LAZO

LAZO= ΠΡΧ ΛΑΣΟ, ΚΟΜΠΟΣ, ΔΕΣΜΟΣ, ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

lazo 1. α, λάσο, El vaquero era un experto en el uso del lazo,

Ο καουμπόι ήταν ειδικός στη χρήση του λάσο,

2. κόμπος, Sujeta la cuerda al árbol con un lazo fuerte,

Δέσε το σχοινί στο δέντρο με μια δυνατό κόμπο

3. φιόγκος, un vestido con lazos, ένα φόρεμα με φιόγκους

La niña llevaba un lazo alrededor de la coleta,

Το κορίτσι φορούσε έναν φιόγκο γύρω από την αλογοουρά της

4. δεσμός, Padres e hijos están ligados por un fuerte lazo familiar,

Οι γονείς και τα παιδιά συνδέονται με έναν ισχυρό οικογενειακό δεσμό

5. χορευτική φιγούρα

6. σχοινί

7. λουπ σε πατινάζ

8. ατκ, διακοσμητικό μοτίβο με διαπλεκόμενα φύλλα και κλαδιά

9. παγίδα με θηλιά, βρόχος, El cazador cayó en su propio lazo,

Ο κυνηγός έπεσε στην παγίδα του

ή μτφ, παγίδα, le tendió un lazo para conseguir su propósito,

του έστησε παγίδα για να πετύχει τον στόχο του

10. σνθ, lazo cerrado, σδρ, κλειστός βρόχος

lazo corredizo, συρτοθηλειά

lazo de programa, πλφ, βρόχος προγράμματος

lazo iterativo, de iteración, πλφ, επαναληπτικός βρόχος, βρόχος επανάληψης

lazos económicos, οικονομικοί δεσμοί

11. εκφ, coger con lazo, πιάνω, δένω με σκοινί

echarle el lazo a, μτφ, ρίχνω το λάσο σε κάποιον για να τον εκμεταλλευτώ,

Le echó el lazo en cuanto vio que tenía dinero,

Τον έριξε το λάσο μόλις είδε ότι είχε χρήματα

ή μτφ, πιάνω στα χέρια μου, ¡cuando le eche el lazo a ése…!

πότε θα τον πιάσω αυτόν στα χέρια μου!

ή μτφ, περνάω θηλιά, no quería casarse, pero acabaron echándole el lazo,

δεν ήθελε να παντρευτεί αλλά τελικά του έβαλαν τη θηλιά

hacer, atar un lazo, κάνω, δένω έναν κόμπο

con el lazo a la garganta, με την θηλιά στο λαιμό

lazar 1. ρμ, πιάνω, δένω με λάσο, El vaquero lazaba a las reses para marcarlas,

Ο καουμπόι έπιανε με λάσο τα βοοειδή για να τα σημαδέψει

2. δένω, hizo un paquete con los libros y lo lazó,

έφτιαξε ένα δέμα με τα βιβλία και το έδεσε

lazada 1. θ, κόμπος, φιόγκος, Tiene una lazada muy grande en la parte delantera del vestido,

Έχει ένα πολύ μεγάλο φιόγκο στο μπροστινό μέρος του φορέματος

lacero, ra πρχ λασ-αρης

1. α θ, χειριστής λάσου, αυτός που ρίχνει λάσο

2. λαθροκυνηγός

3. μπόγιας

lacería 1. θ, τεχ, διακοσμητικό δικτύωμα

deslazar 1. ρμ, πρχ ξε-λασαρω= ξελύνω, λύνω κόμπο, φιόγκο

enlace πρχ εν-λασο> σύνδεση, και οι μεταφορές τους

1. α, πράξη και αποτέλεσμα του enlazar, enlazarse

2. μτφ, σύνδεση, σύνδεσμος, ζεύξη, ¿Cuál es el enlace entre este libro y tu reporte?

Ποια είναι η σύνδεση μεταξύ αυτού του βιβλίου και της αναφοράς σου;

El enlace de estas ciudades beneficiará los ciudadanos de ambos lugares,

Η σύνδεση αυτών των πόλεων θα ωφελήσει τους πολίτες και των δύο περιοχών,

se rompió el enlace entre el motor y el eje,

έσπασε η σύνδεση μεταξύ του κινητήρα και του άξονα

2. ανταπόκριση τρένου, el enlace a Madrid, η ανταπόκριση για Μαδρίτη

3. για δρόμο, σύνδεση, συμβολή, κόμβος, διασταύρωση,

La autovía es el enlace de esta ciudad con Madrid,

Η ταχείας κυκλοφορίας οδός είναι η σύνδεση αυτής της πόλης με τη Μαδρίτη,

Se complica la circulación en el enlace de esas dos carreteras,

Περιπλέκεται, δυσκολεύει η κυκλοφορία στη διασταύρωση αυτών των δύο δρόμων

4. αιώνια δεσμά ζευγαριού, ένωση, γάμος, Celebrarán su enlace el próximo sábado,

Θα γιορτάσουν τον γάμο τους το επόμενο Σάββατο

5. πλφ, δεσμός, ζεύξη, Si haces clic en este enlace te llevará a un vídeo genial,

