MOVER= ΠΡΧ ΜΟΤΟΡ> ΜΗΧΑΝΗ> ΚΙΝΗΣΗ, ΚΙΝΩ, ΡΙΖΑ ΜΟ> ΕΝΝΟΙΑ ΚΙΝΗΣΗΣ,
ΠΡΧ ΑΥΤΟ-ΜΑΤΟ= ΑΥΤΟ-ΚΙΝΩ, ΠΡΧ ΜΟΤΙΒΟ= ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΙΝΗΣΗ, ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΕ ΚΑΤΙ,
ΠΡΧ ΠΛΕΙ-ΜΟΜΠΙΛ= ΠΑΙΖΩ-ΚΙΝΗΤΟ, ΠΡΧ Ι-ΜΟΜΠΙΛ-ΑΙΖΕΡ= Α-ΚΙΝΗΤΟ-ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΥΤΟ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
motor πρχ μοτόρα= μοτο-συκλέτα, μηχανή, κινητήρας, που δίνει κίνηση
1. α, μηχανή, κινητήρας, El taxista dejó el motor encendido mientras esperaba,
Ο οδηγός ταξί άφησε τη μηχανή αναμμένη όσο περίμενε
2. μτφ, κινητήριος δύναμη, el motor del equipo, η κινητήριος δύναμη της ομάδας
La pobreza y la desigualdad fueron los motores de la revolución,
Η φτώχεια και η ανισότητα ήταν οι κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης
3. σνθ, motor asincrono, ασύγχρονος κινητήρας
motor de arranque, εκκινητήρας, μίζα
motor de combustión interna, κινητήρας εσωτερικής καύσης
motor de gasolina, βενζινοκινητήρας
motor de reacción, αντιδραστήρας
motor eléctrico, ηλεκτρικός κινητήρας
motor térmico, θερμοκινητήρας
4. εκφ, calentar motores, οικ, ζεσταίνω τις μηχανές
moto 1. θ, μοτο-συκλέτα, μηχανή, montar en moto, επιβαίνω σε μηχανή
2. εκφ, estar como una moto, μτφ, είμαι θεόμουρλος ή τα έχω παίξει
vender la moto a alguien, πουλάω μότο σε κάποιον> πουλάω παραμύθι
No me vendas la moto. Sé perfectamente que no necesito un antivirus,
Μην μου πουλάς παραμύθι. Ξέρω πολύ καλά ότι δεν χρειάζομαι antivirus
motocicleta 1. θ, μοτοσυκλέτα
motociclismo 1. α, μοτο-συκλετισμός
2. αγώνες μοτοσυκλέτας
motociclista 1. α θ, μοτοσυκλετιστής, -ια
motociclo 1. α- δί-κυκλο, μοτο-συκλέτα
bimotor, ra 1. ε, δικινητήριος, -α, -ο, avión bimotor, δι-κινητήριο αεροπλάνο
bimotor 1. α, διπλός κινητήρας
monomotor, ra 1. ε, μονο-κινητήριος, -α, -ο
monomotor 1. α, μονο-κινητήριο
motor, ra, triz 1. ε, κινητήριος, -α, -ο, fuerza motriz, κινητήρια δύναμη
2. ανα, κινητικός, -ή, -ó, habilidades motoras, κινητικές ικανότητες
motora 1. θ, μηχανοκίνητο σκάφος
motorismo 1. α, μοτο-συκλετ-ισμός
motorista 1. α θ, μοτοσυκλετιστής, -ια
motero, ra 1. α θ, μηχανόβιος, -ια
2. ε, μοτο-συκλετιστικός, -ή, -ό
motilidad 1. θ, κινητικότητα
motricidad 1. θ, τχν, κινητήρια δύναμη
motriz 1. ε, κινητήριος, -α, -ο
motorizar 1. ρμ, ραντ, μοτο-ποιώ> εξοπλίζω με κινητήρα, μετατρέπω σε μηχανοκίνητο,
δίνω κίνηση με μηχανικά μέσα σε κάτι, Si necesita motorizar su portón, estamos aquí para ayudarlo. ¡Llámenos!, Αν χρειάζεστε να δώσετε κίνηση μηχανική στην πύλη σας, είμαστε εδώ για να σας βοηθήσουμε. Καλέστε μας!
2. μηχανοποιώ διαδικασία παραγωγής,
la fábrica se ha motorizado para aumentar la producción,
Το εργοστάσιο έχει μηχανοκίνητο εξοπλισμό για την αύξηση της παραγωγής
3. ρμ, βάζω κινητήρα σε όχημα
4. ραντ, αποκτώ αυτοκίνητο, no sólo se ha comprado un piso, sino también se ha
motorizado, Όχι μόνο αγόρασε ένα διαμέρισμα, αλλά το έχει και μηχανοκίνητο
motorización 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του mototrizar
motorizado, da 1. ε, μηχανοκίνητος, -η, -ο, policía motorizada,
μηχανοκίνητη αστυνομία
2. εκφ, estar motorizado, διαθέτω αυτοκίνητο
motorreactor 1. α, μοτο-> αντιδραστήρας
motosegadora 1. θ, μοτο-σέγα> μηχανοκίνητη θεριστική μηχανή
motosierra 1. θ, μοτο-πριόνι, ηλεκτρικό πριόνι
mototractor 1. α, μοτο-τράκτορας> γουρούνα
motovelero 1. α, ναυ, μοτο-βέλο> πανί, ιστιοφόρο με μηχανή
motovolquete 1. α, τχν, μοτο-κυλητής> ανατρεπόμενο φορτηγό
trimotor 1. ε, α, για αεροπλάνο, τρικινητήριος, -α, -ο, τρικινητήριο αεροσκάφος
motoarado 1. α, τχν, μοτο-αρωτή > σκαπτική μηχανή
motobomba 1. θ, τχν, μοτο-βομβός> μηχανική αντλία
motocarro 1. α, μοτο-κάρο> τρίκυκλο
motocompresor 1. α, μοτο-συμ-πιεστής> μηχανοκίνητος αεροσυμπιεστής
motocross 1. α, μοτο-κρός
moto-cultivador 1. α, μοτο-καλλιεργητής> σκαπτική μηχανή
motocultivo 1. α, μοτο-καλλιεργητική μηχανή, φρέζα
