμενος= απόδημος, -η, -o, μετανάστης, -ια

emigrante 1. ε, α θ, απόδημος, -η, -ο, μετανάστης, -ια

emigratorio, ria 1. ε, αποδημητικός, -ή, -ό

inmigrar 1. ρα, πρχ εν-μεθ-εγείρω= μεταναστεύω από χώρα σε χώρα

2. ενδο-μεταναστεύω μέσα στην χώρα μου

3. ζωλ, αποδημώ, μεταναστεύω

inmigración 1. θ, μετανάστευση, αποδημία

inmigratorio, ria 1. ε, μεταναστευτικός, -ή, -ó, políticainmigratoria, μεταναστευτική πολιτική una corriente inmigratoria, ένα μεταναστευτικό ρεύμα

2. ζωλ, αποδημητικός, -ή, -ó

inmigrado, da 1. ε, α θ, μεταναστευτικός, -ή, -ό, μετανάστης, -ια

inmigrante 1. ε, α θ, μεταναστεύων, -ουσα, -ον, μεταναστευτικός, -ή, -ό, μετανάστης, -ια

transmigrar, trasmigrar 1. ρα, πρχ δια-μεθ-εγείρω= για λαό ή μεγάλο μέρος λαού, μεταναστεύω

2. μτφ, μετ-εμ-ψυχώνομαι

transmigración, trasmigración 1. θ, μετανάστευση λαού ή μεγάλο μέρος του

2. μτφ, μετεμψύχωση

mutar πρχ ρίζα μετ-α> μετ-άγω κάτι σε άλλη κατάσταση

1. ρμ, μεταλλάσσω, αλλοιώνω, αλλάζω σχήμα, όψη, κατάσταση σε κάτι, κάποιον,

mutó su aspecto al teñirse el cabello, μετ-άλλαξε την όψη του όταν έβαψε το μαλλί του

2. μετα-θέτω, μετα-φέρω κάποιον από χώρο ή από θέση εργασίας,

le han mutado, τον έχουν μεταθέσει

3. ρα, βιο, παθαίνω μετάλλαξη, μετ-αλλάσσομαι, El virus puede mutar rápidamente,

ο ιός μπορεί να μεταλλάσσεται γρήγορα

4. μτφ, μετ-αλλάσσομαι, Las plataformas digitales mutan constantemente para adaptarse a las necesidades de los usuarios,

Οι ψηφιακές πλατφόρμες μεταλλάσσονται συνεχώς για να προσαρμοστούν στις ανάγκες των χρηστών

mutación 1. θ, μετ-αλλαγή σημαντική σε κάτι, μετα-μόρφωση,

La empresa sufrió una mutación en su estructura organizacional para adaptarse,

Η εταιρεία υπέστη μια μετάλλαξη στην οργανωτική δομή της για να προσαρμοστεί

2. βιο, μετάλλαξη

3. θτρ, αλλαγή ντεκόρ

4. γλγ, μετάλλαξη

5. πράξη και αποτέλεσμα του mudar, mudarse

6. σνθ, mutación genética, βιο, γενετική μετάλλαξη

mutante 1. ε, α θ, μεταλλαγμένος, -η, -ο, μεταλλαγμένο άτομο

mutable 1. ε, μεταβλητός, -ή, -ό, μεταλλάξιμος, -η, -ο

mutabilidad 1. θ, μεταβλητότητα, μεταλλαξιμότητα

inmutable 1. ε, αναλλοίωτος, -η, -o, αμετάβλητος, -η, -o,

un principio inmutable, αναλλοίωτη αρχή

2. για άτομο, ατάραχος, -η, -o, permaneció inmutable mientras leían la sentencia,

παρέμεινε ατάραχος όση ώρα διάβαζαν την απόφαση

inmutabilidad 1. θ, αμεταβλητότητα, αμετάβλητο, αμετακίνητο, απαράλλακτο,

ιδιότητα αναλλοίωτου

2. αταραχότητα

inmutar 1. ρμ, πρχ εν-μετ-αλλάσσω= αλλοιώνω, αλλάζω κάτι

2. ρμ, ραντ, μτφ, μεταλλάσσομαι ψυχικά= ταράζομαι, χάνω την αυτοκυριαρχία μου,

se inmutó visiblemente al leer la noticia, ταράχτηκε ορατώς με το που διάβασε την είδηση

