MORIR

MORIR= ΠΡΧ ΜΟΡ-ΙΡ> ΜΑΥΡΙΖΩ> ΕΝΝΟΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ> ΠΕΘΑΙΝΩ, ΠΡΧ ΑΜ-ΒΡΟΤΟΣ,

ΠΡΧ ΣΑΛΤΟ ΜΟΡΤΑΛΕ> ΣΑΛΤΟ ΘΑΝΑΤΟΥ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

ambrosía 1. θ, φυτό, αμβροσία

2. μτφ, αμβροσία, νέκταρ για ποτό ή εκλεκτό έδεσμα, πρχ μούρλια,

¡Vaya, esta mousse es ambrosía pura! Πω πω, αυτή η μους είναι σκέτη αμβροσία!

3. πνευματική αμβροσία

4. μυθ, αμβροσία, Un poco de la ambrosía de los dioses te hará inmortal,

Λίγη από την αμβροσία των θεών θα σε κάνει αθάνατο

ambrosiano, na 1. ε, που ανήκει ή έχει σχέση με τον Άγιο Αμβρόσιο

morir πρχ μαυρίζω= πεθαίνω

1. ρα, ραντ, κυρ, μτφ, πεθαίνω, μένω, ha muerto después de una larga enfermedad,

έχει πεθάνει μετά από μια μακριά ασθένεια

¡muera el tirano! θάνατος στον τύραννο

morir en el acto, πέθανε επιτόπου

Mi abuela se murió, Η γιαγιά μου πέθανε,

nadie se muere por hacer unas cuantas horas extras,

κανείς δεν έπαθε τίποτα κάνοντας μερικές υπερωρίες

¡Ay, no! Mi computadora murió en medio de la película

Ωχ όχι! Ο υπολογιστής μου έμεινε στη μέση της ταινίας

2. ρα, ραντ, τελειώνει ή εξαφανίζεται κάτι εντελώς, πεθαίνω, χάνομαι, σβήνω,

su recuerdo no morirá, η ανάμνηση του δεν θα πεθάνει, χαθεί, σβήσει

3. ρα, ραντ, μτφ, πεθαίνω από κάτι με πολύ ένταση, λιώνω, πεθαίνω για κάτι,

morir de frío, de risa, πεθαίνω απο κρύο, γέλιο

¿Me das un vaso de agua? Me muero de sed,

Μπορώ να έχω ένα ποτήρι νερό; πεθαίνω από δίψα

4. κάτι πεθαίνει= τελειώνει η πορεία, κίνηση του, καταλήγει,

el río muere en el mar, το ποτάμι καταλήγει στην θάλασσα,

el camino muere a la entrada del pueblo, ο δρόμος τελειώνει στην είσοδο του χωριού

5. εκφ, morir o morirse por alguien o algo, μτφ, πεθαίνω, χάνομαι για, τρελαίνομαι για,

επιθυμώντας κάτι, κάποιον, me muero por un poco de aire, πεθαίνω για λίγο αέρα

Me muero por hablar contigo, Πεθαίνω για να σου μιλήσω

Me muero por el fútbol y veo todos los partidos de mi equipo,

Τρελαίνομαι για το ποδόσφαιρο και παρακολουθώ όλα τα παιχνίδια της ομάδας μου,

morir de, κυρ, μτφ, πεθαίνω από, morir de cáncer, πεθαίνω από καρκίνο,

¿Cuándo comemos? ¡Me muero de hambre! Πότε θα φάμε; Πεθαίνω της πείνας!