motoesquí 1. α, μοτο-σκι, άθλημα με μηχανοκίνητα έλκηθρα (σνόουμομπιλ)
2. μηχανοκίνητο έλκηθρο , σνόουμομπιλ
motoguadañadora 1. θ, μοτο-καθαριστής> θεριστική μηχανή με κινητήρα
motolita 1. θ, ορν, σουσουράδα
motacila 1. θ, ορν, μοτακίλλα, σουσουράδα, επειδή κινεί την ουρά
motón 1. α, τχν, μοτο-ναυς> τροχαλία, μακαράς, παλάγκο
motonáutica 1. θ, μοτοναυτική
motonáutico, ca 1. ε, μοτοναυτικός, -ή, -ó
motonave 1. θ, μοτο-ναυς> σκάφος με κινητήρα
motonería 1. θ, ναυ, μοτο-ναυσία> σύνολο παλάγκων και σχοινιών ενός πλοίου
motonieve 1. θ, μοτο-χιο-νι> μηχανοκίνητο έλκηθρο, σνόουμομπιλ
motoniveladora 1. θ, μοτο-νιβελ-ωτής> μπουλντόζα, γκρέιντερ
motopropulsor, ra 1. ε, τχν, μοτο-προ-παλλω> σύστημα ισχύος
motu proprio 1. επρ, απο μοτο-ίδιο> από μόνος μου, με τη δική μου θέληση
motín πρχ μοτο-> σαν κίνημα
1. α, μτφ, ξεσηκωμός, αναταραχή του κόσμου για κάτι, εξέγερση,
El rey envió a sus soldados para que acabe con el motín de aldeanos,
Ο βασιλιάς έστειλε τους στρατιώτες του για να τελειώσει με την εξέγερση των χωρικών
2. μτφ, ανταρσία, εξέγερση κρατουμένων, στρατιωτών, πληρώματος,
Nueve piratas comenzaron un motín y encerraron al capitán,
Εννέα πειρατές ξεκίνησαν ανταρσία και φυλάκισαν τον καπετάνιο
amotinar πρχ παρακινώ κάποιον
1. ρμ, εξεγείρω, παρακινώ σε εξέγερση, ανταρσία, ξεσηκωμό, ξεσηκώνω,
Los guardias vigilan a las pandillas de cerca que amotinan a los demás presos,
Οι φρουροί παρακολουθούν τις συμμορίες από κοντά διότι ξεσηκώνουν τους υπολοίπους κρατουμένους
2. ραντ, εξεγείρομαι, ξεσηκώνομαι
3. στρ, στασιάζω, Stevens amotinó al resto de los marineros en contra del oficial,
Ο Στίβενς στασίασε τους υπόλοιπους ναύτες εναντίον του αξιωματικού
amotinamiento 1. α, εξέγερση
2. ανταρσία
3. στασιασμός
amotinado, da 1. ε, α θ, εξεγερμένος, -η, -ο, στασιαστής, αντάρτης,
El desorden, las protestas y los grupos amotinados antecedieron la revolución,
Η αναταραχή, οι διαμαρτυρίες και οι εξεγερμένες ομάδες προηγήθηκαν της επανάστασης
amotinador, ra 1. α, υποκινητής εξέγερσης, ανταρσίας, στασιαστής, δημεγέρτης
motel 1. α, μοτέλ, ξενοδοχείο δρόμου
móvil 1. ε, κινητός, -ή, -ó, teléfono móvil, κινητό τηλέφωνο
2. α, κίνητρο, ελατήριο, el móvil de un crimen, το κίνητρο ενός εγκλήματος
3. κινητό τηλέφωνο ή αριθμός κινητού, Apunta mi móvil, Σημείωσε το κινητό μου
4. κινητό> κρεμαστό παιχνίδι, del techo cuelga un móvil con forma de gaviota,
από το ταβάνι κρέμεται ένα κρεμαστό παιχνίδι σε σχήμα γλάρου
5. φσκ, σώμα εν κινήσει
moviladicción 1. θ, κινητο-εθισμός> εξάρτηση από το κινητό τηλέφωνο
movilidad 1. θ, κινητικότητα
movilizar 1. ρμ, κινητοποιώ κάτι ή κάποιον, δραστηριοποιώ, παρακινώ,
El sargento movilizó a sus tropas para la acción con un discurso apasionado,
Ο λοχίας κινητοποίησε τα στρατεύματά του για δράση με μια παθιασμένη ομιλία
2. στρ, επιστρατεύω
3. ραντ, κινητοποιούμαι, δραστηριοποιούμαι, παρακινούμαι
4. στρ, επιστρατεύομαι
movilización 1. θ, κινητοποίηση, δραστηριοποίηση, παρακίνηση
2. στρ, επιστράτευση
desmovilizar 1. ρμ, αποστρατεύω
desmovilización 1. θ, αποστράτευση
papamóvil 1. α, παπα-κινητό> θωρακισμένο όχημα για τον Πάπα
inmóvil 1. ε, ακίνητος, -η, -ο, Los niños se quedaron inmóviles al escuchar el disparo,
Τα παιδιά έμειναν ακίνητα όταν άκουσαν τον πυροβολισμό
inmovilidad 1. θ, ακινησία
inmovilismo 1. α, μτφ, α-κινητισμός> συντηρητισμός
inmovilista 1. ε, α θ, μτφ, α-κινητιστής> συντηρητικός, -ή, -ό
inmovilizar 1. ρμ, ακινητοποιώ, El médico inmovilizó el brazo roto de Dani con una escayola,
Ο γιατρός ακινητοποίησε το σπασμένο χέρι του Ντάνι με γύψο,
2. αδρανοποιώ, La compañía telefónica decidió inmovilizar una gran parte de sus fondos en una campaña de expansión, Η τηλεφωνική εταιρεία αποφάσισε να αδρανοποιήσει ένα μεγάλο μέρος των κεφαλαίων της σε μια εκστρατεία επέκτασης
inmovilización 1. θ, ακινητοποίηση
2. αδρανοποίηση
inmovilizado, da 1. ε, ακινητοποιημένος, -η, -ο
2. αδρανοποιημένος, -η, -ο.