3. ρμ, ταράζω, ενοχλώ, ¡No hagas ruido! Mi padre está durmiendo y no queremos inmutarlo,

Μην κάνεις θόρυβο! Ο πατέρας μου κοιμάται και δεν θέλουμε να τον ταράξουμε

inmutación 1. θ, αλλοίωση, αλλαγή

2. μτφ, ταραχή, απώλεια αυτοκυριαρχίας

mutacionista 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ó με θεωρία μεταλλάξεων στη γενετική,

ή μεταλλαξιστής= υποστηρικτής, -ια της θεωρίας των μεταλλάξεων στη γενετική

mutágeno 1. α, βιο, μεταλλαξιο-γόνο, μεταλλαξο-γόνο

mutua 1. θ, πρχ μετ-αλλήλη= αλληλο-βοηθητική εταιρεία

2. σνθ, mutua de seguros, αλληλ-ασφαλιστική εταιρεία

mutua laboral, αλληλασφαλιστική ένωση εργατικών ατυχημάτων

mutual πρχ μουτ-ουαλ> μετ-αλλήλων

1. ε, αμοιβαίος, -α, -o, Los miembros de la organización se prestan asistencia mutual,

Τα μέλη του οργανισμού παρέχουν αμοιβαία βοήθεια

2. θ, αλληλασφαλιστική ένωση

mutualidad 1. θ, αμοιβαιότητα

2. αλληλο-βοηθητική εταιρεία, su compañía de seguros es una mutualidad,

η ασφαλιστική εταιρία του είναι μια αλληλο-βοηθητική εταιρία

mutualismo 1. α, πρχ μετ-αλληλισμός= αλληλο-βοήθεια

mutualista 1. ε, α θ, αλληλοβοηθητικός, -ή, -ό, μέλος αλληλοβοηθητικής εταιρείας

mutuamente 1. επρ, αμοιβαία, La empresa está explorando colaboraciones mutuamente beneficiosas en China, Η εταιρεία διερευνά αμοιβαία επωφελείς συνεργασίες στην Κίνα

mutuo, tua 1. ε, πρχ μετ-αλλήλων πλευρών= αμοιβαίος, -α, -o, κοινός, -ή, -ó,

tienen una admiración mutua, τρέφουν έναν αμοιβαίο θαυμασμό,

el sentimiento de cariño y amistad entre ellos es mutuo,

το αίσθημα αγάπης και φιλίας μεταξύ τους είναι αμοιβαίο

se ofrecieron apoyo mutuo, αλληλο-πρόσφεραν μια στήριξη αμοιβαία

se separaron de mutuo acuerdo, χώρισαν από κοινού συμφωνία

2. α, νομ, συμβόλαιο κατά το οποίο πρέπει να επιστρέψεις την ίδια ποσότητα που δανείστηκες

mutuario, ria, mutuatario, ria 1. α θ, δανειζόμενος, -η

mutis 1. επφ, οικ, μουτ= σουτ

mutis 1. α, θτρ, πρχ μετ-άγημα= έξοδος από τη σκηνή

2. εκφ, hacer mutis, ηχμ κάνω μού-τις= το βουλώνω

hacer mutis por el foro, θτρ, βγαίνω από τη σκηνή

ή μτφ, την κάνω από χώρο= αποχωρώ διακριτικά

conmutar πρχ συν-μετ-αλλάσσω

1. ρμ, νομ, μετα-τρέπω προς το επιεικέστερο (ποινή), μειώνω ποινή,

le conmutaron la pena de 5 meses por una multa,

μετέτρεψαν την ποινή του από 5 μήνες φυλάκιση σε πρόστιμο

2. αντ-αλλάσσω, conmutó su horario con el de un compañero,

αντάλλαξε το ωράριό του με αυτό ενός συναδέλφου

3. εκπ, μτφ, συν-αλλάσσω μαθήματα, σπουδές από άλλο κέντρο, θεωρώ ισάξιες, αναγνωρίζω, sólo le conmutan algunas asignaturas,

