METRO

ΜΕΤRΟ= ΠΡΧ ΜΕΤΡΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

asimetría 1. θ, ασυμμετρία

asimétrico, ca 1. ε, ασύμμετρος, -η, -o, δυσ-ανάλογος, -η, -ο, δυσ-αρμονικός, -ή, -o

figura asimétrica, ασύμμετρο σχήμα

disimetría 1. θ, δυσυμμετρία

disimétrico, ca 1. ε, ασύμμετρος, -η, -ο

manometría 1. θ, φσκ, μανομετρία

manométrico, ca 1. ε, φσκ, μανομετρικός, -ή, -ó

manómetro 1. α, φσκ, μανόμετρο

polimetría 1. θ, πολυμέτρηση

polímetro 1. α, πολύμετρο

simetría 1. θ, συμμετρία

simétricamente 1. επρ, συμμετρικά

simétrico, ca 1. ε, συμμετρικός, -ή, -ó

taquimetría 1. θ, ταχυμετρία

taquímetro 1. α, ταχύμετρο

tribometría 1. θ, φσκ, μέτρηση τριβής

tribómetro 1. α, φσκ, τριβόμετρο

emétrope 1. ε, ιατ, εμμέτρωψ

emetropía 1. θ, εμμετρωπία

eudiométrico, ca 1. ε, φσκ, ευδιομετρικός, -ή, -ó

eudiómetro 1. α, φσκ, ευδιόμετρο

métrica 1. θ, ποι, μετρική

métrico, ca 1. ε, μετρικός, -ή, -ó

2. σνθ, sistema métrico, μετρικό σύστημα

metrificar 1. ρα, ρμ, ποι, στιχουργώ έμμετρα

metrificación 1. θ, ποι, έμμετρη στιχουργική

metrista 1. α θ, εμμετρος, -η στιχουργός

trímetro 1. ε, α, ποι, τρίμετρος, -η, -o, τρίμετρο

micrométrico, ca 1. ε, μικρομετρικός, -ή, -ó

milimetrado, da 1. ε, μιλιμετρέ, μιλιμετρικός, -ή, -ό,

papel milimetrado, χαρτί μιλιμετρέ, γραφημάτων

2. εκφ, tener algo milimetrado, υπολογίζω κάτι στην εντέλεια,

lo tenían todo milimetrado, τα είχαν υπολογίσει όλα στην εντέλεια

milimétrico, ca 1. ε, χιλιοστο-μετρικός, -ή, -ό

milímetro 1. α, χιλιοστόμετρο, μιλιμέτρ, al milímetro, κοντά στο μιλιμέτρ

2. σνθ, milímetro cuadrado, cúbico τετραγωνικό, κυβικό χιλιοστόμετρο

paramétrico, ca 1. ε, παραμετρικός, -ή, -ό

parametrizar 1. ρμ, πλφ, παραμετροποιώ, προσαρμόζω σε παράμετρο

parámetro 1. α, παράμετρος, Quizás hay algunos parámetros que no hemos considerado que han influido en los datos, Ίσως υπάρχουν κάποιες παράμετροι που δεν έχουμε λάβει υπόψη και οι οποίες έχουν επηρεάσει τα δεδομένα

