HÉROE

HÉROE= ΠΡΧ ΗΡΩΑΣ, ΠΡΧ Τ-ΗΡΩ, ΠΑΡΑ-ΤΗΡΩ, ΣΥΝ-ΤΗΡΩ, ΠΡΧ ΚΟΝ-ΣΕΡΒΑ, ΡΕΖΕΡΒΑ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

Herodes 1. ονο, Ηρώδης

2. εκφ, andar, ir de Herodes a Pilato οικ, πάω από τον Άννα στον Καϊάφα.

héroe 1. α, ήρωας

heroicamente 1. επρ, ηρωικά

heroicidad 1. θ, ηρωισμός σαν προσόν

2. ηρωισμός σαν γεγονός, πράξη

heroico, ca 1. ε, ηρωικός, -ή, -ó

heroico-cómico, ca 1. ε, ηρωικο-κωμικός, -ή, -ó

heroida 1. θ, ποι, ποιητική σύνθεση με φημισμένο γυναικείο πρόσωπο.

heroificar 1. ρμ, ηρω-ποιώ= κάνω κάποιον ήρωα

heroína 1. θ, ηρωίδα

2. ηρωίνη ναρκωτικό

heroinomanía 1. θ, ηρωινομανία

heroinómano, na 1. ε, α θ, ηρωινομανής, -ής, -ές

heroísmo 1. α, ηρωισμός

superhéroe 1. α, υπερ-ήρωας

conserva 1. θ, κονσέρβα

conservería 1. θ, κονσερβο-ποιία

conservero, ra 1. ε, κονσερβο-ποιητικός, -ή, -ό, industria conservera,

βιομηχανία κονσερβοποιητική

2. α θ, κονσερβο-ποιός

conservar πρχ κον-σερβα> συντηρώ

1. ρμ, συντηρώ, διατηρώ ένα πράγμα,

El plástico ayudará a conservar la humedad del pastel,

Το πλαστικό θα βοηθήσει στο να διατηρήσει την υγρασία του κέικ

2. ρμ, ραντ, μτφ, El objetivo de estos ejercicios es conservar la salud de los pacientes,

Ο στόχος αυτών των ασκήσεων είναι να διατηρήσει την υγεία των ασθενών

tu madre se conserva muy bien, η μητέρα σου διατηρείται πολύ καλά

3. ρμ, διατηρώ, φυλαώ, κρατάω, conservo todos mis dibujos infantiles,

φυλάω όλα τις παιδικές ζωγραφιές μου

En nuestra familia conservamos viva la tradición del pesebre en Navidad

Στην οικογένειά μας κρατάμε ζωντανή την παράδοση της φάτνης τα Χριστούγεννα

Gina siempre conserva los recibos por si acaso,

Η Τζίνα κρατάει πάντα τις αποδείξεις για παν ενδεχόμενο

4. συντηρώ προσεκτικά κάτι, la Biblioteca Nacional conserva varios manuscritos del siglo xv,

η εθνική βιβλιοθήκη διατηρεί διάφορα χειρόγραφα του 15ο αιώνα

5. κονσερβο-ποιώ, conservar los tomates, κονσερβοποιώ τις ντομάτες.

conservación 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του conservar, διατήρηση ατόμου

2. συντήρηση τροφίμου

3. διαφύλαξη εθίμων, conservación de costumbres

conservacionismo 1. α, συντηρητισμός οικολογίας, διατήρηση βιοποικιλότητας

conservacionista 1. ε, οικολογικός, -ή, -ό

2. α θ, οικολόγος

conservador, ra 1. ε, α θ, συντηρητικός, -ή, -ό, συντηρητής, -ια, επιμελητής, -ια χώρου,

Mi abuelo es un hombre conservador a quien le gustan las viejas costumbres,

Ο παππούς μου είναι ένας συντηρητικός άνθρωπος που του αρέσουν οι παλιοί τρόποι

Los conservadores fueron los ganadores de las elecciones,

Οι συντηρητικοί ήταν οι νικητές των εκλογών,

El conservador del museo organizó una exhibición impresionante,

Ο επιμελητής του μουσείου διοργάνωσε μια εντυπωσιακή έκθεση

conservador 1. α, συντηρητικό, Es más saludable comer alimentos libres de conservadores.