inmovilizado 1. α, οκν, ακινητοποίηση κεφαλαίων κ.λ.π
inmovilizador, ra 1. ε, ακινητοποιητικός, -ή, -ό, που αδρανοποιεί
inmovilizador 1. α, αυτ, ακινητοποιητής, ιμομπιλάιζερ, αντικλεπτικό σύστημα
mueble πρχ mover> mueble
1. ε, κινητός, -ή, -ó, bienes muebles, κινητή περιουσία
2. α, έπιπλο, el sofá es un mueble, ο καναπές είναι ένα έπιπλο
3. α πλ, έπιπλα, επίπλωση, muebles de época, έπιπλα εποχής
muebles de oficina, έπιπλα γραφείου
inmueble 1. α, ακίνητο σαν περιουσία, οικία
mueblería 1. θ, επιπλάδικο, κατάστημα επίπλων, επίπλωσης
mueblista 1. α θ, επιπλάς, έμπορος ή κατασκευαστής, -ια επίπλων
amueblar 1. ρμ, επιπλώνω, tengo que amueblar la casa, πρέπει να επιπλώσω το σπίτι
amueblado, da 1. ε, επιπλωμένος, -η, -ο, Prefiero alquilar un apartamento amueblado en vez de quedarme en un hotel, Προτιμώ να νοικιάσω ένα επιπλωμένο διαμέρισμα αντί να μείνω σε ξενοδοχείο
2. εκφ, bien amueblado, da, μτφ, καλά επιπλωμένο το κεφάλι, μυαλό έχει κάποιος=
σκέφτεται σωστά, ισορροπημένα, Lopetegui: "Asensio tiene la cabeza muy bien amueblada"
Λοπετέγκι: «Ο Ασένσιο έχει τα πράγματα στο μυαλό του σωστά»
amueblado 1. α, επίπλωση, έπιπλα
moblar 1. ρμ, επιπλώνω
moblaje 1. α, επίπλωση, έπιπλα
desamueblado, da 1. ε, μη επιπλωμένος, -η, -ο
mobiliario, ria 1. ε, οκν, κινητός, -ή, -ó για περιουσία, κεφάλαιο, αξία
mobiliario 1. α, επίπλωση, έπιπλα, el mobiliario de mi despacho ya no me gustan,
τα έπιπλα στο γραφείο μου πλέον δεν μου αρέσουν
2. νομ, κινητά πράγματα
inmobiliaria 1. θ, α-κινητ-άριο> κτηματομεσιτικό γραφείο, γραφείο ακινήτων
inmobiliario, ria 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με ακίνητα, κτηματομεσιτικός, -ή, -ό,
La ciudad experimentó un boom inmobiliario en los noventa,
Η πόλη γνώρισε μια άνθηση κτηματομεσιτική, στον τομέα των ακινήτων τη δεκαετία 1990
2. α, εταιρία για ακίνητα, κτηματομεσιτικός, -ή
motivo πρχ που δίνει μοτο= κίνηση> κίνητρο ή μοτίβο στην τέχνη> κίνηση συνεχής
1. α, κίνητρο, λόγος, αιτία για κάτι, σαν μοτο που κινεί κάτι
por motivos personales, για προσωπικούς λόγους
es motivo de disputa, είναι αιτία διαμάχης
Ellos no tienen motivo para invertir dinero si no van a beneficiarse de ello,
Αυτοί δεν έχουν λόγο να επενδύσουν χρήματα αν δεν πρόκειται να επωφεληθούν από αυτό
2. μοτίβο ζωγραφικής, μουσικής, θέμα, σαν κίνηση συνεχής,
La pared y los muebles de la habitación estaban pintados con un motivo de estrellas,
Ο τοίχος και τα έπιπλα στο δωμάτιο ήταν βαμμένα με μοτίβο αστεριού
3. εκφ, con mayor, con más motivo, ακόμη περισσότερο
con motivo de, εξ-αιτίας, λόγω ή με την ευκαιρία
tener motivos para, έχω λόγους
motivar πρχ μοτιβάρω> δίνω μοτίβο, κίνητρο σε κάποιον, κάτι, είμαι η αιτία για κάτι
1. ρμ, παρακινώ, δίνω κίνητρο σε κάποιον για να κάνει κάτι, παρέχω κίνητρο, εμπνέω,
El entrenador motivó al equipo con un discurso apasionado antes del partido
Ο προπονητής παρακίνησε την ομάδα με μια παθιασμένη ομιλία πριν από τον αγώνα
tu ejemplo nos ha motivado mucho, Το παράδειγμά σας μας έχει εμπνεύσει πολύ
2. προκαλώ, είμαι η αιτία που γίνεται κάτι, κινώ, tu respuesta motivó su ira,
Η απάντησή σου προκάλεσε την οργή του,
El fin de la Guerra Fría motivó un cambio en nuestra política exterior,
Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου προκάλεσε σε μια αλλαγή στην εξωτερική μας πολιτική
Una traición motivó el homicidio, Μια προδοσία ήταν η αιτία, κίνησε τη δολοφονία
3. αιτιολογώ, Debes motivar la respuesta, Πρέπει να αιτιολογήσεις την απάντηση
4. παρακινούμαι
motivación 1. θ, κίνητρο, ερέθισμα, le falta motivación para seguir estudiando,
του λείπει κίνητρο για να συνεχίσει να σπουδάζει
2. αιτία, λόγος για κάτι
3. παρακίνηση, έναυσμα για κάτι
4. αιτιολόγηση, no nos convenció la motivación que nos diste,
Δεν μας έπεισε αιτιολόγηση που μας έδωσες
motivador, ra 1. ε, παρακινητικός, -ή, -ό, προτρεπτικός, -ή, -ό, ενθαρρυντικός, -ή, -ό,
El entrenador dio un discurso motivador a los jugadores antes del partido,
Ο προπονητής έδωσε μια ενθαρρυντική ομιλία στους παίκτες πριν από τον αγώνα
2. που προκαλεί το γεγονός, el hecho motivador de la pelea,
το γεγονός που προκάλεσε τον τσακωμό
desmotivar 1. ρμ, ξε-μοτιβάρω κάποιον, αφαιρώ το κίνητρο, αποθαρρύνω,
La arrogancia del nuevο gerente ha desmotivado a los empleados,
Η αλαζονεία του νέου διευθυντή έχει αποθαρρύνει τους υπαλλήλους
desmotivado, da 1. ε, χωρίς-κίνητρο, που στερείται κινήτρου
inmotivado, da 1. ε, άτομο χωρίς κίνητρο για να κάνει κάτι, απαρακίνητος, -η, -ο