Αν κάνεις κλικ σε αυτόν τον σύνδεσμο, θα σε οδηγήσει σε ένα καταπληκτικό βίντεο

6. γρμ, σύνδεσμος, los enlaces gramaticales como las preposiciones y conjunciones,

και οι γραμματικοί σύνδεσμοι όπως οι προθέσεις και οι συνδέσεις

7. χημ, δεσμός, El enlace iónico es el tipo más fuerte de enlace químico,

Ο ιοντικός δεσμός είναι ο πιο ισχυρός τύπος χημικού δεσμού

8. σνθ, enlace de hipertexto, σύνδεσμός υπερκειμένου, υπερκείμενη ζεύξη

enlace matrimonial, τελετή γάμου, γάμος

enlace telefónico, vía satélite, τηλεφωνική σύνδεση, σύνδεση μέσω δορυφόρου

enlace 1. α θ, για άτομο, σύνδεσμος, ενδιάμεσος, -η, διαμεσολαβητής, -ια,

Juan es uno de los enlaces de esta empresa,
Ο Χουάν είναι ένας από τους ενδιάμεσους αυτής της εταιρείας,

este organismo municipal es el enlace del equipo de gobierno con la ciudadanía,
αυτός ο δημοτικός οργανισμός είναι ο ενδιάμεσος της ομάδας κυβέρνησης με τους πολίτες,

El enlace de la organización era un profesor de la Universidad del país Vasco,

Ο ενδιάμεσος της οργάνωσης ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Χώρας των Βάσκων,

Cometió el error fatal de matar al enlace de Gengis Kan,

Έκανε το μοιραίο λάθος να σκοτώσει τον διαμεσολαβητή του Τζένγκις Χαν

2. σνθ, enlace sindical, συνδικαλιστικός εκπρόσωπος

enlazar πρχ εν-λασο> πιάνω, δένω με λάσο και οι μεταφορικές έννοιες τους

1. ρμ, δένω, Los secuestradores le enlazaron las manos y los pies,

Οι απαγωγείς του έδεσαν τα χέρια και τα πόδια,

El sheriff enlazó al bandido a un poste, Ο σερίφης έδεσε τον ληστή σε ένα στύλο

2. για ζώο, πιάνω με λάσο, El gaucho enlazó a la yegua y la llevó al establo,

Ο γκάουτσο έπιασε με λάσο την φοράδα και την πήγε στον στάβλο

3. μτφ, ρμ, ρα, ραντ, συνδέω, συσχετίζω, esta idea enlaza con la explicación que he dado,

Αυτή η ιδέα συνδέεται με την εξήγηση που έδωσα,

ha enlazado sus ideas para llegar a una conclusión brillante,

έχει συσχετίσει τις ιδέες του για να καταλήξει σε ένα λαμπρό συμπέρασμα

4. ρμ, ρα, μτφ, συνδέω, έχω ανταπόκριση, Esta autopista enlaza Buenos Aires con Rosario,

Αυτός ο αυτοκινητόδρομος συνδέει το Μπουένος Άιρες με το Ροζάριο

El subte enlaza con el autobús que lleva al aeropuerto,

Το μετρό συνδέεται, έχει ανταπόκριση με το λεωφορείο που μεταφέρει στο αεροδρόμιο

5. ραντ, συνδέομαι, ενώνομαι, estas piezas se enlazan con este mecanismo,

Αυτά τα κομμάτια συνδέονται με αυτόν τον μηχανισμό

6. μτφ, ενώνομαι με γάμο, Matías y Lucía se enlazaron tras dos años de convivencia,

Ο Ματίας και η Λουσία ενώθηκαν με γάμο μετά από δύο χρόνια συμβίωσης

7. ρμ, ραντ, για μέρη σώματος, ενώνω, ενώνομαι, και μτφ αγκαλιάζω, -ομαι με κάποιον,