2. μαθ, παράμετρος

3. μσκ, παράμετρος

perimétrico, ca 1. ε, περιμετρικός, -ή, -ó

perímetro 1. α, περίμετρος, el perímetro del lote, η περίμετρος του οικοπέδου

2. γμτ, περίμετρος, el perímetro del cuadro, η περίμετρος του τετραγώνου

3. σνθ, perímetro de caderas, περιφέρεια καθέδρας= γοφών

perímetro de seguridad, περίμετρος ασφαλείας

perímetro torácico, περιφέρεια στήθους

diámetro 1. α, γμτ, διάμετρος

2. αυτ, για κύλινδρο, κινητήρα, diámetro de cilindro, motor,

εσωτερική διάμετρος κυλίνδρων

semidiámetro 1. α, γμτ, ημιδιάμετρος

diametral 1. ε, διαμετρικός, -ή, -ό

diametralmente 1. επρ, διαμετρικά

menisco 1. α, ανα, φσκ, μηνίσκος

2. σνθ, menisco convergente, divergente, φσκ, συγκλίνων, αποκλίνων μηνίσκος

menologio 1. α, θρη, μηνολόγιο, μηναίο

menalgia 1. θ, ιατ, μεναλγία, δυσμηνόρροια

menarquía, menarquia 1. θ, ιατ, έναρξη εμμήνου ρύσεως

menopausia 1. θ, βιο, εμμηνόπαυση

2. σνθ, menopausia masculina, ανδρό-παυσις, ανδρική κλιμακτήριος

menopáusica 1. θ, γυναίκα με κλιμακτήριο, εμμηνοπαυσιακή

menopáusico, ca 1. ε, βιο, εμμηνοπαυσιακός, -ή, -ó

menorragia 1. θ, ιατ, μηνορραγία, υπερμηνόρροια

menorrea 1. θ, εμμηνόρροια

menostasia 1. θ, εμμηνοστασία

emenagogo, ga 1. ε, φρμ, εμμηναγωγός, -ός, -ó.

emenagogo 1. α, φρμ, εμμηναγωγό

mes πρχ μες> μήνας

1. α, μήνας, el cuarto mes del año o τέταρτος μήνας του έτους

2. μτφ, μηνιαίος μισθός, μηνιάτικο, se gastó todo el mes en las apuestas,

έφαγε όλο το μηνιάτικό του στο στοίχημα

3. οικ, περίοδος γυναίκας, έμμηνα, durante el mes está siempre irritable,

κατά την περίοδο της είναι πάντα πολύ οξύθυμη

4. σνθ, mes astronómico, αστρονομικός, αστρολογικός μήνας

mes lunar, σεληνιακός μήνας

mes sinódico, συνοδικός μήνας

5. εκφ, a finales, fines de mes, στα τέλη του μήνα, τέλος του μηνός

al mes siguiente, τον επόμενο μήνα

al, por mes, ανά μήνα, το μήνα, κάθε μήνα, hablamos una vez al mes,

μιλάμε μια φορά το μήνα

ή για περίοδο ενός μήνα, με το μήνα, για ένα μήνα, alquilamos una habitación por mes, νοικιάζουμε ένα δωμάτιο με το μήνα

a los pocos meses, σε λίγους μήνες

a mediados de mes, στα μέσα του μήνα

a principios de mes, στις αρχές του μήνα

cobrar el mes, πληρώνομαι το μηνιάτικό μου

dentro de un mes, (μέσα) σε ένα μήνα

el mes pasado, τον περασμένο μήνα

el mes que corre, o τρέχων μήνας

el mes que viene, τον ερχόμενο μήνα

en el mes de, κατά το μήνα

en todo el (santo) mes, όλο το μήνα, no ha parado de llover en todo el santo mes,

δε σταμάτησε να βρέχει όλο το μήνα

un mes sí y otro no, μήνα παρά μήνα

mesero, ra 1. α θ, πρχ μην-άρης= εργάτης, -ια που πληρώνεται με το μήνα

tremés 1. ε, τρίμηνος, -η, -o

mensual 1. ε, μηνιαίος, -α, -o, abono mensual, μηνιαία συνδρομή

mensualidad 1. θ, μηνιάτικο, μηνιαίος μισθός

2. μηνιαία δόση

3. εκφ, cobrar la mensualidad, πληρώνομαι, παίρνω το μισθό, μηνιάτικο

mensualizar 1. ρμ, πρχ μηνιαιο-ποιώ= πληρώνω μηνιαίως

mensualización 1. θ, μηνιαία καταβολή μισθού

mensualmente 1. επρ, μηνιαίως, μηνιαία

mensuario 1. α, πρχ μην-άριο= μηνιαίο περιοδικό

bimensual 1. ε, πρχ δι-μηνιαίο= που συμβαίνει δύο φορές το μήνα, δεκαπενθήμερος, -η, -ο, su visita es bimensual, η επίσκεψη του είναι δεκαπενθήμερη

