LETARGO

LETARGO= ΠΡΧ ΛΗΘΑΡΓΟΣ, ΠΡΧ ΛΑΝΘΑΝΩΝ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

Leteo, Leto 1. ονο, μυθ, Λήθη

leteo, a ε, μυθ, Ληθη-κός, -ή, -ό, που σχετίζεται με τη Λήθη

letargo 1. α, λήθαργος ζώων, χειμέρια νάρκη, los osos pasan el frío invierno en letargo,

οι αρκούδες περνάνε το κρύο χειμώνα σε λήθαργο

2. χειμέρια νάρκη φυτών, en primavera la naturaleza sale del letargo invernal,

την άνοιξη η φύση βγαίνει από τη χειμέρια, νάρκη

3. μτφ, λήθαργος, κατάσταση αδράνειας, ληθαργικότητα, χαύνωση,

a ver si esta noticia le saca de su letargo,

για να δω αν αυτή η είδηση τον βγάλει από τον λήθαργο του

4. ιατ, ληθαργικότητα, λήθαργο, Las pastillas me produjeron un terrible letargo y sueño,

Τα χάπια με έφεραν τρομερό λήθαργο και υπνηλία

5. εκφ, caer en estado de letargo, πέφτω σε λήθαργο

aletargar 1. ρμ, ρίχνω σε λήθαργο, ζαλίζω, el calor aletarga, η ζέστη ρίχνει σε λήθαργο

2. ραντ, πέφτω σε λήθαργο, los osos se aletargan en invierno,

οι αρκούδες πέφτουν σε χειμερία νάρκη

3. μτφ, κάτι πέφτει σε λήθαργο, αδράνεια, las negociaciones se aletargaban,

οι διαπραγματεύσεις έπεφταν σε λήθαργο, τραβούσαν χρονικά

aletargamiento 1. α, λήθαργος, χειμέρια νάρκη

aletargado, da 1. ε, που έχει λήθαργο, ληθαργικός, -ή, -o

2. μτφ, σαν σε λήθαργο> απαθής, -ής, -ές, permanecía aletargado en un rincón,

παρέμενε απαθής σε μια γωνία

lantano 1. α, χημ, λανθάνιο

lantánido 1. α, χημ, στοιχείο της κατηγορίας των λανθανίδων

lantánidos 1. α πλ, χημ, λανθανίδες

lantánido, da 1. ε, χημ, που ανήκει στην κατηγορία των λανθανίδων

latente πρχ λαταντε> λανθα-νων= που δεν φαίνεται

1. ε, λανθάνων, -ουσα, -ον, υποβόσκων, -ουσα, -ον,

virus latente, ιός λανθάνων

2. μτφ, υποβόσκων, -ουσα, -ον, sus palabras mostraban un rencor latente hacia ella,

τα λόγια του έδειχναν μια μνησικακία υποβόσκουσα προς αυτή

delitescencia 1. ιατ, πρχ (δια)-λανθάνουσα κατάσταση, εξαφάνιση τοπικής νόσου

2. χημ, εξάνθηση

Scroll to Top