MEMO= ΠΡΧ ΣΑΝ ΜΙΜΟΣ> ΑΝΟΗΤΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
memo, ma 1. ε, α θ, ανόητος, -η, -o, χαζός, -ή, -ó, βλάκας,
prefiero no hablar con la mema esa, προτιμώ να μην μιλήσω με αυτήν την χαζή,
no seas memo y acepta la oferta, μην είσαι χαζός και δέξου την προσφορά
memez 1. θ, πράξη ή λόγια στερούμενης λογικής, σοβαρότητας, σαχλαμάρα, χαζομάρα,
la memez no conoce barreras, η βλακεία δεν έχει όρια,
discutieron por una memez, τσακώθηκαν για σαχλαμάρες
no digas más memeces, μην πεις άλλες ανοησίες
memada 1. θ, οικ, ανοησία, βλακεία, χαζομάρα, sólo sabe decir memadas,
μόνο ξέρει να λέει ανοησίες