LUBRICAR

LUBRICAR= ΠΡΧ ΛΟΥ-ΒΡΙ-ΚΑΡ> Α-ΛΕΙΒΩ Ή ΛΙΠΑΙΝΩ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

lubricativo, va 1. ε, λιπαντικός, -ή, -ó, la vaselina es una sustancia lubricativa,

Η βαζελίνη είναι μια λιπαντική ουσία

lubricar, lubrificar 1. ρμ, λιπαίνω ή αλείφω κάτι με ουσία λιπαρή, γλιστερή,

El mecánico lubricó las distintas piezas del motor,

Ο μηχανικός λίπανε τα διάφορα μέρη του κινητήρα

lubricación, lubrificación 1. θ, λίπανση ή επ-άλειψη με λιπαρή ουσία

lubricador 1. ε, α, λιπαντικός, -ό, -ή, λιπαντικό

lubricante, lubrificante 1. ε, α, λιπαντικός, -ό, -ή, λιπαντικό

Usa aceite lubricante para que las ruedas giren mejor,

Χρησιμοποίησε λιπαντικό ώστε οι τροχοί να γυρίσουν καλύτερα

lúbrico, ca 1. ε, μτφ, ολισθηρός, -ή, -ó, σαν λιπαντικό,

el suelo está lúbrico porque lo he encerado,

Το πάτωμα είναι ολισθηρό γιατί το έχω κερώσει

2. μτφ, λάγνος, -α, -o, πρόστυχος, -η, -ο, mirada lúbrica, πρόστυχο βλέμμα

lubricidad 1. θ, λογ, λιπαντικότητα

2. μτφ, λαγνεία, επειδή αλείφεται στα πάθη

Scroll to Top