enlazó a su novio y lo besó, αγκάλιασε τον μνηστήρα της και τον φίλησε

se enlazaron en un abrazo, ενώθηκαν με μια αγκαλιά, αγκαλιάστηκαν

sus dedos se enlazaron con los míos, τα δάχτυλά του ενώθηκαν με τα δικά μου

8. συνδέομαι, nuestras familias se enlazarán cuando tu hermano y yo nos casemos,

οι οικογένειες μας θα συνδεθούν όταν ο αδερφός σου κι εγώ παντρευτούμε

entrelazar πρχ εν-τρια-λασο> ενδο-συνδέω κάτι

1. ρμ, κυρ, συνυφαίνω, (περι)πλέκω, διαπλέκω, πλέκω μεταξύ τους πράγματα,

entrelaza tres mechones de pelo para hacer una trenza,

πλέξε τρεις τούφες μαλλιών για να φτιάξεις μια κοτσίδα

Mi madre entrelazaba las cuerdas de cáñamo para hacer una cesta,

Η μητέρα μου έπλεξε σχοινιά κάνναβης για να φτιάξει ένα καλάθι

2. μτφ, συνυφαίνω, περιπλέκω, διαπλέκω, αλληλοσυνδέω, ενώνω μεταξύ τους, σταυρώνω,

la guerra entrelazó sus vidas para siempre, ο πόλεμος συνέδεσε τις ζωές τους για πάντα

James y Mary entrelazaron sus dedos y se besaron,

Ο Τζέιμς και η Μαίρη έπλεξαν τα δάχτυλα τους και φιλήθηκαν

3. κυρ, συνυφαίνομαι, (περι)πλέκομαι, διαπλέκομαι,

Las diferentes cuerdas se entrelazan para hacer una cuerda más robusta,

Τα διαφορετικά σχοινιά περιπλέκονται για να δημιουργήσουν ένα πιο ανθεκτικό σχοινί

4. μτφ, συνυφαίνομαι, αλληλοσυνδέομαι, sus vidas se entrelazarοn después de la guerra,

Οι ζωές τους αλληλοσυνδέθηκαν μετά τον πόλεμο

5. entrelazarse con, κυρ, μτφ, είμαι συνυφασμένος

entrelazamiento 1. α, κυρ, συνύφανση, πλέξιμο, πλέξη, περιέλιξη,

El entrelazamiento estaba un poco suelto, debido a la humedad ambiental,

Η πλέξη ήταν λίγο χαλαρή, λόγω της υγρασίας στο περιβάλλον

2. μτφ, συνύφανση, διασύνδεση αρκετών πραγμάτων, αλληλοσύνδεση,

El entrelazamiento de las culturas ha creado una rica diversidad en la sociedad,

Η συνύφανση των πολιτισμών έχει δημιουργήσει μια πλούσια ποικιλία στην κοινωνία

3. φσκ, διαπλοκή, El entrelazamiento cuántico, Η κβαντική διαπλοκή

desenlazar πρχ αντ-εν-λασαρω> ξε-δένω το λάσο

1. ρμ, κυρ, λύνω, ξεμπλέκω, Necesito desenlazar este hilo que se ha enredado,

Πρέπει να ξεμπλέξω αυτή τη κλωστή που έχει μπερδευτεί,

El niño desenlazó el nudo del paquete y rasgó el papel para ver qué contenía,

Το αγόρι έλυσε τον κόμπο στο πακέτο και έσκισε το χαρτί για να δει τι περιείχε

La madre desenlazó la trenza de la niña y comenzó a cepillarle el pelo,

Η μητέρα έλυσε την κοτσίδα του κοριτσιού και άρχισε να χτενίζει τα μαλλιά της

2. μτφ, λύνω, δίνω λύση, επιλύω, ξεδιαλύνω, desenlazó aquel asunto con su intervención,

έλυσε εκείνο το θέμα με την παρέμβαση του

3. μτφ, τεχ, κνμ, λγτ, τελειώνω πλοκή, έκβαση σε έργο, κείμενο, ξεδιπλώνω, εξελίσσω,

El escritor desenlazó los hechos para explicar la causa del conflicto,

Ο συγγραφέας ξεδίπλωσε τα γεγονότα για να εξηγήσει την αιτία της σύγκρουσης

4. ραντ, κνμ, τεχ, λγτ, τελειώνω, καταλήγω, Quieren ver cómo se desenlaza la historia,

Θέλουν να δουν πώς θα καταλήξει η ιστορία

5. μτφ, για κατάσταση, πρόβλημα, λήγω, επιλύομαι

desenlace 1. α, έκβαση γεγονότος, πράξης, κατάληξη, τέλος, αποτέλεσμα,

Esperan el desenlace de la intervención quirúrgica,

Περιμένουν το αποτέλεσμα της χειρουργικής επέμβασης

2. μτφ, έκβαση, τέλος, No me gustan las películas que tengan un desenlace trágico,

Δεν μου αρέσουν οι ταινίες οι οποίες έχουν ένα τραγικό τέλος

Todos sus cuentos tienen una exposición, un climax, y un desenlace,

Όλες οι ιστορίες του έχουν μια έκθεση γεγονότων, μια κορύφωση και ένα τέλος

3. ευφ, θάνατος ατόμου

4. κυρ, λύσιμο, ξέμπλεγμα σε κάτι

Scroll to Top