LOBO

LOBO= ΠΡΧ ΛΟΜΠΟ> ΣΑΝ Α-ΛΕΠΟΥ= ΛΥΚΟΣ, ΠΡΧ ΛΟΒΟΣ, ΠΡΧ ΛΟ-ΜΠΟ> ΛΥΚΟ-ΠΟΥΛΟ= ΛΥΚΟΣ, ΠΡΧ ΛΟΥΠΟ, ΑΛΩΠΕΚΙΑ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

lobo, ba 1. α θ, λύκος, λύκαινα, Escuché a un lobo aullar anoche,

Άκουσα έναν λύκο να ουρλιάζει χθες το βράδυ

2. οικ, μτφ, για άτομο, έξυπνος σαν λύκος, ατσίδα, αλεπού

3. σνθ, lobo cebado, escorchado, ερλ, λύκος επιτιθέμενος, λύκος γδαρμένος

lobo cerval, cervario, λύγκας

lobo de mar, θαλασσό-λυκος

lobo marino ζωλ, θαλάσσιος λέων

4. εκφ, del lobo un pelo, απο τον λύκο μια τρίχα= απ’ τ’ολότελα, καλή κι η Παναγιώταινα

el lobo feroz, ο κακός λύκος

lobos de una misma camada, οικ, μτφ, λύκοι από την ίδια γέννα= ίδια κουμάσια όλοι

¡menos lobos!, οικ, μτφ, μείον (βγάλε τους) λύκους= μην υπερβάλλεις!, κόψε κάτι!

muda el lobo los dientes, y no las mientes, πρμ, o λύκος κι αν εγέρασε κι άλλαξε το μαλλί του, ούτε τη γνώμη άλλαξε ούτε την κεφαλή του

ser un lobo con piel de oveja, λύκος με προβιά αρνιού

lobo 1. ζωλ, ψάρι κωβίτις

2. λοβός

3. μτφ, γάντζος, άγκιστρο, σαν δόντι λύκου

4. οικ, μτφ, μεθύσι, σαν λούφα

lobato 1. α, λυκόπουλο

lobera 1. θ, πρχ λυκ-ιερα= λυκο-φωλιά

lobero, ra 1. ε, λυκίσιος, -α, -ο, για δόντι, βλέμμα, πείνα, diente, mirada, hambre

2. α θ, κυνηγός λύκων

lobezno 1. α, λυκό-πουλο

alobunado, da 1. ε, λυκό-μορφος, -η, -ο

lobado, da 1. ε, βοτ, ζωλ, λοβώδης, -ης, -ες

lobagante 1. α, ζωλ, αστακός, σαν λοβάγητος, όλο λοβούς

lubigante 1. α, ζωλ, αστακογαρίδα

lobanillo 1. α, βοτ, ζωλ, έκφυμα, ρόζος, σαν λοβός

lupia 1. θ, ιατ, φύμα, όγκωμα, σαν λοβός

lobina 1. θ, ζωλ, ψάρι, πρχ λαβράκι

róbalo, robalo 1. α, λαβράκι

robaliza 1. θ, ζωλ, ψάρι, πρχ λαβράκι

baila 1. θ, ζωλ, πιτσιλωτό λαυράκι, λιμνοπέστροφα, σαλβελίνος

lupino, na 1. ε, λυκίσιος, -α, -ο, που έχει σχέση με τον λύκο

lupino 1. α, βοτ, λούπινο

lupulina 1. θ, λουπουλίνα

lupulino 1. α, λουπουλίνη

lúpulo 1. α, βοτ, λυκίσκος

lupus 1. α, ιατ, ερυθηματώδης λύκος

lupa 1. θ, μεγεθυντικός φακός, σαν λοβός ή λάμπα στο σχήμα

2. εκφ, mirar con lupa, εξετάζω σχολαστικά

lupanar 1. α, επμ, μτφ, οίκος ανοχής, πρχ λουπαν-αρ> λάμπαν έξω από οίκο ανοχής

lupercales 1. θ πλ, αρχ, σε Ρώμη, Λουπερκάλια

volframina 1. θ, χημ, βολφραμίνη

volframio 1. α, χημ, βολφράμιο, τουγκστένιο

volframita 1. θ, χημ, βολφραμίτης

wolframato 1. α, χημ οξείδιο του βολφραμίου

wolframio, wolfram 1. α, χημ βολφράμιο

wolframita 1. θ, ορυ, βολφραμίτης

Guadalupe 1. ονο, Γουαδελούπη

guadalupeño, ña 1. ε, α θ, από τη Γουαδελούπη

López 1. ονο, εκφ, esos son otros López, οικ, αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο

Licomedes 1. ονο, μυθ, Λυκομήδης

licoperdo, licoperdón 1. α, βοτ λυκόπερδο

licopodínea 1. θ, βοτ, λυκοπιοειδές

licopodio 1. α, βοτ λυκόποδο

licantropía 1. θ, ιατ, λυκανθρωπία

licántropo 1. α, ιατ, λυκάνθρωπος

licaón 1. α, ζωλ, αγριόσκυλο της Αφρικής, λυκάων

liceo πρχ λύκειο

1. α, λύκειο σε Γαλλία, Ιταλία

2. μτφ, ομάδα, κλαμπ, liceo artístico, καλλιτεχνική ομάδα

liceo literario, λογοτεχνική ομάδα

2. εκφ, el Liceo, η Όπερα της Βαρκελώνης

το Λύκειο (του Αριστοτέλη)

liceísta 1. α θ, μέλος λογοτεχνικής ομάδας, εταιρείας

licosa 1. θ, ζωλ, ταραντούλα λύκος

lita 1. θ, ζωλ, κυστίκερκος

alopecia 1. θ, ιατ, αλωπεκία, αλωπεκίαση

alopécico, ca 1. ε, ιατ, αλωπεκικός, ή, ό, που πάσχει από αλωπεκία, φαλακρός, -ή, -ό

vulpino 1. α, βοτ, αλωπέκουρος o λειμώνιος, αλεπονουρά

vulpino, na 1. θ, αλεπουδίσιος, -α, -o

vulpeja 1. θ, ζωλ, βασσαρίδα

Scroll to Top