HÍPICO= ΙΠΠΙΚΟΣ, ΠΡΧ ΙΚΚΟΣ= ΙΠΠΟΣ, ΠΡΧ ΧΑΚΝΙ ΑΛΟΓΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
hiparión 1. α, ιππάριο
hipiátrica 1. θ, ιατ, ιππιατρική
hipiátrico, ca 1. ε, ιππιατρικός, -ή, -ó
hípica 1. θ, ίππευση, ιππασία
hípico, ca 1. ε, ιππικός, -ή, -ó, un concurso hípico, ιππικός διαγωνισμός,
una carrera hípica, μια ιπποδρομία
hipismo 1. α, ιππευτική
hipomóvil 1. ε, ιππή-λατος, -η, -o
hipología 1. θ, ιππολογία
hipológico, ca 1. ε, σχετικός, -ή, -ó με την ιππολογία
Hipócrates 1. ονο, Ιπποκράτης
hipocrático, ca 1. ε, ιπποκρατικός, -ή, -ό
hipocratismo 1. α, ιπποκρατισμός
Hipocrene 1. ονο, μυθ, Ιπποκρήνη
Ηiparco 1. ονο, Ίππαρχος
Hipómenes 1. ονο, Ιππομένης
hipocampo 1. α, ζωλ, ιππόκαμπος
2. ανα, ιππόκαμπος
3. σνθ, hipocampo dragón, θαλάσσιος δράκοντας
hipocastánea 1. θ, βοτ, ιπποκαστανιά
hipódromo 1. α, ιππόδρομος, ιπποδρόμιο
hipofagia 1. θ, ιπποφαγία
hipofágico, ca 1. ε, ιπποφαγικός, -ή, -ó
hipotecnia 1. θ, ιπποκομία
hipogrifo 1. α, μυθ, ιππόγρυπας
hipopótamo 1. α, ζωλ, ιπποπόταμος
hipúrico, ca 1. ε, χημ, ιππουρικός, -ή, -ó
Felipe 1. ονο, Φίλιππος
2. εκφ, Felipe II, Φίλιππος B’
felipismo 1. α, φελιπισμός, ονομασία στο σύστημα διακυβέρνησης του Φελίπε Γκονθάλεθ
felipista 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με το φελιπισμό
2. α θ, οπαδός του φελιπισμού
filipense 1. ε, θρη, σχετικός, -ή, -ó με το τάγμα των ιερέων του Ορατόριου, Σαν Φελίπε Νέρι
2. α θ, μέλος τάγματος των ιερέων του Ορατόριου, του Σαν Φελίπε Νέρι
filípica 1. θ, μτφ, ομιλία ενάντια σε κάποιον, σαν του Φιλίππου
2. οικ, μτφ, κατσάδα
3. εκφ, echarle, soltarle una filípica a alguien, οικ, μτφ, τα ψέλνω, κατσαδιάζω κάποιον
Filipinas 1. ονο, las Filipinas, οι Φιλιππίνες
filipino, na 1. ε, φιλιππινέζικος, -η, -ο
2. α θ, Φιλιππινέζος, -ζα
ecuestre πρχ αρχ, ίκκος= ίππος
1. ε, έφιππος, -η, -ο, ιππικός, -ή, -ó, una estatua ecuestre, έφιππο άγαλμα,
un ejercicio ecuestre, ιππική άσκηση,
una exhibición ecuestre, ιππική επίδειξη
equitación 1. θ, ιππασία
équido 1. α, ζωλ, ιπποειδές
equino, na 1. ε, ιππικός, -ή, -ó, του αλόγου
equisetácea 1. θ, βοτ, ιππουριδο-ειδές
équite 1. α, ιστ, Ρωμαίος ανήκων στην τάξη των ιππέων
yegua πρχ γ-ιέγκουα> ίκκος ή πρχ γαιδούρα= φοράδα
1. θ, ίππος θηλυκός= φοράδα
yeguada 1. θ, κοπάδι από φοράδες και άλογα
yeguar 1. ε, σχετικός, -ή, -ó με φοράδα, ganadería yeguar, εκτροφή φοράδων
yegüería 1. θ, κοπάδι από φοράδες και άλογα
yegüero, ra 1. α θ, φύλακας αλόγων
yeguato, ta 1. α θ, μουλάρι, μουλάρα
albéitar 1. α, πρχ αλ-μπε-ιταρ> ο-ιππ-ιατρος> ιππίατρος= κτηνίατρος
albeitería 1. θ, πρχ ιππιατρία= κτηνιατρική
hacanea 1. θ, άλογο χάκνι
jaca 1. θ, αλογάκι
2. φοράδα
3. οικ, μτφ, για γυναίκα, φοράδα, αλόγα
jaco 1. α, αλογάκι, άλογο