LIBRA= ΠΡΧ ΛΙΒΡΑ, ΛΙΡΑ, ΠΡΧ ΚΑ-ΛΙΜΠΡΑ> ΙΣΙΩΜΑ, ΠΡΧ ΛΙΒΡΑ> ΖΥΓΑΡΙΑ, ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ,
ΠΡΧ ΝΙΒΕΛ> ΕΝΑ-ΒΟΛΙ> ΙΣΟ-ΒΟΛΟ> ΕΠΙΠΕΔΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
libra πρχ λίβρα, λίρα
1. θ, λίβρα, μονάδα μέτρησης
2. λίρα νόμισμα
3. σνθ, libra carnicera, λιβρα κρεωπολείου= χιλιό-γραμμο, κιλό
libra esterlina, στερλίνα Μεγάλης Βρετανίας
libra irlandesa, ιρλανδική λίρα
libra medicinal, μονάδα μέτρησης των φαρμακοποιών ίση με 12 ουγγιές
4. εκφ, entrar pocos, pocas en libra, οικ, μπαίνουν λίγοι, -ες σε λίβρα=
είναι μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού
Libra 1. α, αστρ, πρχ λίβρα> ζυγαριά= Ζυγός, bajo el signo de Libra, στο ζώδιο του Ζυγού
2. ε, αστλ, που ανήκει στο ζώδιο του Ζυγού, las dos somos Libra,
είμαστε και οι δύο Ζυγοί
3. α θ, αστλ, Ζυγός
libración 1. θ, αστρ, ίκνιση
equilibrio πρχ εκι-λιμπριο> κα-λιμπρα> σαν ισορροπία,
πρχ ιση-λιβρα> ισορ-ροπία σαν σε ζυγαριά
1. α, ισορροπία σώματος, puso en equilibrio la silla apoyándola solo en dos patas,
έθεσε την καρέκλα σε ισορροπία στηρίζοντάς την μόνο στα δύο πόδια
2. ισορροπία σαν αρμονία σε διάφορα πράγματα,
las dos culturas mantenían un difícil equilibrio,
οι δύο κουλτούρες διατηρούσαν μια δύσκολη ισορροπία
3. μτφ, ισορροπία σε κάτι, el equilibrio financiero, η οικονομική ισορροπία
4. μτφ, ισορροπία μυαλού, ψυχική= σύνεση, actúa siempre con equilibrio,
ενεργεί πάντα με ισορροπία, σύνεση
5. α πλ, equilibrios, πράξεις ζυγισμένες για να ξεπεράσω, βολέψω μια δυσκολία,
hacer equilibrios, tengo que hacer equilibrios para llegar a final de mes,
πρέπει να κάνω κόψε-ράψε, τα αδύνατα δυνατά για να φτάσουμε στο τέλος του μήνα mantener el equilibrio, κρατώ ισορροπία, ισορροπώ, εξισορροπώ
mantenerse en equilibrio, κρατώ την ισορροπία μου, ισορροπώ
perder el equilibrio, χάνω την ισορροπία μου
equilibrismo 1. α, κυρ, μτφ, ισορροπία, ισορροπισμός ακροβάτη σε σχοινί,
número de equilibrismo circense, νούμερο ισορροπισμού τσίρκου
equilibrista 1. α θ, ακροβάτης, -ισσα, σε δοκό τραπέζιο
2. ισορροπιστής, -ια σε σχοινί
equilibrar 1. ρμ, κυρ, ισορροπώ κάτι, Logré equilibrar un libro en mi cabeza,
Κατάφερα να ισορροπήσω ένα βιβλίο στο κεφάλι μου
2. ψυχικά, Busco equilibrar mis emociones para tener paz mental,
Ψάχνω να ισορροπήσω τα συναισθήματά μου για να έχω ψυχική ηρεμία
En las relaciones, es crucial equilibrar dar y recibir para una conexión genuina,
Στις σχέσεις, είναι κρίσιμο να ισορροπήσεις το δίνειν και λαμβάνειν για μια γνήσια σύνδεση
3. μτφ, ισορροπώ, Intento equilibrar mi vida personal y profesional,
Προσπαθώ να ισορροπήσω την προσωπική μου και την επαγγελματική μου ζωή
4. οκν, Es importante equilibrar los gastos con los ingresos,
Είναι σημαντικό να ισορροπήσετε τα έξοδα με τα έσοδα
5. για υγεία, El equilibrio entre ejercicio y descanso es esencial para una buena salud,
