JÍNJOL= ΤΖΙΤΖΙΦΟ
jínjol 1. α, βοτ, τζίτζιφο
jinjolero 1. α, βοτ, ζιζυφιά η ινδική, ζιζιφιά
yuyuba 1. θ, βοτ, τζιτζιφιά, ελαίαγνο, μοσχοϊτιά
JÍNJOL= ΤΖΙΤΖΙΦΟ
jínjol 1. α, βοτ, τζίτζιφο
jinjolero 1. α, βοτ, ζιζυφιά η ινδική, ζιζιφιά
yuyuba 1. θ, βοτ, τζιτζιφιά, ελαίαγνο, μοσχοϊτιά