Είναι πιο υγιεινό να τρώτε τρόφιμα χωρίς συντηρητικά

conservaduría 1. θ, δουλειά συντήρησης, επιμέλειας χώρου

2. γραφείο συντηρητή

conservadurismo 1. α, συντηρητισμός

conservante 1. ε, συντηρητικός, -ή, -ό

2. συντηρητικό

conservatorio 1. α, κονσερβατουάρ, ωδείο, επειδή ήταν κλειστό μέρος για απομόνωση ήχου

semiconserva 1.θ, ημι-συντηρούμενη τροφή σε δοχείο

ultraconservador, ra 1. ε, α θ, υπερ-συντηρητικός, -ή, -ó

observar πρχ ομπ-σερβαρ> επι-τηρω

1. ρμ, παρατηρώ, επιτηρώ κάτι, El perro observaba la araña con curiosidad,

Ο σκύλος παρατηρούσε την αράχνη με περιέργεια,

observar la evolución de una enfermedad, επιτηρώ την εξέλιξη μιας αρρώστιας

Como puede observar, hemos avanzado bien con el proyecto,

Όπως μπορείτε να δείτε, έχουμε σημειώσει καλή πρόοδο με το έργο

2. τηρώ ενα νόμο, Para vivir en armonía con los demás, hay que observar las leyes,

Για να ζήσει κανείς σε αρμονία με τους άλλους, πρέπει να τηρεί τους νόμους

3. μτφ, παρατηρώ, he observado que has cambiado de peinado,

έχω παρατηρήσει πως έχεις αλλάξει χτένισμα

Lucinda observó que el tráfico parecía cada vez peor,

Η Λουσίντα παρατήρησε ότι η κίνηση φαινόταν κάθε φορά χειρότερη

"¡Qué elegante restaurante!", observó Marco,

«Τι αριστοκρατικό εστιατόριο παρατήρησε ο Μάρκο!»

observación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του observar

2. παρατήρηση, υπόδειξη σαν σχόλιο, nos hizo varias observaciones sobre el protocolo,

Έκανε αρκετές παρατηρήσεις για το πρωτόκολλο

3. επισήμανση σε τεστ, ¿Viste las observaciones y correcciones que hizo el profesor en el trabajo que entregamos? Είδες τα σχόλια και τις διορθώσεις που έκανε ο καθηγητής στην εργασία που παραδώσαμε;

observatorio 1. α, παρατηρητήριο

2. προσωπικό στο παρατηρητήριο

3. σνθ, observatorio astronómico, meteorológico, αστερο-σκοπείο,

παρατηρητήριο μετεωρολογίας

observador, ra 1. ε, α θ, παρατηρητικός, -ή, -ό, παρατηρητής, -ια

observancia 1. θ, τήρηση κανόνων

observante 1. ε, παρα-τηρητικός, -ή, -ό

observable 1. ε, παρατηρήσιμος, -η, -ο, ορατός, -ή, -ό

inobservable 1. ε, μη παρα-τηρήσιμος, -η, -ο

inobservado, da 1. ε, μη παρατηρημένος, -η, -ο

inobservancia 1. θ, μη τήρηση νόμου, κανόνα, παράβαση

inobservante 1. ε, μη τηρών, -ούσα, παραβάτης, ια οδηγός του Κ.Ο.Κ

preservar 1. ρμ, πρχ περι-τηρώ= προφυλάσσω, προστατεύω απο κίνδυνο, ζημιά,

la vacuna nos preserva contra la viruela, το εμβόλιο μάς προφυλάσσει από την ευλογιά

preservativo, va 1. ε, προ-φυλακτικός, -ή, -ό, προστατευτικός, -ή, -ó,

medidas preservativas del medio ambiente, μέτρα προστατευτικά του μέσου περιβάλλοντος

preservativo 1. α, προφυλακτικό για σεξ

2. σνθ, preservativo femenino, masculino ανδρικό, γυναικείο προφυλακτικό

preservación 1. θ, προφύλαξη, διαφύλαξη, preservación de la naturaleza,

περι-τήρηση= προφύλαξη της φύσης

preservador, ra 1. ε, προστατευτικός, -ή, -ó, un producto preservador de la madera,

ένα προϊόν που προστατεύει το ξύλο

2. ιατ, συντηρητικός, -ή, -ó, la cirugía preservada de la mama,

συντηρητική χειρουργική επέμβαση στο μαστό

reserva πρχ ρεζέρβα < περι-τήρηση σε κάτι

1. θ, κράτηση σε ξενοδοχείο, αεροπλάνο, θέατρο,

Ya he hecho la reserva del hotel en Londres,

Έχω κάνει ήδη την κράτηση ξενοδοχείου στο Λονδίνο

una reserva a nombre de… μια κράτηση στο όνομα…

reserva de entradas para el teatro, κράτηση εισόδων για το θέατρο

2. ρεζέρβα σε υλικό, απόθεμα, εφεδρεία, reserva de provisiones, ρεζέρβα σε προμήθειες

