HAMBRE

HAMBRE= ΠΡΧ ΑΜΒΡΕ> ΑΜΒΡΟΣΙΑ> ΤΡΟΦΗ> ΠΕΙΝΑ, ΠΡΧ Λ-ΙΜΟΣ= ΠΕΙΝΑ,

ΗΧΜ ΧΑΜ-ΧΑΜ= ΠΕΙΝΑ, ΣΑΝ ΝΑ ΤΡΩΩ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

hambre

1. θ, πείνα, όρεξη για φαγητό, tengo hambre, έχω πείνα

2. έλλειψη τροφής, πείνα, en aquella época hubo hambre,

σε εκείνη την εποχή υπήρξε πείνα

3. μτφ, επιθυμία για κάτι, δίψα, πόθος, hambre de justicia, δίψα για δικαιοσύνη

4. σνθ, hambre canina, feroz, οικ, πείνα κύνου = σκυλίσια, θηρίου, μεγάλη πείνα, λιγούρα

tengo un hambre canina, έχω μια πείνα που δε σε βλέπω

5. εκφ, matar de hambre, αφήνω κάποιον νηστικό, en aquella casa nos mataban de hambre,

σε εκείνη την εποχή μας αφήναν νηστικούς

matar el hambre, ξεγελώ την πείνα μου

a buen hambre no hay pan duro, πρμ, σε καλή πείνα δεν έχει ψωμί σκληρό=

το ψωμί η πείνα το γλυκαίνει

aplacar el hambre, πλακώνω> χορταίνω την πείνα μου

el hambre aguza el ingenio, πρμ, πενία τέχνας κατεργάζεται

el hambre es mala consejera, πρμ, η πείνα είναι κακός σύμβουλος

engañar el hambre, ξεγελώ την πείνα μου

entrarle hambre a alguien, εμβαίνει η πείνα σε κάποιον= πείνασα

con tanto ejercicio les ha entrado mucha hambre, με τόση άσκηση πείνασαν πολύ

juntarse el hambre con las ganas de comer, ζεύει η πείνα με την όρεξη να φάω=

βρήκε o Φίλιππος τον Ναθαναήλ

pasar hambre, περνάω πείνα= πεινώ, υποφέρω από την πείνα

quedarle con hambre, δε χορταίνω, πεινάω ακόμη

(ser) más listo que el hambre, είναι πιο ξύπνιος απο την πείνα= έχω μυαλό ξυράφι

hambrear 1. ρμ, πρχ αφήνω χωρίς αμβροσία> τροφή= λιμοκτονώ κάποιον,

la guerra hambreó a mucha gente, ο πόλεμος λιμοκτόνησε πολύ κόσμο

2. ρα, λ-ιμο-κτονώ απο πείνα

3. μτφ, δείχνω την πείνα μου και ζητιανεύω

hambriento, ta 1. ε, α θ, πεινασμένος, -η, -o

hambrina 1. θ, πρχ λ-ιμός

hambruna 1. θ, λιμός, έλλειψη τροφής, la sequía ha provocado la hambruna,

η ξηρασία έχει προκαλέσει τον λιμό

hambrón, ona 1. ε, υτμ, που πεινά ή τρώει με πολύ πείνα, πειναλέος, -α, -ο,

λιμασμένος, -η, -o, λιμάρης, -α, -ικο, πρχ αμπρον> λ-αίμαργος, -η, -ο

famélico, ca πρχ φαμε-λικος> να φάμε δεν έχουμε

1. ε, λιμασμένος, -η, -ο, λιμοκτονιών, -ούσα, -όν, ξελιγωμένος, -η, -ο

2. για αδύνατο πολύ, λιμασμένος, -η, -ο, πειναλέος, -α, -ο

jamelgo 1. α, οικ, μτφ, πρχ χαμ-ελγο> χαμ-άλογο= ψωρ-άλογο, παλι-άλογο

Scroll to Top