2. πράξη χωρίς κίνητρο, χωρίς λόγο, αναίτιος, -α, -ο, αβάσιμος, -η, -ο, αδικαιολόγητος, -η, -ο
leitmotiv 1. α, λαϊτμοτίφ
mover πρχ μοτο, μοτιβο> κίνηση> κινώ
1. ρμ, κινώ κάτι, κουνώ, μετακινώ, Necesitamos mover la mesa al otro lado del salón,
Πρέπει να μετακινήσουμε το τραπέζι στην άλλη άκρη του δωματίου
2. αλλάζω θέση σε κάποιον
3. διακινώ χρήμα, el banco mueve mucho dinero, η τράπεζα διακινεί πολύ χρήμα
4. κάτι προκαλεί κίνηση, κουνώ, el viento mueve los árboles, o άνεμος κινεί τα δέντρα,
Este es el mecanismo que mueve el péndulo del reloj,
Αυτός είναι ο μηχανισμός που κινεί το εκκρεμές του ρολογιού
5. κουνώ το κορμί, λικνίζω, Mueve la cabeza para mostrar su descontento,
Κουνάει το κεφάλι για να δείξει τη δυσαρέσκεια του,
movía las caderas, λίκνιζε τους γοφούς,
mover la cabeza, κουνώ το κεφάλι, για επιβεβαίωση ή άρνηση
6. μτφ, κινώ, El general está a cargo de mover esta operación,
Ο στρατηγός είναι υπεύθυνος να κινήσει αυτή την επιχείρηση
7. κυρ, μτφ, ανακινώ, κινώ, Hay que mover los ingredientes para combinar los sabores,
Πρέπει να ανακινήσετε τα υλικά για να αναμειχθούν οι γεύσεις
mover un asunto, να κινήσω ένα θέμα
8. παρακινώ, ωθώ, la situación le movió a afiliarse al partido,
Η κατάσταση τον ώθησε να ενταχθεί στο κόμμα
9. μτφ, προκαλώ, el alza de los precios movió los disturbios,
η αύξηση των τιμών προκάλεσε τις ταραχές
10. μτφ, κινητοποιώ κάποιον ή πείθω για κάτι, tus argumentos le movieron a aceptarlo,
Τα επιχειρήματα σου τον έπεισαν να το δεχτεί
11. κουνώ, μετακινώ σε παιχνίδι, movió la torre y facilitó el jaque,
κίνησε τον πύργο και διευκόλυνε το σάχ
12. συγκινώ, no la movieron tus súplicas, δεν την συγκίνησαν οι παρακλήσεις σου
13. mover a, κινώ προς κάτι> προκαλώ, mover a risa, προκαλώ γέλια
14. ρα, ραντ, κινούμαι, μετακινούμαι στον χώρο, ή κουνιέμαι,
tendríamos que movernos, ¿no?, ya es muy tarde,
Πρέπει να κινηθούμε, έτσι; Είναι ήδη πολύ αργά,
¡Deja de moverte tanto! Casi tiras la jarra de la mesa,
Σταμάτα να κουνιέσαι τόσο πολύ! Παραλίγο να ρίξεις την κανάτα από το τραπέζι
15. ραντ, κινούμαι γρήγορα, βιάζομαι, ¡muévete! κουνήσου!,
si no te mueves, perderás el tren, Αν δεν κουνηθείς, θα χάσεις το τρένο
16. κινούμαι για να πετύχω κάτι, κάνω κινήσεις για να καταφέρω κάτι,
me moví mucho para conseguir el puesto,
έκανα πολλές κινήσεις για να καταφέρω την δουλειά
17. κινούμαι με κόσμο ή μέσα σε περιβάλλον με άνεση, συναναστρέφομαι,
sabe moverse entre gente muy importante,
ξέρει να κινείται ανάμεσα σε πολύ σημαντικούς ανθρώπους
movimiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του mover
2. κυρ, μτφ, κίνηση, Sentimos el movimiento de la Tierra durante el temblor,
Νιώσαμε την κίνηση της Γης κατά τη διάρκεια του σεισμού,
el movimiento del péndulo, η κίνηση του εκκρεμούς
Suelte el embrague para poner el vehículo en movimientο,
Αφήστε τον συμπλέκτη για να θέσετε το όχημα σε κίνηση
Hubo mucho movimiento en la tienda durante la época navideña,
Υπήρχε μεγάλη κίνηση στο κατάστημα κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων
2. κίνημα ψυχικό έντονο, ανησυχία, συγκίνηση
3. κίνημα ιδεολογικό, εργατικό, el movimiento obrero, το εργατικό κίνημα,
Este nuevo movimiento artístico se está propagando rápidamente por el mundo,
Αυτό το νέο καλλιτεχνικό κίνημα εξαπλώνεται ραγδαία σε όλο τον κόσμο
4. κίνημα ατόμων ενάντια σε κάτι, εξέγερση, un movimiento revolucionario,
μια επαναστατική εξέγερση
5. πρώτη κίνηση σαν δείγμα συναισθήματος, No se atrevía a hacer ningún movimiento,
Δεν τολμούσε να κάνει καμία κίνηση
6. κίνηση χρημάτων, εμπορευμάτων, κίνηση λογαριασμού,
Mensualmente recibirá un extracto de los movimientos en su cuenta,
Θα λαμβάνετε μηνιαία μια κατάσταση των κινήσεων, συναλλαγών του λογαριασμού σας
7. σνθ, movimiento de capital, κίνηση κεφαλαίων
movimiento de tierras, χωματουργικές εργασίες
movimiento escénico, σκηνική κίνηση
movimiento migratorio, μεταναστευτικό ρεύμα
movimientos de población, πληθυσμιακή μετακίνηση
movimiento sísmico, σεισμική δόνηση
movimiento turbulento, στροβιλώδης κίνηση
movible 1. ε, κινητός, -ή, -ό, escenario movible, κινητό σκηνικό
El Día de Acción de Gracias no es un feriado movible,
Η Ημέρα των Ευχαριστιών δεν είναι κινητή αργία
2. μετακινήσιμος, -η, -ο, ευκίνητος, -η, -ο, που μετα-κινείται εύκολα,
Use deslizadores para que los muebles pesados sean movibles,
Χρησιμοποιήστε ολισθητήρες ώστε τα βαριά έπιπλα να είναι μετακινήσιμα
3. ευμετάβλητος, -η, -ο, cuidado que tiene el ánimo movible,
προσοχή διότι έχει ευμετάβλητη ιδιοσυγκρασία