του αναγνωρίζουν μόνο μερικά μαθήματα

conmutación 1. θ, μεταλλαγή, μεταβολή, μετατροπή ποινής

2. ανταλλαγή

3. εκπ, αναγνώριση σπουδών, μαθημάτων

conmutador 1. α, ηκλ, συν-μετ-αλλακτής ρεύματος= διακόπτης

conmutativo, va 1. ε, ανταλλακτικός, -ή, -ό

2. νομ, διαδικαστικός, -ή, -ó

3. μαθ, αντι-μεταθετικός, -ή, -ό

conmutable 1. ε, ανταλλάξιμος, -η, -ο

2. αντιμεταθετικός, -ή, -ό

3. αντιμεταβλητός, -ή, -ό

inconmutable 1. ε, αμετάβλητος, -η, -ο, αμετάτρεπτος, -η, -ο

inconmutabilidad 1. θ, αδυναμία μετατροπής, μετάλλαξης

permutar πρχ παρα-μετ-αλλάζω= αντ-αλλάζω

1. ρμ, ανταλλάσσω, εναλλάσσω αγαθά,

¿Hay alguna manera de que permutemos nuestras acciones en la empresa?

Υπάρχει κάποιος τρόπος να ανταλλάξουμε τις μετοχές μας στην εταιρεία;

2. σε διοίκηση, αντιμεταθέτω

3. μαθ, αντιμεταθέτω

permutación 1. θ, ανταλλαγή αγαθών

2. μαθ, αντιμετάθεση

3. πράξη και αποτέλεσμα του permutar

permuta 1. θ, ανταλλαγή αγαθών

2. αντιμετάθεση, μεταλλαγή σε θέση δημοσίου

3. σύμβαση ανταλλαγής, contrato de permuta

4. μαθ, αντιμετάθεση

permutable 1. ε, ανταλλάξιμος, -η, -ο

2. μαθ, αντιμεταθετός, -ή, -ό

permutabilidad 1. θ, ανταλλακτότητα

2. μαθ, αντιμεταθεσιμότητα

permutador 1. α, τχν, εναλλάκτης

permutante 1. ε, α θ, ανταλλάσσων, -ουσα, -ον

2. αντι-μεταλλάσσων, -ουσα, -ον

3. αντιμεταθέτων, -ουσα, -ον

impermutable 1. ε, αμετάβλητος, -η, -o, μη ανταλλάξιμος, -η, -ο

transmutar, trasmutar 1. ρμ, μετα-τρέπω, μετ-αλλάσσω,

Los alquimistas buscaban transmutar metales en oro,

Οι αλχημιστές προσπαθούσαν να μετατρέψουν τα μέταλλα σε χρυσό

transmutación, trasmutación 1. θ, μεταλλαγή, μετατροπή, μεταμόρφωση

2. σνθ, transmutación de los cuerpos, φσκ, μετα-στοιχείωση των σωμάτων

transmutación radiactiva, φσκ, ραδιενεργή μετα-στοιχείωση

transmutable, trasmutable 1. ε, μετατρέψιμος, -η, -o, μεταλλάξιμος, -η, -o

transmutabilidad, trasmutabilidad 1. θ, μεταλλακτικότητα

muda 1. θ, πρχ μετ-αλλαγή ρούχων= αλλαξιά σε εσώρουχα

No olvides llevar una muda si piensas quedarte la noche

Μην ξεχάσεις να φέρεις μια αλλαξιά ρούχα αν σκοπεύεις να διανυκτερεύσεις

2. ζωλ, αλλαγή δέρματος πτερών, τριχώματος, encontré una muda de serpiente,

βρήκα μια αλλαγή δέρματος φιδιού

ή εποχή αλλαγής

3. αλλαγή φωνής κατά την εφηβεία, muda de voz

4. αλλαγή κατάστασης, σχήματος

5. αλλαγή μέρους, μετα-κόμιση, creo que la muda de residencia le sentará bien,

πιστεύω πως η αλλαγή κατοικίας θα του κάτσει καλά

mudanza 1. θ, μετακόμιση από κατοικία, mañana hacen la mudanza a su nueva casa,

αύριο κάνουν την μετακόμιση στο νέο τους σπίτι

2. μτφ, αλλαγή ιδεών, γνώμης, χαρακτήρα ή αστάθεια απόφασης

La mudanza es necesaria y hasta beneficiosa en la vida,

Η αλλαγή είναι απαραίτητη και μέχρι και ωφέλιμη στη ζωή

Tuve que dejar a mi novio porque ya no podía con su mudanza constante,

Έπρεπε να αφήσω τον φίλο μου επειδή δεν μπορούσα πλέον με τις συνεχείς αλλαγές συμπεριφοράς του