intermensual 1. ε, οκν, πρχ δια-μηνιαίος, -α, -ο, σε σύγκριση με προηγούμενο μήνα

menstrual 1. ε, έμμηνος, -η, -ο

menstruar 1. ρα, πρχ εμμηνο-ροώ= έχω περίοδο, έχω τα έμμηνα μου

menstruo 1. α, λογ, έμμηνα, έμμηνη ρύση

premenstrual 1. ε, προεμμηνορροϊκός, -ή, -ó, síndrome premenstrual,

προεμμηνορροϊκό σύνδρομο

menstruación 1. θ, εμμηνόρροια

2. περίοδος, έμμηνα, menstruación abundante, περίοδος με αυξημένη ροή

bimestre 1. α, δίμηνο, Alquilé la casa por un bimestre, Νοίκιασα το σπίτι για δύο μήνες

2. ε, που γίνεται κάθε 2 μήνες= διμηνιαίος, -α, -o, resultados bimestres,

αποτελέσματα διμηνιαία

2. με διάρκεια 2 μηνών= δίμηνος, -η, -o, programa bimestre, δίμηνο πρόγραμμα

bimestral 1. ε, που γίνεται κάθε 2 μήνες= διμηνιαίος, -α, -o,

periódico de publicación bimestral, περιοδικό διμηνιαίας κυκλοφορίας

2. με διάρκεια 2 μηνών = δίμηνος, -η, -o

trimestre 1. α, τρίμηνο,

2. πληρωμή τριμηνίας για μισθό, ενοίκιο

3. έκδοση τριμηνιαία σε έντυπο

trimestral 1. ε, που γίνεται κάθε 3 μήνες= τριμηνιαίος, -α, -o, exámenes trimestrales, τριμηνιαίες εξετάσεις

2. που διαρκεί 3 μήνες= τρίμηνος, -η, -ο, asignatura trimestral, μάθημα τρίμηνο

trimestralmente 1. επρ, τριμηνιαία, τριμηνιαίως

cuatrimestre, cuadrimestre 1. α, τετράμηνο

cuatrimestral 1. ε, που γίνεται κάθε 4 μήνες= τετραμηνιαίος, -α, -o, revista cuatrimestral, τετραμηνιαίο περιοδικό

2. που διαρκεί 4 μήνες, τετράμηνος, -η, -o, τετραμηνιαίος, -α, -o, mandato cuatrimestral, τετράμηνη θητεία

semestre 1. α, εξά-μηνο

semestral 1. ε, που γίνεται κάθε 6 μήνες= εξαμηνιαίος, -α, -ο

2. που διαρκεί 6 μήνες= εξάμηνος, -η, -ο

semestralmente 1. επρ, εξαμηνιαίως

intertrimestral 1. ε, οκν, δια-τριμηνικός, -ή, -ό= μεταξύ τριμήνων

tremesino, na 1. ε, τρίμηνος, -η, -o

tresmesino, na 1. ε, τριών μηνών, τρίμηνος, -η, -o, becerro tresmesino,

μοσχαράκι τριών μηνών

sietemesino, na 1. ε, εφταμηνίτικος, -η, -o

2. α θ, για μωρό, εφταμηνίτικο

3. για ενήλικο, υτμ, που κάνει τον μικρο-μέγαλος, -η

metro 1. α, μέτρο, La playa está a cien metros de mi casa,

Η παραλία είναι στα εκατό μέτρα από το σπίτι μου

2. μέτρο, μεζούρα, El sastre midió la cintura y el pecho de la modelo con un metro,

