ΗΑMACA= ΠΡΧ Χ-ΑΜΑ-ΚΑ> ΧΑΜΑΛΗΣ> ΠΟΥ ΚΟΥΒΑΛΑΕΙ,
ΠΡΧ ΧΑΜΑΙ-ΚΟΙΤΙΑ Ή ΧΥΜΑ-ΚΟΙΜΑΜΑΙ= ΑΙΩΡΑ, ΞΑΠΛΩΣΤΡΑ
hamaca 1. θ, αιώρα, Voy a tomar una siesta en esta hamaca,
Πάω να πάρω έναν υπνάκο σε αυτή την αιώρα
2. σεζλόνγκ, ξαπλώστρα, Después de nadar, me recosté en una hamaca junto a la piscina,
Μετά το μπάνιο, ξάπλωσα σε μια ξαπλώστρα δίπλα στην πισίνα
3. παλανκίνο
hamaquero, ra 1. α, κατασκευαστής αιώρων
2. βαστάζος
hamaquero 1. α, γάντζος από όπου κρεμιέται η αιώρα
macona 1. θ, καλαθούνα