nos moríamos de calor en la clase, πεθαίναμε από τη ζέστη στην τάξη,

a morir, οικ, μτφ, μέχρι θανάτου= πάρα πολύ, la quiero a morir, την αγαπώ τρελά

premorir 1. ρα, νομ, προαποβιώνω, πεθαίνω πριν από άλλο άτομο

premoriencia 1. θ, προαποβίωση

premoriente 1. ε, προαποβιώσας, -ασα, -αν

moribundo, da 1. ε, α θ, πρχ μαυρο-φόντο= ετοιμοθάνατος, -η, -o,

El anciano estaba moribundo, Ο ηλικιωμένος ήταν ετοιμοθάνατος,

Una civilización moribunda, Ένας πολιτισμός ετοιμοθάνατος

muerte 1. θ, θάνατος, la muerte de mi padre, ο θάνατος του πατέρα μου

2. φόνος, δολοφονία, ανθρωποκτονία, se le acusa de la muerte de varias personas, κατηγορείται για τη δολοφονία πολλών ατόμων

3. μτφ, θάνατος κατάστασης, τέλος περιόδου, εξαφάνιση από κάτι,

la muerte de las dictaduras, το τέλος των δικτατοριών

la muerte del Imperio, το τέλος της Αυτοκρατορίας

4. μτφ, κάτι ή κάποιος, σα θάνατος, βάσανο, καταστροφή, χάος, σφαγή,

Trabajar con este calor es la muerte,

Να δουλεύεις με αυτή τη ζέστη είναι ο θάνατος ο ίδιος

el examen fue la muerte, το τεστ ήταν το χάος, μια σφαγή

5. μτφ, Χάρος, cuando la muerte te mira a los ojos, όταν ο Χάρος σε κοιτά στα μάτια

6. σνθ, muerte aparente, νεκροφάνεια

muerte cerebral, εγκεφαλικός θάνατος

muerte civil, νομ, πολιτικός θάνατος, απώλεια όλων, σχεδόν των ατομικών δικαιωμάτων

muerte natural, φυσικός θάνατος, θάνατος από φυσικά αίτια

muerte súbita, ιατ, αιφνίδιος θάνατος ή στο τένις τάι μπρέικ

muerte violenta, βίαιος θάνατος

7. εκφ, a muerte, μέχρι θανάτου, combate a muerte, μάχη μέχρι θανάτου

con la muerte en el alma, με πόνο ψυχής

dar muerte a alguien, δίνω θάνατο= θανατώνω κάποιον

de mala muerte, οικ, πρχ εκ μελανού μαυρίσματος= ελεεινός, της κακιάς ώρας,

un bar de mala muerte, ένα ελεεινό μπαρ

de muerte, που μπορεί να θανατώσει, θανάσιμα, herido de muerte, πληγωμένος θανάσιμα ή οικ, μτφ, για ένταση, του θανατά, μεγάλος, απίστευτος, me he llevado un susto de muerte πήρα μεγάλη τρομάρα, του θανατά

hace un frío de muerte, κάνει απίστευτο κρύο

entretener la muerte, κοροϊδεύω το θάνατο

estar a la muerte, είμαι στα πρόθυρα του θανάτου

estar (de) la muerte, οικ, μτφ, θανατηφόρα καλό= θεσπέσιο, υπέροχο,

este plato está de muerte, αυτό το πιάτο είναι θεσπέσιο

hasta la muerte, μέχρι θανάτου

la muerte, o Θάνατος, o Χάρος

luchar con la muerte, παλεύω με τον θάνατο, ψυχορραγώ

sufrir mil muertes, υποφέρω, ζω, 1000 θανάτους= πεθαίνω χίλιες φορές

muerto, ta πρχ μαυριστός

1. ε, νεκρός, -ή, -ó, πεθαμένος, -η, -ο, está muerto, είναι νεκρός

había varios animales muertos en la carretera, Υπήρχαν αρκετά νεκρά ζώα στο δρόμο

2. οικ, με κούραση, νεκρός, -ή, -ό, πεθαμένος, -η, -ο, εξουθενωμένος, -η, -o, ψόφιος, -α, -ο,

está muerto por el trabajo, είναι νεκρός από την δουλειά

3. μτφ, χωρίς ένταση, νεκρός, -ή, -ό, άψυχος, -η, -ο, τελειωμένος, -η, -ο, ψόφιος, -α, -ο,