Siempre es buena idea tener un par de bombillas de reserva,

Είναι πάντα καλή ιδέα να έχετε δύο λαμπτήρες ρεζέρβα

3. μτφ, επιφύλαξη για κάτι, expresó sus reservas relativas al negocio,

εξέφρασε τις επιφυλάξεις του αναφορικά με την επιχείρηση

4. μτφ, τήρηση μέτρου σε κάτι= διακριτικότητα, sonrió con reserva,

χαμογέλασε με διακριτικότητα

5. περι-τηρούμενο έδαφος, προστατευόμενη περιοχή ατόμων, ζώων, φυτών,

reservas indias, προστατευόμενη περιοχή των ιθαγενών

6. στρ, ρεζερβα= εφεδρεία

7. οκν, αποθεματικό

8. βιο, απόθεμα

9. νομ, επιφύλαξη

10. σνθ, reserva anticipada, εκ των προτέρων κράτηση

reserva de localidades, θτρ, κράτηση θέσεων

reserva forestal, natural, δασικός, φυσικός δρυμός

reserva mental, ενδό-μυχη σκέψη

reservas de divisas, de oro, οκν, συναλλαγματικά αποθέματα, αποθέματα χρυσού

reservas energéticas, hídricas, minerales ενεργειακά, υδάτινα, ορυκτά αποθέματα

reservas monetarias οκν, νομισματικά αποθέματα.

11. εκφ, a reserva de, με την πρόθεση να

con reservas, με επιφυλάξεις

guardar reserva διατηρώ επιφυλάξεις

hacer (una) reserva κάνω κράτηση, κλείνω θέση

pasar a la reserva, στρ, περνώ στην εφεδρεία

sin reservas, ανεπιφύλακτα

tener algo de reserva, έχω κάτι σε εφεδρεία

tener reservas, έχω επιφυλάξεις

tener (una) reserva, έχω μια, κάνει κράτηση

reserva 1. α θ, αθλ, αναπληρωματικός, -ή, Mi hijo es reserva en el equipo de fútbol local,

Ο γιος μου είναι αναπληρωματικός στην τοπική ομάδα ποδοσφαίρου

2. α, παλιό κρασί, un reserva del 70, ένα παλιό κρασί του ’70

3. σνθ, gran reserva, κρασί μεγάλης ωρίμανσης, παλαίωσης

reservar 1. ρμ, κάνω ρεζερβέ, κράτηση, κλείνω τραπέζι, κρατάω ρεζερβέ,

Reservamos una mesa en el restaurante japonés,

Κλείσαμε ένα τραπέζι στο ιαπωνικό εστιατόριο

2. ρεζερβάρω για κάποιο σκοπό, φυλάω, reservo esta habitación para los invitados,

φύλαξε αυτό το δωμάτιο για τους καλεσμένους

reservó la buena noticia para el final, επιφύλαξε την καλή είδηση για το τέλος

Reservaré un asiento para ti, Θα κρατήσω μια θέση για σένα

3. μαγ, φυλάω, reserva la salsa para añadirla más tarde,

φυλάω την σάλτσα για να την προσθέσω πιο μετά

4. κρατώ για τον εαυτό μου, ρεζερβάρω κάτι, κρύβω, φυλάω για μένα,

Cuando no estoy bien informada, prefiero reservarme mi opinión,

Όταν δεν είμαι καλά ενημερωμένη, προτιμώ να κρατάω τη γνώμη μου για τον εαυτό μου,

se reservó su opinión, κράτησε ρεζερβέ την γνώμη του

4. reservarse para, κρατιέται για πιο μετά, se reserva para la final, κρατιέται για το τέλος

5. εκφ, “reservado” ρεζερβέ

reservar por adelantado, κάνω κράτηση εκ των προτέρων

reservación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του reservar

reservado, da πρχ ρεζερβαρισμένο

1. ε, για δωμάτιο, τραπέζι, κλεισμένος, -η, -o, ρεζερβέ,

celebraron la reunión en un reservado del restaurante,

γιόρτασαν την συγκέντρωση σε ένα ρεζερβέ του ρεστοράν

2. μτφ, για θέμα, υπόθεση, πληροφορία, εμπιστευτικός, -ή, -ó

3. για άτομο, διακριτικός, -ή, -ó, που τηρεί τις αποστάσεις,

no le gusta contar sus cosas, es un chico muy reservado,

δεν του αρέσει να λέει τα δικά του, είναι ενα παιδί πολύ διακριτικό

reservado 1. α, κουπέ ρεζερβέ σε τρένο, viajamos en un reservado,

ταξιδεύουμε σε ένα κουπέ ρεζερβέ

2. χώρος ρεζερβέ σε μαγαζί, ρεστοράν, pedimos un reservado para cenar,

ζητήσαμε έναν χώρο ρεζερβέ για να δειπνήσουμε

reservadamente 1. επρ, εχέμυθα, εμπιστευτικά

reservista 1. ε, στρ, εφεδρικός, -ή, -ό

2. α θ, έφεδρος, η

reservón, ona 1. ε, οικ, για άτομο, ρεζερβέ στις πράξεις, λόγια, κρυψίνους, -ους, -ουν

2. ταυ, ρεζερβέ στην αρένα, όχι μαχητικός, -ή, -ό

Scroll to Top