Η ισορροπία μεταξύ άσκησης και ανάπαυσης είναι ουσιώδης για μια καλή υγεία
6. μτφ, Equilibrar el tiempo entre el estudio y el descanso mejora el rendimiento escolar,
Η ισορροπία χρόνου μεταξύ μελέτης και ανάπαυσης βελτιώνει την σχολική επίδοση
7. μχν, ισοσταθμίζω, ζυγοσταθμίζω τροχούς
8. ραντ, ισορροπούμαι
9. ισοσταθμίζομαι, ισοσκελίζομαι
10. μχν, ζυγοσταθμίζομαι
equilibrado, da 1. ε, ισορροπημένος, -η, -o
equilibrado 1. α, μχν, ζυγοστάθμιση
desequilibrar πρχ ξε-καλιμπράρω
1. ρμ, αν-ισορροπώ κάτι, διαταράσσω ισορροπία,
desequilibrar la balanza de pagos, αν-ισορροπώ το ισοζύγιο πληρωμών
Un pequeño error puede desequilibrar todo el proyecto,
Ένα μικρό λάθος μπορεί να διαταράξει ολόκληρο το έργο
2. ραντ, κυρ, αν-ισορροπούμαι, χάνω την ισορροπία μου,
se desequilibró y cayó de la silla, έχασε την ισορροπία του και έπεσε από την καρέκλα
3. μτφ, αν-ισορροπούμαι ψυχικά, se ha desequilibrado por la muerte de su hijo,
έχει χάσει την ισορροπία του από τον θάνατο του γιού του
desequilibrio 1. α, οκν, ανισορροπία οικονομική,
El desequilibrio económico afecta la estabilidad del país,
Η οικονομική ανισορροπία επηρεάζει τη σταθερότητα της χώρας
2. ψυχικά, El desequilibrio emocional puede impactar nuestras relaciones,
Η συναισθηματική ανισορροπία μπορεί να επηρεάσει τις σχέσεις μας,
tiene serios desequilibrios de conducta, έχει σοβαρές ανισορροπίες συμπεριφοράς
3. ανισορροπία σωματικά, El desequilibrio en la dieta puede afectar la salud,
Η ανισορροπία στη διατροφή μπορεί να επηρεάσει την υγεία,
El desequilibrio hormonal puede causar cambios físicos,
Η ορμονική ανισορροπία μπορεί να προκαλέσει φυσικές αλλαγές
4. ανισορροπία σε διαχείριση, μοίρασμα,
El desequilibrio en el reparto de recursos genera conflictos,
Η ανισορροπία στην κατανομή πόρων προκαλεί συγκρούσεις
5. μτφ, ανισότητα, αναντιστοιχία, el desequilibrio entre Norte y Sur,
η ανισότητα Βορρά-Νότου
6. κυρ, El desgaste irregular de las llantas provocó un desequilibrio en el auto, causando vibraciones al conducir,
Η ανομοιομορφία φθοράς στα λάστιχα προκάλεσε ανισορροπία στο αυτοκίνητο, προκαλώντας κραδασμούς κατά την οδήγηση
desequilibrado, da πρχ ξε-καλιμπραρισμένο
1. ε, για πράγμα, ανισόρροπος, -η, -o, barca desequilibrada, βάρκα αν-ισόρροπη
El mueble desequilibrado se tambaleaba, Το ανισόρροπο έπιπλο ταλαντευόταν
2. ε, α θ, για μυαλό, ψυχικά, ανισόρροπος, -η, -o, διαταραγμένος, -η, -ο,
ψυχοπαθής, -ής, -ές, παλαβός, -βή, λοξός, λοξή
Se sentía emocionalmente desequilibrado después de la discusión,
Ένιωθε συναισθηματικά ανισόρροπος μετά τον καυγά
3. ε, οκν, El presupuesto desequilibrado generó problemas en las cuentas de la empresa,
ο ανισόρροπος προϋπολογισμός προκάλεσε προβλήματα στα οικονομικά της εταιρείας
4. ε, μτφ, ανισόρροπος, -η, -o, Una sociedad desequilibrada puede generar conflictos,