El bar del pueblo está muerto y lo van a cerrar,

Το μπαρ του χωριού είναι ψόφιο και θα το κλείσουν,

esta fiesta está muerta, αυτή η γιορτή είναι πεθαμένη,

colores muertos, άψυχα χρώματα

4. επμ, για άτομο, αποθανών, -ούσα, -ον, αποθνήσκων, -ουσα, -όν,

muerto en acto de servicio, αποθανών εν ώρα υπηρεσίας

5. μτφ, για ασβέστη, γύψο, σβηστός, -ή, -ό

6. εκφ, tañer a muerto, πρχ ταν-ταν για νεκρό= χτυπάει πένθιμα η καμπάνα

repicar a muerto, περι-πικ για νεκρό= χτυπάει πένθιμα η καμπάνα

tocar, doblar a muerto, χτυπάει πένθιμα η καμπάνα

caer muerto, πέφτω νεκρός

cagarse en los muertos de alguien, χυδ, κάνω κακά= βρίζω τα πεθαμένα κάποιου,

¡me cago en tus muertos! να χέσω τα πεθαμένα σου!

dar por muerto a alguien, θεωρώ κάποιον νεκρό

estar más que muerto, είμαι κάτι παραπάνω από νεκρός

estar muerto de miedo, πεθαίνω από το φόβο

más muerto que vivo, περισσότερο πεθαμένος παρά ζωντανός

medio muerto, μισοπεθαμένος

no tener donde caerse muerto, δεν έχω που την κεφαλήν κλίναι

resucitar a un muerto οικ, μτφ, ανασταίνω νεκρό

¡este olor resucita a un muerto! αυτή η μυρωδιά ανασταίνει και νεκρό!

vivo o muerto, ζωντανός ή νεκρός

muerto, a 1. α θ, νεκρός, -ή, El muerto será enterrado mañana por la tarde,

Ο νεκρός θα ταφεί αύριο το απόγευμα

2. μτφ, βαρετός, -ή, ξενέρωτος, -η, se casó con un muerto, παντρεύτηκε με έναν βαρετό

3. μτφ, εργασία ανεπιθύμητη, χώσιμο, πακέτο, Nos ha caído un muerto para esta tarde,

Μας έτυχε ένα πακέτο για σήμερα το απόγευμα

4. εκφ, callarse como un muerto, οικ, μτφ, σιωπώ σαν νεκρός= δεν βγάζω λέξη

cargar con el muerto, οικ, μτφ, καργάρω με τον νεκρό= τα φορτώνομαι όλα εγώ

cargarle, echarle el muerto a alguien, οικ, μτφ, καργάρω τον νεκρό σε κάποιον=

τα ρίχνω όλα σε κάποιον, τα φορτώνω σε κάποιον,

Le cargaron el muerto al más tonto, como siempre,

Του (τα) φόρτωσαν στον πιο ηλίθιο, όπως πάντα

el día de los Muertos, η Μέρα των Νεκρών

el muerto al hoyo y el vivo al bollo, ο νεκρός στην τρύπα και ο ζωντανός στο μπούγιο=

οι νεκροί με τους νεκρούς και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς

hacer el muerto, επιπλέω ανάσκελα στο νερό

hacerse el muerto, κάνω τον πεθαμένο

ser un muerto de hambre, οικ, υτμ, είμαι πειναλέος, είμαι μπατίρης

muerto a, μόρτος στα χαρτιά, βωβός

post mortem, post mórtem 1. εκφ, μετά θάνατον

mortecino, na πρχ μαυρινός

1. ε, ασθενικός, -ή, -ó, αδύναμος, -η, -o, αχνός, -ή, -ό, για φως, μπρίγιο, λάμψη

