JOROBA= ΠΡΧ ΧΟΡΟΒΑ> ΚΟΡΟΒΑ> ΚΟΥΡΒΑ, ΚΑΜΠΟΥΡΑ, ΠΡΧ ΞΕ-ΧΑΡΒΑΛΩΝΩ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
joroba 1. θ, πρχ χοροβα> κοροβα> κουρβα= καμπούρα ανθρώπου, ζώου
las jorobas del camello, οι καμπούρες της καμήλας
2. μτφ, κούρμπα, καμπούρα σε επιφάνεια, esta alfombra tiene jorobas,
αυτό το χαλί έχει κούρμπες
3. επφ, οικ, δηλώνει έκφραση, θυμό, πω πώ!, γαμώτο!,
¡déjame en paz, joroba! άσε με ήσυχο, γαμώτο!
jorobeta 1. α, οικ, κουρβάτος= καμπούρης
jorobar 1. ρμ, πρχ ξε-χαρβαλώνω ή κάνω κούρβα ψυχική σε κάποιον= ενοχλώ, τη σπάω, πειράζω, εκνευρίζω, Me joroba la actitud de José, Με εκνευρίζει η στάση του Χοσέ,
ese ruido me está jorobando, αυτός o θόρυβος μου τη σπάει
2. μτφ, ξε-χαρβαλώνω σχέδια, καταστρέφω, χαλάω, me han jorobado las vacaciones,
μου χάλασαν τις διακοπές μου
3. μτφ, ξεχαρβαλώνω, χαλάω μηχανισμό, συσκευή, mi hermano jorobó la televisión,
ο αδερφός μου ξεχαρβάλωσε την τηλεόραση
4. εκφ, no me jorobes (μη) με δουλεύεις!, (μην) κάνεις πλάκα!
¿que se ha casado? ¡no me jorobes! παντρεύτηκε; με δουλεύεις!
5. ραντ, ξεχαρβαλώνομαι σωματικά= χτυπάω, me jorobé el tobillo jugando al fútbol,
χτύπησα το αστράγαλο μου παίζοντας μπάλα
jorobado, da 1. ε, με κούρβα= καμπούρης, -α, -ικο
2. οικ, ξε-χαρβαλωμένος σε υγεία= χάλια, tengo el estómago jorobado,
έχω το στομάχι μου χάλια, ξεχαρβαλωμένο
3. οικ, μτφ, για μηχανισμό, πράγμα, ξε-χαρβαλωμένος, -η, -ο, κατεστραμμένος, -η, -ο, χαλασμένος, -η, -ο
4. α θ, καμπούρης, καμπούρα
jorobado 1. α, ζωλ, κουρβάτο= φεγγαρόψαρο