movida 1. θ, κίνηση που προκαλεί πρόβλημα> αναστάτωση, πρόβλημα,
Ayer tuve movida con mi mujer por la visita de mi madre,
Χθες είχα πρόβλημα με τη γυναίκα μου λόγω της επίσκεψης της μητέρας μου
2. κίνηση κόσμου, βαβούρα, Me mudo de este barrio porque aquí hay mucha movida,
Μετακομίζω από αυτή τη γειτονιά επειδή έχει πολλή κίνηση εδώ
3. κίνηση κόσμου σε γιορτή, χαμός, πανηγύρι, κέφι, διασκέδαση,
hubo movida en las fiestas del pueblo,
είχε διασκέδαση στις εορταστικές εκδηλώσεις της πόλης
4. εκφ, tener movidas, una movida con alguien, έχω διαφωνίες με κάποιον
movido, da πρχ κινούμενος> μτφ, με πολλή ένταση, τρέξιμο, κίνηση
1. ε, για άτομο, δραστήριος, -α, -ο, πολυάσχολος, -η, -ο, Mi padre siempre ha sido una persona movida, con mil proyectos en mente, pero ahora lo veo algo apático,
Ο πατέρας μου ήταν πάντα ένας πολυάσχολος άνθρωπος, με χίλια έργα στο μυαλό του, αλλά τώρα τον βλέπω κάπως απαθές
2. για περίοδο χρονική με πολλή κίνηση, έντονος, -η, -ο, φορτωμένος, -η, -ο,
ha sido un día muy movido, Ήταν μια πολύ έντονη μέρα
Junio fue muy movido porque me mudé de piso y me cambié de trabajo,
Ο Ιούνιος ήταν πολύ φορτωμένος επειδή άλλαξα διαμέρισμα και άλλαξα δουλειά
3. μτφ, έντονος, -η, -ο, ζωηρός, -ή, -ó, ζωντανός, -ή, -ό, Fue un debate muy movido, en el que todos participaron, Ήταν μια πολύ ζωντανή συζήτηση, στην οποία συμμετείχαν όλοι,
La reunión promete ser movida, ya que los habitantes del lugar no quieren que se instale un parque eólico, Η συνάντηση υπόσχεται να είναι έντονη, καθώς οι κάτοικοι της περιοχής δεν επιθυμούν να εγκατασταθεί αιολικό πάρκο
4. για θάλασσα, ταραγμένος, -η, -ο, φουρτουνιασμένος, -η, -ο,
Mejor que no nos bañemos porque el mar está bastante movido y sería peligroso,
Είναι καλύτερα να μην κολυμπήσουμε γιατί η θάλασσα είναι αρκετά φουρτουνιασμένη και θα ήταν επικίνδυνο
movióla 1. θ, κνμ, τηλ μουβιόλα
semoviente 1. ε, που κινείται μόνο του, αυτοκίνητος, -η, -ο
2. ζωντανά, επειδή κινούνται μαζί με τον ιδιοκτήτη,
Entre los semovientes, había mulas, vacas y ovejas,
Ανάμεσα στα ζωντανά, ζώα, υπήρχαν μουλάρια, αγελάδες και πρόβατα
3. σνθ, bienes semovientes, νομ, ζωικό κεφάλαιο, αγαθά
movedizo, za πρχ που κινείται
1. ε, κινητός, -ή, -ό, la separación de los despachos está hecha con paneles movedizos,
Ο διαχωρισμός των γραφείων είναι φτιαγμένος με κινητά πάνελ
2. για πράγμα, αντικείμενο, υλικό, εύκολα κινούμενος, -η, -ο, ασταθής, -ής, -ές,
hay terrenos formados por arenas movedizas,
υπάρχουν εδάφη σχηματισμένα από κινούμενη άμμο,
Ten cuidado con esa escalera, parece un poco movediza,
Πρόσεχε με αυτή τη σκάλα, φαίνεται λίγο ασταθής
3. για άτομο, κατάσταση, ασταθής, -ής, -ές, ευμετάβλητος, -ή, -ό,
es un chico muy movedizo porque aún está en la adolescencia,
Είναι ένα αγόρι πολύ ευμετάβλητο επειδή είναι ακόμα στην εφηβεία του
4. για ζώο, αεικίνητος, -η, -ο, νευρικός, -ή, -ό, που κινείται πολύ
moción 1. θ, πράξη του mover, κίνηση
2. κίνηση προς κάτι> πρόταση, εισήγηση σε συνεδρίαση, συνέλευση, συμβούλιο,
en la reunión se comentarán las mociones recibidas,
στη συνεδρίαση θα συζητηθούν οι κατατιθέμενες προτάσεις
3. συγκίνηση
4. σνθ, moción de censura, πρόταση μομφής
5. εκφ, apoyar una moción, υποστηρίζω μια πρόταση
presentar una moción de confianza, πολ, ζητώ ψήφο εμπιστοσύνης
amover 1. πρχ, ρμ, απο-κινώ από θέση, αξίωμα, μετακινώ, απολύω, απομακρύνω,
Tras varias faltas injustificadas, lo amovieron,
Μετά από αρκετά αδικαιολόγητα λάθη, τον απολύσαν
amovible 1. ε, μετακλητός, -ή, -ó
amovilidad 1. θ, μετακλητότητα
inamovibilidad 1. θ, σταθερότητα ιδέας, κατάστασης
2. μη μετακλητότητα θέσης, αξιώματος, σταθερότητα
inamovible 1. αμετακίνητος, -η, -ο, σταθερός, -ή, -ó,
La máquina está formada por piezas inamovibles que no debes tocar,
Το μηχάνημα αποτελείται από αμετακίνητα μέρη που δεν πρέπει να αγγίζεις
2. μτφ, αμετακίνητος, -η, -ο, σταθερός, -ή, -ό, αμετάβλητος, -η, -ο,
La decisión de irme es inamovible. No intentes convencerme de que me quede,
Η απόφαση να φύγω είναι αμετάβλητη. Μην προσπαθήσεις να με πείσεις να μείνω
conmover πρχ συγ-κινώ
1. ρμ, συγκινώ, ταράζω, συγκλονίζω, επηρεάζω ψυχολογικά κάποιον,
Su emotivo discurso conmovió al público, Η συγκινητική ομιλία του συγκίνησε το κοινό
2. μτφ, συγκλονίζω, ταράζω, La llegada del teléfono inteligente conmovió el mundo de la informática actual, Η άφιξη των έξυπνων τηλεφώνων συγκλόνισε τον κόσμο της πληροφορικής σήμερα
3. ραντ, συγκινούμαι, συγκλονίζομαι