3. μτφ, φιγούρα χορευτική

4. μσκ, μεταφορά

5. αλλαγή φυσικής όψης, σωματική

6. εκφ, estar de mudanza, είμαι σε μετακόμιση, μετακομίζω

hacer una mudanza, κάνω μια μετακόμιση

estar en muda, οικ, είμαι στη μούγγα= δεν μιλάω σε κουβέντα, είμαι σιωπηλός

mudar πρχ μετ-άγω κατάσταση, σχήμα σε κάτι

1. ρμ, αλλάζω, al día siguiente mudó por completo el dibujo,

την επόμενη μέρα άλλαξε εντελώς το σχέδιο

2. μτφ, αλλάζω γνώμη, mudó su opinión al comprobar el equívoco,

άλλαξε την γνώμη του όταν είδε το λάθος

3. μτφ, αλλάζω όψη, ese vestido le mudaba el aspecto, αυτό το φόρεμα της άλλαζε την όψη

4. ζωλ, αλλάζω δέρμα, τρίχωμα

5. αλλάζω φωνή κατά την εφηβεία

6. αλλάζω κάτι με άλλο, tendrías que mudar la cartera para ir a la reunión,

θα έπρεπε να αλλάξεις τον χαρτοφύλακα για να πάς στην συνέλευση

7. αλλάζω χώρο, μετακομίζω, mudaron el negocio a una calle más céntrica,

μετακόμισαν την επιχείρηση σε ένα δρόμο πιο κεντρικό

8. μτφ, μετα-τρέπω, consiguió mudar la tristeza en alegría,

κατάφερε να μετατρέψει τη λύπη σε χαρά

Con el tiempo, su tristeza mudó en esperanza, Με τον καιρό, η θλίψη του άλλαξε σε ελπίδα

9. μεταθέτω εργασιακά κάποιον

10. ρα, μτφ, αλλάζω, la ciudad ha mudado mucho desde que me fui,

η πόλη έχει αλλάξει πολύ από τότε που έφυγα

11. mudar de, αλλάζω, mudar de opinión, color, αλλάζω γνώμη, χρώμα

μετακομίζω, Decidieron mudar de casa al campo para disfrutar de la tranquilidad,

Αποφάσισαν να μετακομίσουν στην εξοχή για να απολαύσουν την ηρεμία

mudar de domicilio, μετακομίζω

mudar de voz, χοντραίνει η φωνή μου

12. ραντ, μετα-κομίζω, se mudaron a una casa más grande,

μετακόμισαν σε ένα μεγαλύτερο σπίτι

13. αλλάζω ρούχα ή εσώρουχα, se muda varias veces al día,

αλλάζει πολλές φορές την ημέρα

14. mudarse de, μετακομίζω, mudarse de barrio, αλλάζω γειτονιά

15. αλλάζω ρούχα ή εσώρουχα

16. αλλάζω τρόπο ζωής

mudable 1. ε, πρχ μετα-βλητός, -ή, -ό, ασταθής, -ής, -ές,

estos últimos días tiene un humor muy mudable,

τις τελευταίες μέρες έχει πολύ ασταθή διάθεση

2. που μπορεί να αλλάξει, las fechas previstas no son mudables, tendrás que respetarlas,

Οι προγραμματισμένες ημερομηνίες δεν μπορούν να αλλάξουν, θα πρέπει να τις τηρήσεις

inmudable 1. ε, inmutable

demudar 1. ρμ, λογ, πρχ δυσ-μετ-αλλάζω σχήμα, όψη σε κάτι, παρα-μορφώνω,

παραλλάσσω, la erosión había demudado el perfil de la cordillera,

η διάβρωση είχε παραμορφώσει την πλαϊνή όψη της οροσειράς

demudó su aspecto para no ser reconocido, παρ-άλλαξε την όψη του για μην αναγνωριστεί

