METRALLA

METRALLA= ΠΡΧ ΜΕΤΡΑΛΑ> ΜΥΔΡΑΛΙΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

metralla 1. θ, πρχ σφαίρες για μυδράλιο> υλικά που γεμίζουν σε βόμβα,

la metralla de la bomba casera estaba hecha de tuercas,

το μυδράλιο> θραύσματα της αυτοσχέδιας βόμβας ήταν φτιαγμένα από παξιμάδια

ή πυρομαχικά για όπλα

2. θραύσμα από βλήμα, βόμβα, οβίδα, βολιδοφόρος

tiene alojada metralla en la tercera vértebra dorsal,

έχει σφηνωμένο θραύσμα στον τρίτο θωρακικό σπόνδυλο

3. μτφ, πράγματα άχρηστα και πεταμένα, tiene toda su metralla en el desván,

έχει όλα τα πράγματα του στην σοφίτα

metralleta 1. θ, στρ, πρχ μυδραλιο-βόλο, οπλοπολυβόλο

2. εκφ, como una metralleta, οικ, σαν μυδράλιο, πολυβόλο, hablaba como una metralleta,

μιλούσε σαν πολυβόλο

ametrallar 1. ρμ, ρίχνω με το μυδράλιο, οπλοπολυβόλο, πολυβολώ, γαζώνω με όπλο,

Dos matones bajaron del carro y ametrallaron al capo mafioso

Δύο κακοποιοί βγήκαν από το αυτοκίνητο και γάζωσαν τον αρχηγό της μαφίας

ametrallamiento 1. α, μυδραλιοβόλημα> πολυβολισμός, γάζωμα με πολυβόλο

ametrallador, ra 1. ε, μυδραλιο-βόλος, -α, -ο, οπλο-πολυβολικός, -ή, -ό,

una pistola ametralladora, ένα πολυβόλο όπλο

un fusil ametrallador, ένα μυδράλιο

ametralladora 1. θ, πολυβόλο, μυδραλιοβόλο

Scroll to Top