conmovedor, ra 1. ε, συγκινητικός, -ή, -ό, συγκλονιστικός, -ή, -ό, σπαρακτικός, -ή, -ό,
Su discurso de despedida fue muy conmovedor,
Η αποχαιρετιστήρια ομιλία του ήταν πολύ συγκινητική
2. πολιτικά, κοινωνικά, δια-ταρακτικός, -ή, -ό
inconmovible 1. ε, για άτομο, ασυγκίνητος, -η, -ο, ατάρακτος, -η, -ο,
El soldado se mantuvo inconmovible frente a los ruegos del hombre y le clavó su espada,
Ο στρατιώτης έμεινε ασυγκίνητος στις παρακλήσεις του άντρα και τον μαχαίρωσε με το σπαθί του
2. για πίστη, θεωρία, ακλόνητος, -η, -ο, αμετάβλητος, -η, -ο,
Mi fe en Dios es inconmovible. Nada me hará renunciar a ella,
Η πίστη μου στον Θεό είναι ακλόνητη. Τίποτα δεν θα με κάνει να την απαρνηθώ
conmoción πρχ συγ-κίνηση
1. θ, απότομη κίνηση σώματος, τράνταγμα, κραδασμός, κούνημα, σεισμός,
El terremoto produjo una fuerte conmoción que derribó edificios,
Ο σεισμός προκάλεσε ισχυρό τράνταγμα που κατέρρευσε κτίρια
2. συγκίνηση ψυχής, κλονισμός, σοκ, τράνταγμα ψυχικό,
Todos sentimos una gran conmoción cuando nos enteramos de la muerte del cantante,
Όλοι νιώσαμε ένα βαθύ σοκ όταν μάθαμε για τον θάνατο του τραγουδιστή
3. κίνηση κόσμου, διατάραξη, αναταραχή πολιτική,
La policía antimotines está tratando de apaciguar la conmoción,
Οι δυνάμεις καταστολής των ταραχών προσπαθούν να καταστείλουν την αναταραχή
4. διάσειση, El golpe que recibió Nina en la cabeza podría causarle una conmoción,
Το χτύπημα που δέχθηκε η Νίνα στο κεφάλι θα μπορούσε να της προκαλέσει διάσειση
5. σνθ, conmoción cerebral, εγκεφαλική διάσειση
conmocionado, da πρχ συγ-κινούμενος
1. ε, σωματικά, ψυχικά, ταραγμένος, -η, -ο, συγκλονισμένος, -η, -ο, σοκαρισμένος, -η, -ο,
El público quedó conmocionado por la noticia de los acusaciones contra el cantante,
Το κοινό έμεινε σοκαρισμένο από την είδηση των κατηγοριών εναντίον του τραγουδιστή
2. πολιτικά, κοινωνικά, ταραγμένος, -η, -ο
conmocionar πρχ συγ-κινώ
1. ρμ, σωματικά, ψυχικά, ταρακουνώ, τραντάζω, συνταράσσω, συγκλονίζω, σοκάρω,
la noticia conmocionó a toda la población, Η είδηση σόκαρε ολόκληρο τον πληθυσμό
2. πολιτικά, κοινωνικά, διαταράσσω, αναταράσσω
emoción πρχ εξω-κίνηση ψυχική
1. θ, συγκίνηση ψυχική, ευχάριστη, αρνητική, Siento una profunda emoción cuando pienso en que por fin conoceré a mi bebé, Νιώθω μια βαθιά συγκίνηση όταν σκέφτομαι ότι επιτέλους θα γνωρίσω το μωρό μου
2. συναίσθημα, El psicólogo aconsejó al paciente exteriorizar sus emociones,
Ο ψυχολόγος συμβούλεψε τον ασθενή να εκφράσει τα συναισθήματά του
emocionar πρχ εξω-κινώ ψυχικά
1. ρμ, συγκινώ, Los sentimientos que expresa su música emocionan al público,
Τα συναισθήματα που εκφράζει η μουσική του συγκινούν το κοινό
2. εξιτάρω, ενθουσιάζω, me emociona mucho el nuevo trabajo,
με ενθουσιάζει πολύ η νέα δουλειά
3. ραντ, συγκινούμαι, se emocionó al ver a su hijo ganar la competición,
Συγκινήθηκε όταν είδε τον γιο του να κερδίζει τον διαγωνισμό
4. εξιτάρομαι, ενθουσιάζομαι
5. emocionarse con, συγκινούμαι με κάτι, ενθουσιάζομαι με κάτι
emoticón 1. α, πλφ, εικονίδιο μορφασμών που δείχνει ψυχική διάθεση
emocionado, da 1. ε, συγκινημένος, -η, -ο, ενθουσιασμένος, -η, -ο,
Estoy emocionada por ir a Argentina, Είμαι ενθουσιασμένη που θα πάω στην Αργεντινή
Estábamos profundamente emocionados por la historia de la tragedia,
Είμασταν βαθιά συγκινημένοι λόγω της ιστορίας της τραγωδίας
emocional 1. ε, συγκινητικός, -ή, -ó, συγκινησιακός, -ή, -ό
2. συναισθηματικός, -ή, -ό, El paciente se encuentra en un buen estado físico y emocional,
Ο ασθενής βρίσκεται σε καλή σωματική και συναισθηματική κατάσταση
emocionalmente 1. επρ, συναισθηματικά, Persona emocionalmente estable,
Άτομο Συναισθηματικά σταθερό
emocionante 1. συγκινητικός, -ή, -ó un emocionante discurso μία συγκινητική ομιλία
2. που κινεί το ενδιαφέρον, συγ-κινεί, συναρπαστικός, -ή, -ó
un partido emocionante ένα συναρπαστικό αγώνας
emocionadamente επρ με συγκίνηση
promover πρχ προ-κινώ, παρα-κινώ
1. ρμ, προωθώ, προάγω την ανάπτυξη, πραγματοποίηση σε κάτι,
han promovido numerosos planes, έχουν προωθήσει πολυάριθμα πλάνα
una campaña para promover la lectura, μια εκστρατεία για την προώθηση της ανάγνωσης
2. προκαλώ, προξενώ, El movimiento promovió la separación entre la Iglesia y el Estado,
Το κίνημα προκάλεσε τον διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους
3. προάγω κάποιον σε θέση, ιεραρχία, lo promovieron a director,
τον προήγαγαν σε διευθυντή
promovedor, ra 1. ε, παρακινητικός, υποκινητικός, -ή, -ό, προωθητικός, -ή, -ό,