Ο ράφτης μέτρησε τη μέση και το στήθος του μοντέλου με μεζούρα

3. ποι, μέτρο

4. μετρό, una linea de metro, μια γραμμή μετρό

5. σνθ, metro cuadrado, cúbico, τετραγωνικό, κυβικό μέτρο

meticuloso, sa πρχ μετρο-κολλάει, που ακολουθεί πιστά το μέτρο

1. ε, λεπτολόγος, -α, -o, σχολαστικός, -ή, -ó, εξονυχιστικός, -ή, -ό, ψείρας,

Sonia es muy meticulosa y siguió la receta al pie de la letra,

Η Σόνια είναι πολύ σχολαστική και ακολούθησε τη συνταγή κατά γράμμα

profesional meticuloso, σχολαστικός επαγγελματίας

analisis meticuloso, σχολαστική ανάλυση

meticulosidad 1. θ, σχολαστικότητα, El arquitecto abordó el diseño con meticulosidad, prestando atención a cada detalle, Ο αρχιτέκτονας προσέγγισε το σχέδιο με σχολαστικότητα, δίνοντας προσοχή σε κάθε λεπτομέρεια

meticulosamente 1. επρ, σχολαστικά

metrología 1. θ, μετρολογία

metrológico, ca 1. ε, μετρολογικός, -ή, -ó

metromanía 1. θ, μετρο-μανία, μανία που έχει κάποιος να γράφει στίχους

metrónomo 1. α, μσκ, μετρονόμος

micrómetro 1. α, μικρόμετρο

miriámetro 1. α, μυριο-μετρο= 10000> μονάδα μήκους ίση με δέκα χιλιάδες μέτρα

pantómetra 1. θ, τχν, παντόμετρο

decámetro1. α, δεκά-μετρο

2. σνθ, decámetro cuadrado, τετραγωνικό δεκάμετρο

decámetro cúbico, κυβικό δεκάμετρο

metraje 1. α, μήκος ταινίας, El metraje original de la película era más largo, pero el director recortó algunas escenas, Το αρχικό μήκος της ταινίας ήταν πιο μεγάλο, αλλά ο σκηνοθέτης έκοψε κάποιες σκηνές

2. σνθ, corto, largo metraje, κνμ, ταινία μικρού, μεγάλου μήκους

mediometraje 1. α, κνμ, μεσο-μέτρημα= ταινία μεσαίου μήκους

mesura πρχ μεζούρα= μέτρο

1. θ, μτφ, μέτρο, suele comer y beber con mesura, συνηθίζει να τρώει και να πίνει με μέτρο

2. λεπτότητα τρόπων, ευγένεια, habla con mesura y no ofenderás a nadie,

μίλα με ευγένεια και μην προσβάλεις κανέναν

3. μέτρο= βαρύτητα ατόμου, πράγματος, la mesura de su rostro inspira respeto,

η βαρύτητα του προσώπου του εμπνέει σεβασμό

mesurar πρχ σαν να βάζω μεζούρα= μέτρο σε κάτι

1. ρμ, θέτω μέτρο, μετριάζω τις πράξεις μου, συγκρατώ, περιορίζω, ελέγχω,

mesura tu comportamiento, μετρίασε την στάση σου

mesura tus palabras, μετρίασε τα λόγια σου

Si no puedes mesurar tus emociones en el trabajo, corres el riesgo de perder el puesto,

Αν δεν μπορείς να ελέγξεις τα συναισθήματα σου στη δουλειά, κινδυνεύεις να χάσεις τη θέση σου

2. ραντ, συγκρατούμαι, περιορίζομαι, μιλάω, ενεργώ με κατάλληλο μέτρο,

le pidió que se mesurara y dejara de gritar,

του ζήτησε να συγκρατιόταν και να άφηνε τις φωνές

3. mesurarse en, θέτω μέτρα σε μένα, se mesuró en sus palabras, μετρίασε τα λόγια του

mesuradamente 1. επρ, μετρημένα, μετριοπαθώς

mesurado, da 1. ε, μετριοπαθής, -ής, -ές

2. μετρημένος, -η, -ο, Su escritura se caracteriza por el estilo mesurado y la evitación de lo chabacano y lo extravagante, Η γραφή του χαρακτηρίζεται από το μετρημένο ύφος και την αποφυγή του χυδαίου και του υπερβολικού