Una luz mortecina entraba por la ventana, Ένα αχνό φως έμπαινε από το παράθυρο

2. σβησμένος, -η, -o για βλέμμα

3. ξεθωριασμένος, -η, -o για χρώμα

4. μτφ, ετοιμοθάνατος, -η, -o για κατάσταση

5. εκφ, hacer la mortecina, κάνω τον νεκρό

mortuorio, ria 1. ε, σχετικό με θάνατο, κηδείες, νεκρικός, -ή, -ό, νεκρώσιμος, -η, -ο,

επικήδειος, -α, -ο, ταφικός, -ή, -ό, En el museo hay máscaras mortuorias de muchos reyes,

Στο μουσείο έχει νεκρικές μάσκες πολλών βασιλιάδων

2. α, ετοιμασίες ταφής, ενταφιασμού

3. σνθ, cámara mortuoria, χώρος ή δωμάτιο όπου εκτίθεται ο νεκρός για τελετή, αγρυπνία

amortecer πρχ σαν αμορτισέρ= σβήνω την ένταση σε κάτι ή πρχ μετριάζω

1. ρμ, ραντ, μτφ, πρχ μετριάζω, εξασθενίζω, σβήνω ένταση, πάθος, δύναμη, αμβλύνω,

Me duele la cabeza. Corre las cortinas para amortecer la luz, por favor,

Το κεφάλι μου πονάει. Τραβήξε τις κουρτίνες για να σβήσεις το φως,

Tienes que aprender a amortecer tus emociones para que no nublen tu juicio,

Πρέπει να μάθεις να μετριάζεις τα συναισθήματά σου για να μην θολώσουν την κρίση σου

el calmante amorteció el agudo dolor, το παυσίπονο άμβλυνε, μετρίασε τον οξύ πόνο

2. ραντ, λιποθυμώ, El niño se amorteció, Το παιδί λιποθύμησε

amortiguar πρχ που λειτουργεί σαν αμορτισέρ

1. ρμ, ραντ, μετριάζω, απορροφώ χτύπημα, θόρυβο, μειώνω ένταση,

Me resbalé en la escalera, pero, por suerte, el césped amortiguó mi caída,

Γλίστρησα στη σκάλα, αλλά ευτυχώς, το γρασίδι μετρίασε την πτώση μου,

El muro hecho de neumáticos amortiguó el impacto del kart,

Ο τοίχος από ελαστικά απορρόφησε, μείωσε την πρόσκρουση του καρτ

La medicina que tomé no amortiguó el dolor, Το φάρμακο που πήρα δεν μείωσε τον πόνο

2. εξασθενίζω, ξεθωριάζω, σβήνω, χαμηλώνω φώς, ήχο, πάθος, χρώμα,

Ernesto amortiguó las luces para crear un ambiente más íntimo,

Ο Ερνέστο χαμήλωσε τα φώτα για να δημιουργήσει μια πιο οικεία ατμόσφαιρα

Las paredes de la sala de ensayo amortiguan la música,

Οι τοίχοι της αίθουσας πρόβας σβήνουν τη μουσική

amortiguación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του amortiguar, απόσβεση, απορρόφηση,

μετριασμός, άμβλυνση έντασης, El grado de amortiguación del muelle,

Ο βαθμός απόσβεσης του ελατηρίου,

Si usted eres corredor, le recomiendo estos zapatillas. Tienen una amortiguación excelente,

Αν είστε δρομέας, σας προτείνω αυτά τα παπούτσια. Έχουν εξαιρετική απορρόφηση

amortiguamiento 1. α θ, πράξη και αποτέλεσμα του amortiguar

amortiguador 1. α, πρχ αμορτισέρ, απορροφητής κραδασμών,

El mecánico revisó los amortiguadores, Ο μηχανικός έλεγξε τα αμορτισέρ

amortiguador, ra 1. ε, αποσβεστικός, -ή, -ό, απορροφητικός, -ή, -ό έντασης,

amortiguador, ra πρχ που λειτουργεί σαν αμορτισέρ σε ένταση

1. ε, αποσβεστικός, -ή, -ό, μειωτικός, -ή, -ό, απορροφητικός, -ή, -ό, μετριαστικός, -ή, -ó,