2. ρμ, ραντ, μτφ, δυσ-μεταλλάσω το πρόσωπο ή το χρώμα του ξαφνικά, παρα-μορφώνω,

su gesto se demudó por el dolor, η μορφή του παραμορφώθηκε από τον πόνο

demudación 1. θ, παραμόρφωση, αλλοίωση, παραποίηση σε σχήμα, όψη,

el miedo provocó la demudación de su cara,

ο φόβος προκάλεσε την αλλοίωση του προσώπου του

2. αλλαγή, μεταβολή

demudamiento 1. α, demudación

demudado, da 1. ε, για άτομο, πρόσωπο, παραμορφωμένος, -η, -o

2. για φωνή, όψη, αλλοιωμένος, -η, -o

transmudar, trasmudar 1. ρμ, ραντ, μεταφέρω, -ομαι, μετακομίζω από χώρο,

se transmudó de habitación, μετακόμισε από κατοικία

2. μεταλλάσσω, μετατρέπω

3. μετ-αλλάσσω γνώμη σε κάποιον, su padre le transmudó su parecer,

ο πατέρας του άλλαξε την γνώμη του

tramitar δια-μετ-άγω κάτι από σειρά φάσεων, το περνάω από τις απαραίτητες διαδικασίες

1. ρμ, βάζω μπρος τη διαδικασία, διεκπεραιώνω, ξεκινώ διαδικασία επίσημη,

estamos tramitando la adopción, βάζουμε μπρος τις διαδικασίες της υιοθεσίας

Estamos tramitando el permiso de construcción para el nuevo edificio,

Διεκπεραιώνουμε την άδεια οικοδομής για το νέο κτίριο,

¿qué documentos se deben presentar para tramitar el pasaporte?

τι έγγραφα πρέπει να υποβάλω για να βγάλω διαβατήριο;

2. για πώληση, δάνειο, διεκπεραιώνω,

Tardaron semanas en tramitar la aprobación del préstamo,

άργησαν εβδομάδες στο να διεκπεραιώσουν την έγκριση του δανείου

3. διεκπεραιώνω, el gestor tramita todos los pagos fiscales de la empresa,

ο διαχειριστής διεκπεραιώνει όλες τις φορολογικές πληρωμές της εταιρίας,

Tardó varios días en tramitar el problema con el seguro,

Χρειάστηκε αρκετές μέρες για να διεκπεραιώσει το ζήτημα με την ασφάλεια

4. εκδίδω φάκελο

5. παρέχω, δίνω, respuesta tramitada a través del embajador,

απάντηση που εδόθη μέσω του πρέσβη

tramitación 1. θ, διαδικασία, διεκπεραίωση, γραφειοκρατικές διατυπώσεις,

requisitos para la tramitación de permiso de porte de armas,

δικαιολογητικά για τη διαδικασία έκδοσης άδειας οπλοφορίας

la tramitación del divorcio, η διαδικασία διαζυγίου

trámite 1. α, διαδικασία, ενέργεια επίσημη για κάτι,

hay que hacer muchos trámites para conseguir este permiso

πρέπει να κάνεις πολλές ενέργειες για να αποκτήσεις αυτήν την άδεια

2. δικαιολογητικά, cumplir con los trámites necesarios,

συμπληρώνω τα απαραίτητα δικαιολογητικά

3. εκφ, admitir a trámite, νομ, αποδέχομαι μια αίτηση προς εξέταση,

admitieron la denuncia a trámite, αποδέχτηκαν την καταγγελία προς εξέταση

pendiente de trámite, νομ, σε εκκρεμή διαδικασία

por trámite de urgencia, νομ, με επείγουσες διαδικασίες

estar en trámites (de), βρίσκομαι σε διαδικασία, están en trámites de separación,

βρίσκονται σε διαδικασία χωρισμού

agilizar los trámites, επισπεύδω τις διαδικασίες

de trámite, τυπικός, -ή, -ό, es sólo cuestión de trámite, είναι μόνο μια τυπική διαδικασία

iniciar los trámites, βάζω μπρος τις διαδικασίες

permear 1. ρμ, πρχ περι-μετ-άγω μέσα από κάτι ή πέρασμα> δια-πέρασμα=

για υγρό, περνάω, δια-περνάω, El agua logró permear las paredes tras la tormenta,