3. συγκρατημένος, -η, -ο, El acusado esperó la decisión del jurado con mesurado optimismo, Ο κατηγορούμενος περίμενε την απόφαση των ενόρκων με συγκρατημένη αισιοδοξία

conmensurar 1. ρμ, πρχ συ-μετράω= μετρώ ισομερώς

conmensurable 1. ε, μετρήσιμος, -η, -o, datos conmensurables, δεδομένα μετρήσιμα

2. μαθ, σύμ-μετρος, -η, -o

inconmensurable 1. ε, α-προσ-μέτρητος, -η, -o

inconmensurabilidad 1. θ, α-προσ-μέτρητο

inmensurable 1. ε, α-προσ-μέτρητος, -η, -o

desmesura 1. θ, πρχ δεν έχει μεζούρα= εκτός μέτρου, υπερβολή, έλλειψη μέτρου,

Hamilton bebía y comía con desmesura, Ο Χάμιλτον έπινε και έτρωγε υπερβολικά

desmesurado, da 1. ε, υπέρ-μετρος, -η, -ο, υπερ-βολικός, -ή, -ό,

una ambición desmesurada, μια υπέρμετρη φιλοδοξία,

un aumento desmesurado de la población, μια υπερβολική αύξηση του πληθυσμού

2. ε, α θ, μτφ, χωρίς μέτρο σε τρόπους= αγενές, -ής, -ή, αγένεια

desmesuradamente 1. επρ, υπέρμετρα, υπερβολικά,

Ιa gente gasta desmesuradamente en verano,

o κόσμος ξοδεύει υπερβολικά το καλοκαίρι

inmenso, sa πρχ α-μέτρητο

1. ε, για μέγεθος, νούμερο, ένταση, αμέτρητος,-η, -ο, απέραντος, -η, -o, τεράστιος, -α, -ο,

se perdió en la inmensο desierto, χάθηκε στην απέραντη έρημο

El barco zarpó hacia el inmenso mar, Το πλοίο σάλπαρε προς την απέραντη θάλασσα,

sintió una inmensa alegría, ένιωσε απέραντη χαρά,

El dueño del casino amasó una inmensa fortuna,

Ο ιδιοκτήτης του καζίνο συγκέντρωσε μια τεράστια περιουσία

2. οικ, για άτομο, α-μέτρητος σε ποιότητα, φανταστικός, -ή, -ó, έκτακτος, -η, -o

es un escritor inmenso, είναι ένας φανταστικός συγγραφέας

inmensidad 1. θ, απεραντοσύνη χώρου, la inmensidad del universo,

η απεραντοσύνη του διαστήματος

2. για ποσότητα, απειράριθμο, τεράστιος αριθμός,

Una inmensidad de turistas llegó a la ciudad,

Ένας τεράστιος αριθμός τουριστών έφτασε στην πόλη

inmensamente 1. επρ, απείρως, απέραντα

dimensión πρχ δια-μέτρημα

1. θ, για μέγεθος, διάσταση, las dimensiones de la mesa, οι διαστάσεις του τραπεζιού

2. για φυσικό μέγεθος, διάσταση, una película en tres dimensiones,

μια τρισδιάστατη κινηματογραφική ταινία

3. μτφ, διάσταση, las dimensiones de la guerra, οι διαστάσεις του πολέμου

4. για όψη σε κάτι, διάσταση, la dimensión humana del asunto que nos ocupa,

η ανθρώπινη διάσταση του θέματος που μας απασχολεί

5. εκφ, la cuarta dimensión, η τέταρτη διάσταση

dimensional 1. ε, διαστατικός, -ή, -ό

tridimensional 1. ε, τρισδιάστατος, -η, -ο

unidimensional 1. ε, μονοδιάστατος, -η, -o

sobredimensionar πρχ υπερ-διαμετρίζω

1. ρμ, δίνω υπερβολικές διαστάσεις, υπερβάλλω, φουσκώνω,

la televisión sobredimensionó el problema, Η τηλεόραση υπερέβαλε το πρόβλημα

ή έδωσε υπερβολικές διαστάσεις στο πρόβλημα

sobredimensionamiento 1. α, απόδοση υπερβολικών διαστάσεων, φούσκωμα

medir πρχ μετρώ

1. ρμ, μετρώ κάτι, Tengo que medir la habitación antes de comprar los muebles,

Πρέπει να μετρήσω το δωμάτιο πριν αγοράσω τα έπιπλα,

El manómetro es un aparato que sirve para medir la presión,

Το μανόμετρο είναι μια συσκευή που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της πίεσης

