JINETE

JINETE= ΠΡΧ Χ-ΙΝΕΤΕ> ΑΝΑ(ΒΑ)ΤΗΣ ΑΛΟΓΟΥ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

gineta 1. θ, ζωλ, μοσχογαλή η γενετή, Κοινή γενέττα

jinete πρχ χινετε> χ-ανα(βά)της ή χ-ινετε> κινείται με άλογο

1. α, αναβάτης αλόγου, καβαλάρης, ιππέας

2. στρ, ιππέας

3. εκφ, los cuatro Jinetes del Apocalipsis, οι τέσσερις Καβαλάρηδες της Αποκάλυψης.

jinetear 1. ρα, πρχ χ-αναβατώ= κάνω ιππασία

jineta 1. θ, ζωλ, μικρό αιλουροειδές

2. οπλ, κοντή λόγχη

3. εκφ, a la jineta, ιππ, είδος καβαλικέματος, όπου o αναβάτης έχει κοντούς τους αναβολείς, διπλωμένα τα γόνατα και ευθεία την πλάτη

mojinete 1. α, κατ, καβαλάρης στέγης, mojinete de muro

2. κατ, επιστέγασμα, κολοφώνας, mojinete de tejado

Scroll to Top