Μια ανισόρροπη κοινωνία μπορεί να προκαλέσει συγκρούσεις
desequilibrante 1. ε, πδφ, παίκτης που ανισορροπεί> κάνει τη διαφορά σε ένα παιχνίδι
litro 1. α, λίτρο
litrona 1. θ, οικ, μπουκάλι μπίρας χωρητικότητας ενός λίτρου
mililitro 1. α, χιλιο-στόλιτρο
decalitro 1. α, δεκά-λιτρο
decilitro 1. α, δεκατό-λιτρο
libélula 1. θ, εντ, λιβελούλα, λιβελούλη, μτφ, σαν ζυγαριά το σχήμα της
deliberar πρχ δια-βουλεύομαι για κάτι, πρχ αντι-λιβραρω= ζυγίζω με λίβρα κάτι
1. ρα, σκέπτομαι τα υπέρ και κατά πριν αποφασίσω, εκτιμώ, εξετάζω, συζητώ σε σύσκεψη,
Los legisladores se reunieron para deliberar sobre la nueva ley,
Οι νομοθέτες συνήλθαν για να συζητήσουν το νέο νόμο
2. νομ, el jurado se retiró a deliberar,
η εξεταστική επιτροπή αποσύρθηκε για να διαβουλευτεί
3. παίρνω απόφαση μετά από σκέψη, διαβούλευση, por fin deliberó comprar el piso,
επιτέλους αποφάσισε να αγοράσει το διαμέρισμα
Después de mucho deliberar, tomó la decisión de cambiar de carrera,
Μετά από πολλή σκέψη, πήρε την απόφαση να αλλάξει καριέρα
4. διαβουλεύομαι σε σύσκεψη, συζητώ, εξετάζω,
El equipo directivo se reunió para deliberar sobre las estrategias de mercado,
Η διοικητική ομάδα συναντήθηκε για να συζητήσει για τις στρατηγικές αγοράς
deliberación 1. θ, δια-βούλευση για να πάρω απόφαση, εξέταση, μελέτη προσεκτική, σκέψη
La deliberación sobre su futuro le mantenía despierto por las noches,
Η σκέψη για το μέλλον του τον κράταγε ξύπνιο τις νύχτες
2. πολ, νομ, συζήτηση, σύσκεψη, διάσκεψη, La deliberación del comité duró toda la tarde,
Η συνεδρίαση της επιτροπής κράτησε όλο το απόγευμα,
tras largas deliberaciones, κατόπιν μακράς διαβούλευσης
La deliberación del jurado fue intensa antes de emitir el veredicto,
Η συνεννόηση των μελών της κριτικής επιτροπής ήταν έντονη πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης, έκδοση της ετυμηγορίας
3. εκφ, εκφ, someter algo a deliberación, θέτω κάτι υπό μελέτη
deliberado, da 1. ε, που ενεργεί δια-βουλευμένος= σκόπιμος, -η, -ο, εσκεμμένος, -η, -ο
una zancadilla deliberada, μια τρικλοποδιά σκόπιμη
deliberante 1. ε, δια-βουλεύων μια απόφαση, βουλευόμενος, -η, -ο για κάτι
Tomó una decisión deliberada después de analizar todas las opciones,
Πήρε μια σκεπτόμενη απόφαση αφού ανέλυσε όλες τις επιλογές
2. πολ, νομ, για συμβούλιο, συνέλευση, βουλευόμενος, -η, -ο, νομοθετικός, -ή, -ό
asamblea deliberante, νομοθετική συνέλευση
3. για πράξη, μετά από διαβούλευση, σκόπιμος, -η, -ο,
El daño fue causado de forma deliberada, η ζημιά, βλάβη προκλήθηκε με τρόπο σκόπιμο
Fue un acto deliberado y premeditado, Ήταν μια σκόπιμη και προμελετημένη πράξη
deliberatorio, ria 1. ε, νομ, δια-βουλευτικός, -ή, -ó
deliberadamente 1. επρ, ενεργώ με διαβούλευση= σκόπιμα, σκοπίμως, εσκεμμένως
indeliberación 1. θ, πρχ πράξη ανευ-διαβούλευσης= απερισκεψία
indeliberado, da 1. ε, πρχ α-διαβούλευτος= απερίσκεπτος, -η, -ο