El barco cuenta con asientos amortiguadores para reducir el impacto de las olas,

Το σκάφος διαθέτει καθίσματα απορροφητικά για να μειώσουν την πρόσκρουση των κυμάτων

2. ξεθωριαστικός, -ή, -ό, el sol es amortiguador de color,

ο ήλιος είναι ξεθωριαστικός του χρώματος

amortizar πρχ αμορτιζαρ> μαυρίζω= σβήνω

1. ρμ, οκν, αποσβένω, κάνω απόσβεση, amortizar el capital empleado,

κάνω απόσβεση του επενδυμένου κεφαλαίου,

En cinco años amortizaremos la compra de los vehículos,

Σε πέντε χρόνια θα αποσβέσουμε το κόστος των οχημάτων

2. οκν, αποπληρώνω, αποσβένω χρέος, εξοφλώ, Amortizar un préstamo hipotecario,

Να αποπληρώσω ή αποσβέσω ένα στεγαστικό δάνειο

3. καταργώ, μειώνω θέση εργασίας, Los directivos anunciaron que no se iban a amortizar puestos de trabajo, Οι διευθυντές ανακοίνωσαν ότι δεν θα καταργηθούν θέσεις εργασίας

amortización 1. θ, απόσβεση κεφαλαίου, caja de amortización, χρεολυτικό ταμείο

2. αποπληρωμή χρέους

3. κατάργηση θέση εργασίας

amortizable 1. ε, αποσβεστέος, -α, -o, εξοφλητέος, -α, -o,

deuda, renta amortizable, εξοφλητέο χρέος

desamortizar 1. ρμ, νομ, μτφ, πρχ ξε-μαυρίζω= αποδεσμεύω για αγαθά, ακίνητα

και τα επαναφέρω στη κυκλοφορία της αγοράς, σε κατάσταση αγοραπωλησίας,

el estado desamortizó parte de estos bienes inmuebles,

Το κράτος αποδέσμευσε μέρος αυτών των ακινήτων

desamortizable 1. ε, νομ, που μπορεί να απαλλοτριωθεί και να τεθεί σε πώληση

desamortización 1. θ, νομ, άρση του αναπαλλοτρίωτου περιουσίας

mortaja 1. θ, σάβανο, la mortaja encontrada en Turín podría pertenecer a Da Vinci,

το ευρισκόμενο σάβανο στο Τορίνο θα μπορούσε να ανήκει στον Ντα Βίντσι

2. εντορμία, μόρσο

amortajar 1. ρμ, σαβανώνω, los antiguos mayas amortajaban a sus muertos,

οι αρχαίοι Μάγια σαβάνωναν τους νεκρούς τους

amortajamiento 1. α, σαβάνωμα

mortificar πρχ μαυρο-φιάχνω

1. ρμ, ραντ, τιμωρώ, τιμωρούμαι σωματικά για εξιλέωση ή σαν τιμωρία,

el penitente se mortificaba con un látigo de siete colas,

Ο μετανοημένος αυτοτιμωρούνταν με ένα μαστίγιο επτά ουρών

2. ιατ, απονεκρώνω μέρος σώματος, sus piernas se mortificaron por la caída,

τα πόδια του απονεκρώθηκαν από την πτώση

3. ρμ, ραντ, μτφ, ταπεινώνω, πληγώνω, θίγω ηθικά, κάνω καψώνι σε κάποιον, πειράζω,