2. μτφ, μετρώ, υπολογίζω, Él sencillamente no mide las consecuencias de sus actos,

Αυτός απλώς δεν υπολογίζει τις συνέπειες των πράξεων του,

A partir de ahora, tendremos que medir nuestras palabras,

Από εδώ και στο εξής, θα πρέπει να μετράμε τα λόγια μας

3. λγτ, βρίσκω το μέτρο ενός στίχου

4. ρα, πόσο μέτρο έχω σε ύψος, μήκος, όγκο, επιφάνεια, κάποια διάσταση,

Juan mide un metro setenta de altura, Ο Χουάν έχει 1,70 μέτρα ύψος

La finca mide cuatro mil metros cuadrados,

Το ακίνητο έχει έκταση τέσσερα χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα

5. ραντ, μετριέμαι, Mídete la cintura para saber cuántos centímetros has perdido,

Μέτρησε τη μέση σου για να μάθεις πόσα εκατοστά έχεις χάσει

6. medirse con, μτφ, μετριέμαι με, αναμετριέμαι,

el equipo de Real se medirá con Barca, η ομάδα της Ρέαλ θα αναμετρηθεί με την Μπάρτσα

7. εκφ, medir de arriba abajo, μετρώ= κόβω, κοιτάζω από την κορυφή μέχρι τα νύχια

remedir 1. ρμ, ξανα-μετρώ, Necesitamos remedir su nivel de azúcar en sangre, porque está sorprendentemente elevado, Πρέπει να μετρήσουμε ξανά το επίπεδο σακχάρου στο αίμα σας, επειδή είναι εκπληκτικά υψηλό

medición 1. θ, μέτρηση, ¿Cuál es la unidad de medición para calcular la presión?

Ποια είναι η μονάδα μέτρησης για να υπολογίσεις την πίεση;

El carpintero trajo el metro para realizar la medición de la puerta,

Ο ξυλουργός έφερε το μέτρο για να κάνει την μέτρηση της πόρτας

medida 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα μέτρησης, La regla se usa para la medida de la longitud,

Ο χάρακας χρησιμοποιείται για τη μέτρηση μήκους

2. μονάδα μέτρησης, medida universal, διεθνής μονάδα μέτρησης

3. διάσταση, Cuando nos enteremos de las medidas de la sala, podremos comprar muebles,

Όταν μάθουμε τις διαστάσεις του δωματίου, θα μπορέσουμε να αγοράσουμε έπιπλα

4. μτφ, μέτρο, Ella no cree que fumar es malo, con tal de que sea con medida,

Αυτή δεν πιστεύει ότι το να καπνίζεις είναι κακό, αρκεί να γίνεται με μέτρο

5. μέτρο για πρόληψη, ¿Qué medidas vas a tomar para arreglar la situación?

Ποια μέτρα πρόκειται να πάρεις για να διορθώσεις την κατάσταση;

ή μτφ, βήμα, La primera medida para resolver el problema es admitir que existe,

Το πρώτο βήμα για να επιλύσεις το πρόβλημα είναι να παραδεχτείς ότι υπάρχει

6. ρπτ, μέτρο, μέγεθος, Necesito tus medidas para poder empezar con tu vestido,

Χρειάζομαι τα μέτρα σου για να μπορέσω να ξεκινήσω με το φόρεμα σου

7. σνθ, medida agraria, μονάδα μέτρησης επιφάνειας

medida común, κοινό μέτρο

medida de capacidad, μονάδα μέτρησης χωρητικότητας

medida de choque, δραστικό μέτρο

medida del cuello, μέγεθος κολάρου

medida de seguridad, μέτρο ασφαλείας

medida de superficie, μονάδα μέτρησης επιφάνειας

medida de volumen, μονάδα μέτρησης όγκου

medida fiscal, φορολογικό μέτρο

medida preventiva, προληπτικό μέτρο

medida represiva, κατασταλτικό μέτρο

7. εκφ, adoptar, tomar medidas, υιοθετώ, λαμβάνω μέτρα

a la medida, με το μέτρο= επί παραγγελία, pantalón a la medida, παντελόνι επί παραγγελία a medida de, με μέτρο του= σύμφωνα με