nivel πρχ ισο-βολο> ισιο, πρχ κα- λιβρα> ζύγι για κάτι, επίπεδο σαν ζύγι, αλφάδι
1. α, κατ, αλφάδι, nivel de albañil, αλφάδι χτίστη
nivel de burbuja, αλφάδι
nivel de aire, αλφάδι
2. για νερά, στάθμη, el nivel de una presa, η στάθμη ενός φράγματος
las aguas han bajado de nivel, κατέβηκε η στάθμη των υδάτων
sobre el nivel del mar, πάνω από τη στάθμη της θάλασσας
3. ύψος σαν σημείο, el espejo está al nivel de mi cabeza,
ο καθρέφτης στέκει στο ύψος του κεφαλιού μου
4. μτφ, όροφος, επίπεδο σε κτίριο, la casa tiene tres niveles, το σπίτι έχει τρεις ορόφους
la mina cuenta con diez niveles, το ορυχείο έχει 10 επίπεδα
5. μτφ, επίπεδο ποιοτικό, tiene un buen nivel de inglés, έχει καλό επίπεδο στα Αγγλικά,
una prueba de nivel, μια δοκιμή επιπέδου
una reunión al más alto nivel, μία συνεδρίαση υψηλού επιπέδου
a nivel… σε επίπεδο, σε κλίμακα…, una campaña realizada a nivel nacional,
μια εκστρατεία που διενεργείται σε εθνικό επίπεδο, σε εθνική κλίμακα
6. σνθ, nivel de acceso, πλφ, επίπεδο πρόσβασης
niveles de gris, πλφ, τόνοι του γκρίζου
nivel de agua, στάθμη του νερού
nivel de colesterol, ιατ, επίπεδο χοληστερίνης
nivel de vida, βιοτικό επίπεδο
nivel freático, γωλ, υδροφόρος ορίζοντας
nivel mental, πνευματικό επίπεδο
nivelar πρχ εν-ισο-βολώ κάτι> το ισο-πεδίζω, κάνω ίσιο, επίπεδο
1. ρμ, ελέγχω με το αλφάδι επιφάνεια
2. ισοπεδώνω έδαφος, εξομαλύνω επιφάνεια, la apisonadora niveló el asfalto de la calle,
ο οδοστρωτήρας ισοπέδωσε την άσφαλτο του δρόμου
El albañil niveló el suelo antes de colocar los azulejos,
Ο τεχνίτης επιπέδωσε το πάτωμα πριν τοποθετήσει τα πλακάκια
3. ισιώνω θέση σε κάτι, το οριζοντιώνω, nivela el cuadro que está torcido,
ίσιωσε το κάδρο γιατί είναι στραβό
4. βάζω, φέρνω στο ίδιο επίπεδο, ύψος πράγματα,
nivela las repisas de una estantería con las de otra,
φέρνω στο ίδιο επίπεδο τα ράφια ενός σταντ με τα ράφια άλλου
5. μτφ, εξισώνω κάτι, το φέρνω στο ίδιο επίπεδο,
la justicia ha nivelado los derechos de la mujer con los del hombre,
η δικαιοσύνη έχει εξισώσει τα δικαιώματα της γυναίκας με αυτά του άντρα
6. μτφ, εξομαλύνω διαφορές, intentaron nivelar las diferencias entre ellos,
προσπάθησαν να εξισορροπήσουν τις διαφορές τους
εξισώνω ανισότητες, εξισορροπώ, El gobierno busca nivelar las desigualdades sociales,
Η κυβέρνηση επιχειρεί να εξισορροπήσει τις κοινωνικές ανισότητες
7. οκν, εξομαλύνω, εξισώνω
8. ραντ, για έδαφος, επιφάνεια, ισοπεδώνομαι, εξομαλύνομαι
9. μτφ, για διαφορές, επίπεδο, εξισώνομαι
nivelación 1. θ, ισοπέδωση εδάφους, επιφάνειας, la nivelación de un terreno
2. ίσιωμα, οριζοντίωση αντικειμένου
3. εξομάλυνση επιφάνειας
4. μτφ, εξίσωση διαφορών, la nivelación de salarios, η εξίσωση των μισθών
5. εξίσωση στο ίδιο ύψος σε πράγματα
6. πράξη και αποτέλεσμα του nivelar
nivelador, ra 1. ε, που πράττει το ρήμα nivelar, εξισώνει, ισοπεδώνει, εξομαλύνει
