MOHÍN

MOHÍN= ΠΡΧ ΜΟ’Ι’Ν> ΜΟΡΦΗΝ Ή ΜΑΥΡΗΝ ΔΙΑΘΕΣΗ> ΔΥΣΑΡΕΣΚΕΙΑ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

mohín 1. α, πρχ μορφήν> μορφασμός με τα χείλη που δείχνει δυσαρέσκεια, ελαφρύ θυμό,

deja de hacer mohínes porque vas a ir a la escuela,

σταμάτα να κάνεις μορφασμούς διότι πρόκειται να πας στο σχολείο

mohína 1. θ, πρχ μορφήν, μούτραν, μούρην ή μαυρίνα= κατσούφιασμα, δυσαρέσκεια,

¿Por qué esa mohína? Γιατί αυτή η μούρη, δυσαρέσκεια;

amohinar 1. ρμ, πρχ αμαυρώνω ψυχικά κάποιον ή κάνω να έχει μούτρα, μορφήν κακή=

στενοχωρώ, ενοχλώ, δυσαρεστώ, Me amohína ver a mi ex con su nueva esposa,

Μου προκαλεί μούτρα> με ενοχλεί να βλέπω τον πρώην μου με τη νέα του γυναίκα

2. ραντ, αμαυρώνομαι ψυχικά= στενοχωρούμαι, δυσαρεστούμαι, χαλιέμαι

mohíno, na 1. ε, πρχ με μορφήν δυσάρεσκη ή μαυρινος= στενοχωρημένος, -η, -ο, θυμωμένος, -η, -ο, κατσούφης, -α, -ικο, está mohíno porque su novia está de viaje,

είναι θυμωμένος γιατί η κοπέλα του είναι σε ταξίδι

2. για ζώο βοσκής, πρχ μαυρίνος= με μαύρη μουσούδα, μαλλί

3. πρχ σχετικός, -ή, -ό με γίννο, αλογο-μούλαρο

Scroll to Top