a medida que, το μέτρο δείχνει την κίνηση στον χρόνο= καθώς

colmar, llenar la medida, οικ, μτφ, ξεπερνώ το μέτρο= ξεπερνώ τα όρια, το παρακάνω

con, sin medida, με, χωρίς μέτρο

en la medida de lo posible, στο μέτρο του δυνατού

en la medida en que, στο μέτρο που

en menor medida, σε μικρότερο μέτρο= βαθμό

hecho a (la) medida, κατασκευασμένο επί παραγγελία

tener tomada la medida a alguien, οικ, έχω παρμένα= του έχω πάρει τα μέτρα

medidas 1. θ πλ, μέτρα= διαστάσεις, ¿qué medidas tiene tu casa?

τι διαστάσεις έχει το σπίτι σου;

medido, da 1. ε, για πράξεις ατόμου, μετρημένος, -η, -o, es muy medido con los gastos,

είναι πολύ μετρημένος με τα έξοδα

medidor, ra 1. ε, μετρητικός, -ή, -ό

medidor 1. α, μετρητής

desmedirse πρχ δεν έχω μέτρο

1. ραντ, υπερβαίνω τα μέτρα, όρια, το παρακάνω, ξεφεύγω από το όριο,

Algunas personas se quejan de que las restricciones de encierro tienden a desmedirse,

Μερικοί άνθρωποι παραπονιούνται ότι οι περιορισμοί του εγκλεισμού τείνουν να ξεφύγουν από τον έλεγχο

Antonia volvió a desmedirse con la bebida anoche,

Η Αντόνια το παράκανε πάλι με το ποτό χθες το βράδυ

desmedido, da 1. ε, υπέρμετρος, -η, -o, άμετρος, -η, -o,

ambición desmedida, υπέρμετρη φιλοδοξία,

La reacción de Pedro ante mi crítica fue completamente desmedida,

Η αντίδραση του Πέδρο στην κριτική μου ήταν εντελώς υπέρμετρη

comedirse πρχ συ-μετρούμαι> έχω μέτρο

1. ραντ, μτφ, συγκρατούμαι, Si quieres adelgazar, debes comedirte y comer menos,

Αν θέλεις να αδυνατήσεις, πρέπει να συγκρατηθείς και να τρως λιγότερο,

Me comedí y no le canté las cuarenta porque, después de todo, es el gerente

Συγκρατήθηκα και δεν του τα έψαλλα γιατί, άλλωστε, αυτός είναι ο προϊστάμενος

comedimiento πρχ συ-μέτρημα σε τρόπους, πράξεις

1. α, μέτρο, σύνεση, actuó con comedimiento, ενήργησε με μέτρο

2. ευγένεια

3. αυτοσυγκράτηση

descomedirse πρχ ξε-μετρούμαι σε τρόπους, πράξεις

1. ραντ, πράττω χωρίς μέτρο, υπερβαίνω τα όρια, ξεφεύγω

2. φέρομαι αναιδώς, cuando estaba ebrio se descomedía sobre todo con las mujeres,

όταν ήταν μεθυσμένος φερόταν αναιδώς κυρίως με τις γυναίκες

descomedimiento 1. α, υπερβολή, έλλειψη μέτρου

descomedido, da 1. ε, υπερβολικός, -ή, -ó

2. αγενής, -ής, -ές, αναιδής, -ής, -ές

3. α θ, αγενής, αναιδής

4. αγένεια, αναίδεια

Scroll to Top