Mis compañeros de trabajo me mortifican porque soy recién llegado a la oficina,

Οι συνάδελφοί μου με πειράζουν επειδή είμαι καινούργιος στο γραφείο

4. μτφ, βασανίζω, βασανίζομαι, La duda lo mortificaba y no podía dormir,

Η αμφιβολία τον βασάνιζε και δεν μπορούσε να κοιμηθεί

no eres el culpable de su muerte, no te mortifiques,

Δεν είσαι εσύ ο υπαίτιος για τον θάνατό του, μην βασανίζεσαι

mortificación 1. θ, ιατ, απονέκρωση

2. μτφ, παίδεμα, ταπείνωση ηθική, ξευτίλα, καψώνι, πείραγμα,

La derrota fue una gran mortificación, Η ήττα ήταν μια μεγάλη ταπείνωση

3. βασάνισμα ψυχικό

4. τιμωρία σωματική για εξιλέωση

mortificante 1. ε, τραυματικός, -η, -ο, επώδυνος, -η, -ο,

Soy claustrofóbico y estar en un elevador es una experiencia mortificante para mí,

Είμαι κλειστοφοβικός και να βρίσκομαι σε ασανσέρ είναι μια τραυματική εμπειρία για μένα

2. ταπεινωτικός, -ή, -ό, Fue un fracaso mortificante, Ήταν μια ταπεινωτική αποτυχία

3. εξευτελιστικός, -ή, -ό, La crítica fue mortificante, Η κριτική ήταν εξευτελιστική

mortífero, ra 1. ε, πρχ μαυρο-φόρο= θανατηφόρος, -α, -ο, θανάσιμος, -η, -ο, φονικός, -ή, -ό,

El mortífero veneno de la araña puede matarte en unos minutos,

Το θανατηφόρο δηλητήριο της αράχνης μπορεί να σε σκοτώσει σε λίγα λεπτά

mortal πρχ μαυριστός

1. ε, θνητός, -ή, -ó, el hombre es mortal, ο άνθρωπος είναι θνητός

2. κυρ, μτφ, θανάσιμος, -η, -o, herida mortal, θανάσιμη πληγή

odio mortal, μίσος θανάσιμο

Una enfermedad mortal, Μια θανάσιμη ασθένεια

3. οικ, μτφ, που σκοτώνει λόγω βαρεμάρας, ανιαρός, -ή, -ó, βαρετός, -ή, -ó,

es una película mortal, είναι μια ταινία βαρετή

4. εκφ, mortal de necesidad, οικ, μτφ, θανάσιμο εξ ανάγκης= μοιραίος, -α, -o

el accidente fue mortal de necesidad, το ατύχημα ήταν μοιραίο

mortal 1. α θ, θνητός, -ή, los mortales, οι θνητοί

2. ειρ, los mortales, κοινοί θνητοί

mortalidad 1. θ, θνητότητα, θνησιμότητα, La mortalidad infantil, Η βρεφική θνησιμότητα,

Aumentó la mortalidad por la epidemia, Αυξήθηκε η θνησιμότητα λόγω της επιδημίας

mortalmente 1. επρ, θανάσιμα

mortandad 1. θ, αριθμός θυμάτων πολέμου, επιδημίας, καταστροφής, θεομηνίας κ.λπ,

La mortandad causada por el huracán, Ο αριθμός θυμάτων προκαλούμενος από τον τυφώνα

inmortal 1. ε, α θ, αθάνατος, -η, -o, El alma es inmortal, Η ψυχή είναι αθάνατη,

Sus obras son inmortales, Τα έργα του είναι αθάνατα

inmortalidad 1. θ, αθανασία, Creía en la inmortalidad del alma,

Πίστευε στην αθανασία της ψυχής

inmortalizar 1. ρμ, ραντ, κάνω αιώνιο κάτι στην μνήμη, απαθανατίζω, απαθανατίζομαι,

busca inmortalizarse mediante su poesía, ψάχνει να απαθανατιστεί μέσω της ποίησης του

inmortalización 1. θ, απαθανάτιση

mortinato, ta 1. ε, α θ, πρχ μαυρο-(γε)ννητός= θνησιγενής, -ής, -ές

mortinatalidad 1. θ, θνησιγένεια

almorta 1. θ, βοτ, βίκος ο εδώδιμος, λάθυρος

Scroll to Top