Το νερό κατάφερε να διαπεράσει τους τοίχους μετά την καταιγίδα

2. μτφ, διαπερνώ, εμποτίζω, διεισδύω,

La cultura tecnológica ha permeado todos los aspectos de la vida moderna,

Η τεχνολογική κουλτούρα έχει διεισδύσει σε όλες τις πτυχές της σύγχρονης ζωής

permeable 1. ε, κυρ, μτφ, διαπερατός, -ή, -ó

permeabilidad 1. θ, κυρ, μτφ, διαπερατότητα,

La permeabilidad del suelo es clave para determinar el riesgo de inundaciones,

η διαπερατότητα του πατώματος είναι κλειδί για να καθορίσεις τον κίνδυνο για πλυμμήρες

2.σνθ, permeabilidad magnética, μαγνητική διαπερατότητα

permeable 1. ε, διαπερατός, -η, -ο από υγρό, una membrana permeable,

μια διαπερατή μεμβράνη

2. μτφ, επηρεάσιμος, -η, -ο από κάτι

permeámetro 1. α, φσκ, μετρητής διαπερατότητας

permeancia 1. θ, ηκλ, διαπερατότητα, αγωγιμότητα, δεκτικότητα

impermeabilizar 1. ρμ, δεν αφήνω να περάσει υγρό= α-δια-βροχο-ποιώ, στεγανοποιώ

impermeabilización 1. θ, αδιαβροχοποίηση, στεγανοποίηση

impermeabilizante 1. ε, αδιαβροχοποιητικός, -ή, -ό, στεγανοποιητικός, -ή, -ό

2. α, αδιαβροχοποιητικό, στεγανοποιητικό προϊόν

impermeable 1. ε, αδιάβροχος, -η, -ο, στεγανός, -ή, -ó, un tejido impermeable,

ένα αδιάβροχο ύφασμα

2. μτφ, ανεπηρέαστος, -η, -ο, ασυγκίνητος, -η, -o, es impermeable y nada le afecta,

είναι ασυγκίνητος και τίποτα δεν τον επηρεάζει,

es impermeable a las criticas, είναι ανεπηρέαστος από τις κριτικές

3. α, αδιάβροχο

4. οικ, μτφ, καπότα

impermeabilidad 1. θ, αδιαβροχότητα, στεγανότητα

municipio πρχ μονη-σιπιο> μένω-υπο-σκέπη ή μονή-σκέπη= δήμος, πρχ μονο-κηπο= δήμος

1. α, δήμος σαν έκταση, δημότες, ese cartel anuncia el fin del municipio,

αυτή η πινακίδα δηλώνει το σύνορο του δήμου,

el municipio acudió a las urnas, ο δήμος πήγε στις κάλπες

2. δήμος σαν διοικητική οργάνωση

3. Δημαρχείο σαν κτήριο

4. ιστ, ελεύθερη ρωμαϊκή αυτοδιοικούμενη πόλη

municipalizar 1. ρμ, υπάγω στο δήμο

munícipe 1. α, δημότης

2. δημοτικός, -ή σύμβουλος

municipal 1. ε, δημοτικός, -ή, -ό

2. α θ, αστυνομικός που ανήκει στη δημοτική αστυνομία

municipales 1. θ πλ, δημοτικές εκλογές

municipalidad 1. θ, δήμος

inmune πρχ ανευ-μετ-αλλαγής στο σύστημα ανοσίας, πρχ εν-μένων συμπαγής, ασφαλής από απειλές στο ανοσοποιητικό του σύστημα, πρχ εν-μόνω-ση = ανοσο-ποιημένος

