MAGDALENA= ΠΡΧ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
magdalena 1. θ, γλυκό μαντλέν
2. μετανοούσα Μαγδαληνή
Magdalena 1. ονο, Μαγδαληνή
2. εκφ, estar alguien hecho una Magdalena, llorar como una Magdalena, οικ, μτφ,
είμαι σαν ή κλαίω σαν μια Μαγδαληνή, με λυγμούς, απαρηγόρητα, εν μετανοία
magdaleniense 1. ε, μαγδαλήνιος, -α, -o