LABIO= ΠΡΧ ΛΙΠ ΓΚΛΟΣ> ΧΕΙΛΗ, ΧΕΙΛΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
labio πρχ λιπ γκλος= χείλη, πρχ αυτό με το οποίο μπορώ να λάβω τροφή= χείλη,
αρχαίο λάπτω
1. α, χείλος, χείλι στόματος, se pinta los labios con carmín, βάφει τα χείλη της με κραγιόν,
ή μτφ, χείλη σαν όριο σε κάποια πράγματα, los labios de una herida, τα χείλη μιας πληγής
2. μτφ, φωνή που βγαίνει από χείλη σαν λόγια, στόμα, Nunca le ofendieron mis labios,
ποτέ δεν τον πρόσβαλαν τα χείλια> λόγια μου
3. βοτ, χείλος
4. σνθ, labio inferior, superior, κάτω, άνω χείλος
labio vaginal, labios mayores, menores, ανα, χείλος αιδοιακό, μεγάλα, μικρά χείλη
labio leporino, λαγω-χειλία, χειλο-διαίρεση, χειλο-σχιστία
labio belfo, εξέχον κάτω χείλος
5. εκφ, con el corazón en los labios, μτφ, με το χέρι στα χείλη= στην καρδιά
de labios afuera, μτφ, με χείλη προς τα έξω= για τα μάτια του κόσμου,
de labios afuera está con él, για τα μάτια του κόσμου είναι με αυτόν, μαζί του
estar pendiente, colgado de los labios de alguien, οικ, κρέμομαι από τα χείλη κάποιου,
el público estaba pendiente de los labios del orador,
το κοινό κρεμόταν από τα χείλη του ομιλητή
leerle los labios a alguien, διαβάζω τα χείλη κάποιου
morderse los labios, δαγκώνω τα χείλη μου, δαγκώνομαι για να μην γελάσω ή πω κάτι,
me mordí los labios para no decirle lo que pensaba,
δάγκωσα τα χείλη μου για να μην πω αυτό που σκεφτόμουν
no despegar, no descoser los labios, δεν βγάζω άχνα, μιλιά, τσιμουδιά
labiodental 1. ε, φων, χειλο-δοντικός, -ή, -ó
2. α, χειλοδοντικό
labia 1. θ, οικ, μτφ, πρχ μπλα-μπλα> τα χείλη που μιλούν πολύ= ευφράδεια, ομιλητικότητα, λέγειν, μπλα-μπλά, Dice que la conquistó con su labia más que con su aspecto,
Λέει ότι την κέρδισε με το λέγειν του περισσότερο παρά με την εμφάνισή του
2. εκφ, tener mucha labia, έχει πολύ λέγειν
enlabiar 1. ρμ, εν-θέτω τα χείλη μου σε κάτι
2. μτφ, προσπαθώ με μπλα-μπλα, γλυκά λόγια, υποσχέσεις να πείσω κάποιον, τον πιάνω στο μπλα-μπλα για απάτη, παραμυθιάζω, εξαπατώ, δελεάζω
labiadas 1. θ πλ, βοτ, χειλανθή
labiado, da 1. ε, βοτ, χειλωτός,-ή, -ó
labial 1. ε, χειλικός, -ή, -ó
2. φων, χειλικός, -ή, -ó
3. α, φων, χειλικό
labializar 1. ρμ, φων, χειλικο-ποιώ φθόγγο, τρέπω σε χειλικό φθόγγο
labialización 1. θ, φων, χειλικοφωνία
bilabiado, da 1. ε, βοτ, δίχειλος, -η, -o
bilabial 1. ε, φων, διχειλικός, -ή, -ó
labihendido, da 1. ε, λαγώ-χειλος, -η, -o
labro 1. α, εντ, πάνω χείλος στα έντομα