πρχ ανευ-με-νόσο> ανοσο-ποιημένος, πρχ ιν-μουνε> άμυνα σώματος

1. ε, ανοσο-ποιημένος, -η, -o, με ανοσία, es inmune al virus, έχει ανοσία στον ιό

con esta vacuna, el cuerpo queda inmune al virus de la gripe,

με αυτό το εμβόλιο, το σώμα μένει ανοσοποιημένο στον ιό της γρίπης

2. μτφ, απρόσ-βλητος, -η, -ο, αν-επηρέαστος, -η, -ο, αν-έγγιχτος, -η, -ο από κάτι,

en su cargo directivo se siente inmune, στη διευθυντική του θέση νιώθει απρόσβλητος

permanece inmune contra las críticas, παραμένει απρόσβλητος κόντρα στις κριτικές

3. μτφ, απαλλαγμένος, -η, -ο από υποχρέωση, υπηρεσία

4. α, φρμ, ορός με ειδικά αντισώματα

inmunidad 1. θ, ανοσία

2. μτφ, ασυλία

3. σνθ, inmunidad diplomática, parlamentaria διπλωματική, βουλευτική ασυλία

inmunitario, ria 1. ε, ανοσολογικός, -ή, -ό

inmunizar 1. ρμ, ανοσοποιώ, la vacuna te inmuniza, το εμβόλιο σε ανοσοποιεί

inmunización 1. θ, ανοσοποίηση

inmunizador, ra 1. ε, ανοσοποιητικός, -ή, -ό

inmunodeficiencia 1. θ, ιατ, ανοσολογική ανεπάρκεια

inmunodeficiente 1. ε, ιατ, ανοσοποιητικά ανεπαρκής, -ής, -ές

2. α, ιατ, ανοσοποιητική ανεπάρκεια

inmunodepresión 1. θ, ιατ, ανοσο-καταστολή

inmunodepresor, ra 1. ε, ιατ, ανοσο-κατασταλτικός, -ή, -ó

inmunodepresor 1. α, ιατ, ανοσο-καταστολέας

inmunodiagnosis 1. θ, ιατ, ανοσο-διάγνωση

inmunogenética 1. θ, ιατ, ανοσο-γενετική

inmunoglobulina 1. θ, ιατ, ανοσο-αιμο-σφαιρίνη

inmunología 1. θ, ιατ, ανοσολογία

inmunológico, ca 1. ε, ιατ, ανοσολογικός, -ή, -ó, sistema inmunológico,

ανοσολογικό σύστημα

inmunólogo, ga 1. α θ, ιατ, ανοσολόγος

inmunosupresión 1. θ, ιατ, ανοσο-καταστολή

inmunosupresor, ra 1. ε, ιατ, ανοσο-κατασταλτικός, -ή, -ó

inmunosupresor 1. α, ιατ, ανοσο-κατασταλτικό

inmunoterapia 1. θ, ιατ, ανοσο-θεραπεία

inmunotoxina 1. θ, ιατ, ανοσο-τοξίνη

sida, SIDA 1. α, ακρώνυμο, Síndrome de Inmuno-Deficiencia Adquirida

Έιτζ, Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας

sidoso, sa 1. ε, α θ, υτμ, φορέας του Έιτζ, ειτζιάρης

escamotear πρχ σαν να βάζω στο σκάμμα κάτι

1. ρμ, αποκρύπτω, κρύβω, el gobierno escamotea el tema de los desaparecidos,

η κυβέρνηση αποκρύπτει το θέμα των εξαφανισμένων

2. οικ, μτφ, κλέβω, παίρνω, σουφρώνω, τσεπώνω χωρίς να το καταλάβει ο άλλος,

mi hermano me ha escamoteado la pluma estilográfica,

o αδελφός μου μού σούφρωσε την πένα

3. μτφ, για ταχυδακτυλουργό, μάγο, εξαφανίζω, el ilusionista escamoteó los naipes,

o ταχυδακτυλουργός εξαφάνισε τα τραπουλόχαρτα

escamoteo 1. α, απόκρυψη, escamoteo de datos, de armas de destrucción masiva,

απόκρυψη δεδομένων, όπλων μαζικής καταστροφής

2. οικ, μτφ, κλοπή, σούφρωμα, βούτα

3. ταχυδακτυλουργία, un maestro en el arte del escamoteo,

είναι μάστορας, άσος της ταχυδακτυλουργίας

escamoteador, ra 1. ε, α θ, αποκρυπτικός, -ή, -ό

2. μτφ, σουφρωτικός, -ή, -ό, βουτηχτήρι

3. ταχυδακτυλουργικός, -ή, -ό

Scroll to Top