El hombre fue acusado de ser uno de los promovedores de los disturbios que estallaron tras el partido, Ο άνδρας κατηγορήθηκε ότι ήταν ένας από τους υποκινητές των ταραχών που ξέσπασαν μετά τον αγώνα
promovido, da 1. ε, προαχθείς, -είσα, -έν, προβιβαστέος, -α, -ο
promocionar πρχ προ-μοτάρω= κάνω προ-μόσιον > προ-κινώ κάτι
1. ρμ, προάγω, προωθώ, διαφημίζω, προϊόν, πολιτισμό,
Fui al evento a promocionar mis servicios de traducción,
Πήγα στην εκδήλωση για να προωθήσω τις μεταφραστικές μου υπηρεσίες
2. προάγω σε θέση, ιεραρχία, δίνω προαγωγή σε κάποιον,
Mi jefe promocionó a mi compañera y ahora gana mucho más,
Το αφεντικό μου προήγαγε τη συνάδελφο μου και τώρα κερδίζει πολύ περισσότερα
3. ρα, προβιβάζω μαθητή
4. αθλ, παίζω την προ-αγωγή> ανεβαίνω σε κατηγορία ή διεκδικώ την πρόκριση
5. ραντ, προωθούμαι, διαφημίζομαι, La empresa se está promocionando en Internet mediante anuncios de Facebook, Η εταιρεία προωθείται στο διαδίκτυο μέσω διαφημίσεων στο Facebook
6. προβιβάζομαι
7. προάγομαι
promoción 1. θ, προώθηση προϊόντος, πολιτισμού, ατόμου,
el artículo de la revista me parece una promoción gratuita del candidato, Το άρθρο του περιοδικού μου φαίνεται σαν μια δωρεάν προώθηση του υποψηφίου
2. προαγωγή σε θέση, ιεραρχία, Me gané la promoción y un aumento de sueldo,
Κέρδισα την προαγωγή και μια αύξηση μισθού
3. προ-αγωγή μαθητών= τάξη ή σύνολο μαθητών από το ίδιο έτος
coincidió en el centro con varios compañeros de promoción,
συνέπεσε στο κέντρο με αρκετούς συμμαθητές του
4. σνθ, promoción de ventas, προώθηση πωλήσεων
en promoción, σε προώθηση, διαφημιστικό, los artículos en promoción son más baratos,
Τα διαφημιστικά προϊόντα είναι πιο φθηνά
ή σε προσφορά, La zapatería tiene las botas de cuero en promoción,
Το κατάστημα υποδημάτων έχει τις δερμάτινες μπότες σε προσφορά
5. εκφ, jugar la promoción, παίζω, διεκδικώ την πρόκριση
promocional 1. ε, προωθητικός, -ή, -ó, διαφημιστικός, -ή, -ó,
regalo promocional, διαφημιστικό δώρο
él dirige la campaña promocional del nuevo producto,
αυτός διευθύνει την προωθητική, διαφημιστική καμπάνια για το νέο προϊόν
promotor, ra 1. ε, που προ-μοτάρει κάτι, προωθητής, διαφημιστής,
Manuel es el promotor de nuestra compañía en el extranjero,
Ο Μανουήλ είναι ο προωθητής της εταιρείας μας στο εξωτερικό
2. α θ, μάνατζερ καλλιτεχνών, παικτών, es la promotora de un cantante local,
Είναι η μάνατζερ μιας τοπικής τραγουδίστριας
3. διοργανωτής, -ια εκδηλώσεων, , El famoso promotor de boxeo anunció su retiro,
Ο διάσημος διοργανωτής της πυγμαχίας ανακοίνωσε την αποχώρηση του
4. υποκινητής, -ια εξέγερσης, Los promotores del movimiento de independencia,
Οι υποκινητές του κινήματος ανεξαρτησίας
5. ε, προωθητικός, -ή, -ό, διαφημιστικός, -ή, -ό
6. σνθ, promotor de conciertos, οργανωτής συναυλιών
promotor fiscal, δημόσιος κατήγορος
promotor inmobiliario, εργολάβος οικοδομών
remover πρχ ρε-μοβερ> περι-κινώ= ανα-κινώ
1. ρμ, ανακινώ, ανακατεύω υλικό, echa el chocolate y la leche y luego remuévelo,
προσθέστε τη σοκολάτα και το γάλα και στη συνέχεια ανακατέψτε το,
Remueve la ensalada antes de servirla, por favor,
Παρακαλώ ανακατέψτε τη σαλάτα πριν την σερβίρετε
Mario removió la medicina en el agua y se la tomó rápidamente,
Ο Μάριο ανακάτεψε το φάρμακο στο νερό και το ήπιε γρήγορα
alguien ha removido mis papeles y no encuentro nada,
κάποιος ανακάτεψε τα χαρτιά μου και δεν βρίσκω τίποτα
ή μετακινώ κάτι, arriba no paran de remover los muebles,
επάνω δεν σταματούν να μετακινούν τα έπιπλα
2. ανακινώ το έδαφος, σκαλίζω, remover la tierra antes de sembrar,
σκαλίζω το έδαφος προτού να σπείρω
Αna removió las brasas de la barbacoa, Η Άννα σκάλισε τα κάρβουνα του μπάρμπεκιου
3. ανα-κινώ κάτι που εμποδίζει> αφαιρώ, ξεπερνώ, οbstáculos por remover,
εμπόδια προς ανακίνηση> να ξεπεραστούν
4. ανακινώ σκέψεις, αναμνήσεις, παρελθόν, αναμοχλεύω, φέρνω ξανά στην επιφάνεια,
Por favor, no remuevas lo de mi divorcio si no quieres que me enfade,
Σε παρακαλώ, μην αναφέρεις το θέμα του διαζυγίου μου αν δεν θέλεις να θυμώσω
El olor de sopa de bolas de matzo siempre remueve recuerdos de la cocina de mi abuela,
Η μυρωδιά της σούπας με μάτσο μου πάντα φέρνει αναμνήσεις από την κουζίνα της γιαγιάς
5. ανακινώ θέμα, υπόθεση, σκαλίζω, Todos quienes han tratado de remover el asunto han resultado muertos, Όλοι όσοι προσπάθησαν να ανακινήσουν την υπόθεση έχουν σκοτωθεί
no quiero remover los problemas del pasado,
Δεν θέλω να σκαλίσω τα προβλήματα του παρελθόντος
6. ανακινώ απο θέση κάποιον, απολύω, απομακρύνω
