HUÉRFANO= ΟΡΦΑΝΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
huérfano, na 1. α θ, ορφανός, ορφανή, ορφανό
2. ε, ορφανός, -ή, -ó, se quedó huérfano muy joven, έμεινε ορφανός πολύ νέος
es huérfana de madre, είναι ορφανή από μητέρα
3. μτφ, εγκαταλελειμμένος, -η, -o, se sentía huérfano, ένιωθε εγκαταλελειμμένος
4. μτφ, στερούμενος, -η, -o από κάτι, κυρίως από αγάπη, προστασία,
el partido está huérfano de un líder, το κόμμα στερείται ηγέτη
se nota que está huérfano de afecto, φαίνεται πως είναι στερούμενος από αγάπη
huérfana 1. θ, τυπ, ορφανή, μεμονωμένη πρώτη αράδα παραγράφου που ξεκινά στον τελευταίο στίχο μιας στήλης
orfanato 1. α, ορφανοτροφείο
orfandad 1. θ, ορφάνια, ορφάνεμα
2. ορφανοτροφείο
3. μτφ, ορφάνεμα, εγκατάλειψη από τους γύρω σου
orfelinato 1. α, ορφανοτροφείο
orvallo 1. α, μτφ, πρχ ορφανή βροχή= ψιχάλισμα
orvallar 1. ραπρ, μτφ, ψιχαλίζει
robot 1. α, ρομπότ
2. σνθ, robot de cocina, πολυ-κόφτης
robot industrial, βιομηχανικό ρομπότ
robótica θ, ρομποτική
robotizar 1. ρμ, ρομποτο-ποιώ= αυτοματοποιώ διαδικασίες σε βιομηχανία
2. ρμ, αυτοματοποιώ γενικά
robotización 1. θ, αυτοματοποίηση, εξαυτοματισμός