niveladora 1. θ, ισοπεδωτικό μηχάνημα εδάφους, γκρέιντερ
desnivel πρχ δεν-είναι ισόβολο σε επίπεδο, δεν έχει κα-λίμπρα= δεν είναι ίσιο, αν-ισό-πεδο
1. α, έδαφος, επιφάνεια με κλίση, una cuesta con un desnivel del 15%,
μια πλαγιά με κλίση 15%
2. ανισόπεδο έδαφος, επιφάνεια, este sendero tiene muchos desniveles,
αυτό το μονοπάτι έχει πολλές ανηφόρες και κατηφόρες
El terreno presentaba un desnivel que dificultaba la construcción,
Το έδαφος είχε ανωμαλίες που δυσκόλευαν την κατασκευή
3. ανισότητα σαν διαφορά ανάμεσα σε 2 σημεία,
hay un desnivel de 100 metros, υπάρχει μια διαφορά 100 μέτρων
4. μτφ, κοινωνική, πολιτισμική ανισότητα, ανισορροπία,
el desnivel entre ricos y pobres, η ανισότητα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς
existe un desnivel entre las dos culturas, υπάρχει ανισότητα μεταξύ των δύο πολιτισμών
desnivelado, da 1. για έδαφος, επιφάνεια, ανισοϋψής, -ής, -ές, ανισόπεδος, -η, -ο
el suelo está desnivelado, το έδαφος είναι ανισόπεδο
2. μτφ, για κατάσταση, σύστημα, άνισος, -η, -ο, ανισότιμος, -η, -ο
desnivelar πρχ ξε-κα-λιμπράρω το ίσιο έδαφος, αν-ισοπεδίζω επιφάνεια,
μτφ, φέρνω ανισορροπία σε κάτι
1. ρμ, για επιφάνεια, έδαφος, δημιουργώ κλίση, κάνω ανισόπεδο, φέρνω ανισορροπία,
El terremoto logró desnivelar por completo el paisaje montañoso,
Ο σεισμός κατάφερε να κάνει ανισόπεδο εντελώς το ορεινό τοπίο,
El terremoto logró desnivelar la estructura del edificio,
Ο σεισμός κατάφερε να φέρει ανισορροπία στη δομή του κτιρίου
Las lluvias intensas suelen desnivelar la superficie de la carretera,
Οι έντονες βροχοπτώσεις συνήθως κάνουν ανισόπεδη την επιφάνεια του δρόμου
2. οκν, Los cambios en las políticas podrían desnivelar la balanza comercial,
Οι αλλαγές στις πολιτικές μπορούν να φέρουν ανισορροπία στο εμπορικό ισοζύγιο
3. μτφ, προκαλώ ανισορροπία, ανισότητα στην κοινωνία, κατάσταση, κάνω άνισο κάτι,
La desigualdad persistente puede desnivelar las oportunidades de la comunidad,
Η συνεχής ανισότητα μπορεί να κάνει άνισες τις ευκαιρίες της κοινότητας
4. αθλ, μτφ, φέρνω ανισορροπία υπέρ μου= παίρνω προβάδισμα, προηγούμαι,
El delantero logró desnivelar el marcador con un potente disparo,
Ο επιθετικός κατάφερε πάρει προβάδισμα στο σκορ με ένα ισχυρό σουτ
5. φέρνω ανισορροπία ψυχικά, διαταράσσω, συγχύζω,
Un conflicto interno puede desnivelar la estabilidad emocional,
μια εσωτερική διαμάχη μπορεί να διαταράξει τη συναισθηματική σταθερότητα
6. ραντ, φέρνω ανισορροπία σε έπιπλο, κουτσαίνω,
Un mueble se puede desnivelar si una de sus patas está más corta que las demás,
Ένα έπιπλο μπορεί να κουτσαίνει αν ένα από τις πόδια του είναι πιο κοντό από τα υπόλοιπα
7. για έδαφος, είμαι κακοτράχαλο, ανώμαλο
8. για κοινωνία, κατάσταση, δομή, σχέσεις, διαταράσσομαι, μεταβάλλομαι,
La desigualdad económica hace que la sociedad se desnivele,
Η οικονομική ανισότητα κάνει την κοινωνία να διαταραχθεί