7. ραντ, ανακινούμαι στον χώρο, σωματικά, στριφογυρίζω, μετατοπίζομαι,
la serpiente se removía en la tierra, το ερπετό στριφογύριζε στο έδαφος
Sara no podía dejar de removerse en la cama la noche antes del examen,
Η Σάρα δεν μπορούσε να παύσει να στριφογυρίζει στο κρεβάτι το βράδυ πριν τις εξετάσεις
remoción 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του remover
2. νομ, ανάκληση
remoto, ta πρχ ανα-κινούμενο
1. ε, ανα-κινούμενος = μακριά στον χώρο> απομακρυσμένος, -η, -ο, μακρινός, -ή, -ó
Las criaturas míticas viven en una región fría y remota en el norte,
Τα μυθικά πλάσματα ζουν σε μια κρύα και απομακρυσμένη περιοχή στο βορρά
Los esclavos traídos a Roma provenían de una tierra remota,
Οι φερμένοι σκλάβοι στη Ρώμη προέρχονταν από μια μακρινή χώρα
2. στον χρόνο, ρετρο > μακρινός, -ή, -ό χρονικά, κινούμενος πίσω, αρχαίος, -α, -ο,
Creo que, en un futuro remoto, tendremos coches voladores,
Νομίζω ότι, σε ένα μακρινό μέλλον, θα έχουμε ιπτάμενα αυτοκίνητα,
Esta hierba medicinal se utiliza desde tiempos remotos,
Αυτό το φαρμακευτικό βότανο χρησιμοποιείται από αρχαίους χρόνους
3. για κάτι που είναι δύσκολο να κινηθεί > συμβεί, απίθανος, -η, -ο,
Los rayos pueden alcanzar a los aviones, pero solo es una posibilidad remota,
Οι κεραυνοί μπορούν να χτυπήσουν αεροπλάνα, αλλά μόνο είναι μια απίθανη πιθανότητα
4. για ιδέα, αίσθηση, μακρινός, -ή, -ό, αμυδρός, -ή, -ό, σαν ανα-κινούμενο, θολός, -ή, -ό,
Tenemos la remota esperanza de encontrar al perro que se perdió,
Έχουμε μια αμυδρή ελπίδα να βρούμε το σκυλί που χάθηκε
Tengo una imagen remota del lugar, pero no recuerdo cómo era exactamente,
Έχω μια θολή εικόνα του μέρους, αλλά δεν θυμάμαι πώς ακριβώς έμοιαζε
5. που ελέγχεται από μακριά, el control remoto del televisor,
το τηλεχειριστήριο της τηλεόρασης
6. εκφ, ni el más remoto, la más remota… δεν… παραμικρός
no tengo ni la más remota idea de ello, δεν έχω την παραμικρή ιδέα γι’αυτό
remotamente 1. επρ, για κάτι ανα-κινούμενο, πολύ πριν > θολό στην σκέψη, αμυδρά,
me recuerda remotamente a mi país, μου θυμίζει αμυδρά τη χώρα μου
2. σε μέρος ανα-κινούμενο, μακριά στον χώρο> εξ αποστάσεως,
puedes controlarlo remotamente, μπορείς να το κοντρολάρεις εξ αποστάσεως
3. σε χρόνο ρετρό, πριν κινούμενο, μακρινό, un suceso remotamente lejano,
ένα γεγονός στο μακρινό παρελθόν
4. εκφ, ni remotamente, με καμία κίνηση> κανένα τρόπο, ούτε καν, ούτε κατά διάνοια
no se parecen ni remotamente, δεν μοιάζουν ούτε κατά διάνοια
ni remotamente iría a esa tienda, με κανένα τρόπο θα πήγαινα σε αυτό το μαγαζί
momento πρχ μότο> κίνηση χρονική ελάχιστη
1. α, στιγμή, es el momento de la verdad, είναι η στιγμή της αλήθειας
2. μικρή χρονική στιγμή, ¡un momento! μια στιγμή!
3. ευκαιρία για κάτι> στιγμή, ahora es el momento, τώρα είναι η (κατάλληλη) στιγμή
4. περίοδο χρονική, στιγμή, εποχή, el futból del momento, το ποδόσφαιρο της εποχής
5. φσκ, ροπή
6. εκφ, en ningún momento, σε καμιά στιγμή> ποτέ
en, hasta el último momento, μέχρι την τελευταία στιγμή
justo en aquel, ese momento, ακριβώς τη συγκεκριμένη στιγμή
no tener un momento libre, δεν έχω μια στιγμή> δεν έχω καθόλου ελεύθερο χρόνο
por el momento, για την ώρα, προς στιγμή
por momentos, κατά διαστήματα
últimos momentos, τελευταίες στιγμές
¡un momento, guapo! οικ, περίμενε μια στιγμή, όμορφε, φίλε!
a cada momento, κάθε στιγμή
a cualquier momento, οποιαδήποτε στιγμή
a momentos, μερικές φορές
a partir de este momento, από αυτή τη στιγμή
de momento, για την ώρα
de un momento a otro, από τη μία στιγμή στην άλλη
en cualquier momento, οποιαδήποτε στιγμή
en el momento que, τη στιγμή που
momentáneo, a 1. ε, μικρής διάρκειας, στιγμιαίος, -α, -ο, της στιγμής,
Puede que sientas un dolor momentáneo. Solo durará unos segundos,
Μπορεί να νιώσεις στιγμιαίο πόνο. Θα διαρκέσει μόνο λίγα δευτερόλεπτα
un impulso momentáneo le llevó a matarla,
μια στιγμιαία παρόρμηση τον οδήγησε να τη σκοτώσει
2. για τώρα, προσωρινός, -ή, -ό, Esto es una solución momentánea. Tenemos que buscar alojamiento más permanente en la ciudad, Αυτή είναι μια προσωρινή λύση. Πρέπει να βρούμε πιο μόνιμη στέγαση στην πόλη
momentáneamente 1. επρ, προς στιγμή, για λίγο, προσωρινά, Nuestro servicio estará interrumpido momentáneamente, lamentamos los inconvenientes causados,
Η υπηρεσία μας θα διακοπεί προσωρινά, λυπούμαστε για την όποια ταλαιπωρία
2. στιγμιαία, Sus pensamientos se vieron momentáneamente interrumpidos por el zumbido de un mosquito, Οι σκέψεις του διακόπηκαν στιγμιαία από το βουητό ενός κουνουπιού